Μικρή ανθολογία σατιρικών ποιημάτων

 

Μια και το τεύχος αυτό του Φαινόμενου είναι αφιερωμένο στη σάτιρα και στο χιούμορ, σκέφτηκα πως δεν θα ήταν αταίριαστο να σας παρουσιάσω εδώ μια μικρή ανθολογία ελληνικών σατιρικών ποιημάτων.

 

Θα μπορούσα ή ίσως θα έπρεπε να ξεκινήσω από τον Αρχίλοχο, αλλά τότε η έκταση της ανθολογίας θα γινόταν απαγορευτική. Ξεκινάμε λοιπόν από το 1800 και οι παλαιότεροι ίσως παρουσιαστούν μιαν άλλη φορά.

 

Λοιπόν, λίγο πριν από την επανάσταση του 1821, ο πρωτοπόρος και γλωσσικά Ιωάννης Βηλαράς (1770-1823) γράφει το εκτενές ποίημα «Κατά καλογήρων» από το οποίο παραθέτω την αρχή:

 

Καλόγερος και διάβολος αδέλφια διδυμάρια
και σαν αδέλφια καρδιακά τηρούν δουλειά καθάρια.
Του Σατανά τα έργατα, δουλειές του καλογέρου,
και διαβολιές του άγιου, σκοτούρες του δευτέρου.
Του ενός τα τεχνουργήματα ο άλλος έχει δρόμο
και σ’ όσα κι αν εργάζονται, κοινόν κρατούν το νόμο.
Δεν βλέπεις πως σε όλα τους δεν θέλουν να χωρίζουν,
μόνε κι οι δυο απαράλλαχτα σαν κόρακες μαυρίζουν;

(…)

Φυλάγου οχ τον καλόγερο και κάμνε το σταυρό σου,
καθώς τον ίδιο διάβολο αν έβλεπες εμπρός σου

 

 

Με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους αρχίζει και η πολιτική σάτιρα, ήδη από την εποχή του Καποδίστρια.

 

Σαν αντίδραση στο «τυποκτόνον ψήφισμα του Ι. Καποδίστρια», ο Αλέξανδρος Σούτσος (1803-1863) γράφει μερικούς στίχους που έμειναν παροιμιώδεις:

 

Είν’ ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μην βλάψεις
της Αρχής τους Υπαλλήλους,
τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους·
είν’ ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψεις.

 

ενώ σε άλλο ποίημά του σατιρίζεται «Ο επιστάτης των εθνικών οικοδομών επί Ι. Καποδίστρια» που ρημάζει ατιμωρητί τα ταμεία επειδή είναι ημέτερος και χαφιεδίζει καλά:

 

Φοίνικες και ταλαράκια το πουγκί μου κουδουνίζει,
και το στόμα μου σαμπάνιες και ριζόγαλο μυρίζει·
χαιρετάτε με, με σέβας, με βαθύν προσκυνισμόν·
επιστάτης, κύριοί μου, έγινα οικοδομών.
    
Τερερέμ, λαλά, λαλά·
    
η δουλειά πάγει καλά.

            (…)

Η αυτού Πανεξοχότης μ’ αγκαλιάζει κάθε μέρα·
μα ρημάζω το ταμείον; Αλλού βλέπει· βλέπει πέρα.
Φθάνει μόνον πουρνό βράδυ να τον λέγω εις τ’ αυτί
τι φρονεί ο ένας κι άλλος και τι δρόμο περπατεί.

 

Ο Αλ. Σούτσος αν και είχε υποδεχτεί με ενθουσιασμό τον Καποδίστρια, τελικά απογοητεύτηκε από τη διακυβέρνησή του και μάλιστα εξορίστηκε όταν του έκανε κριτική· χαιρέτισε τη δολοφονία του, υποδέχτηκε με ενθουσιασμό τον Όθωνα, αλλά η ιστορία επαναλήφθηκε: μόλις του άσκησε κριτική, κυνηγήθηκε, δικάστηκε και αναγκάστηκε σε εξορία. Η πολιτική σάτιρα ήταν ανθυγιεινό επάγγελμα στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος (1850-1889) , εκδότης της πολιτικοσατιρικής εφημερίδας Ραμπαγάς, αυτοκτόνησε αφού πρώτα αναγκάστηκε από τις διώξεις να κλείσει την εφημερίδα του. Ένα δικό του ποίημα, ο Αβδηριτοβασιλιάς:

 

Δεν είναι πιο τεμπέλικη δουλειά στην οικουμένη
παρά να είσαι βασιλιάς με σύνταγμα, θαρρώ...
στο καλαμάρ’ η πέννα σου να είναι βουτημένη
και μόνο σε υπογραφές να χάνεις τον καιρό!...
 

Λουφέ να παίρνεις δυνατό κι ο τόπος να μη παίρνει
ποτέ απ’ το χεράκι σου παρά σου τσακιστό!...
Απόξω από το παλάτι σου το πράμα του να φέρνει
και ώς και το λαδόξιδο... Για το ευχαριστώ!
 

Να μην πλερώνεις τίποτε ποτέ του τελωνείου
και επειδήτις ο λουφές δε σούρχεται πολύς
να τ’ αποσώνεις όσα θες και... χάριν εμπορίου...
ξύλα κι αυγά και πρόβατα και κότες να πουλείς!...
 

Τέτοια μακαριότητα και ποιος δεν τη ζηλεύει;
Ανεύθυνος ν’ απλώνεσαι, κανείς να μη μπορεί
λογαριασμό στο ξάπλωμα ποτέ να σου γυρεύει,
κι αν μουρμουρίζει ο λαός να κάνεις το βαρύ!...
 

Να μελετάς τον Πωλ ντε Κοκ, ως μόνην ιστορία,
να είναι παιδοφάμπρικα η πρώτη σου δουλειά...
Κι αν τα τινάξεις, να γραφεί στην πλάκα σου την κρύα:
«Ενθάδε κείται το κορμί βαρβάτου βασιλιά!»

 

Σε πιο ανώδυνα θέματα, μάστορας στο επίγραμμα αναδείχτηκε ο Κων. Σκόκος (1854-1929), όπως το:

 

ΣΕ ΘΕΑΤΡΙΚΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

«Μην ακούς τι φλυαρούνε

μήπως ξέρουνε τι λένε;

Γράφεις δράματα  - γελούνε,

γράφεις κωμωδίες – κλαίνε!»

 

Επιγράμματα βεβαίως έγραψαν πολλοί. Να ένα του Λασκαράτου (1811-1901):

 

Εδώ τα οστά τού δικαστή Σκουτέρη,

που επληρωνότουν κι απ’ τα δύο μέρη,

γιατί, εις αποφυγήν παντοίου μώμου

ήθελε ισότητα έναντι του νόμου.

 

Ο Λασκαράτος αφορίστηκε για το έργο του Μυστήρια της Κεφαλονιάς, όπου καυτηριάζει τα κακώς κείμενα στον τόπο του και ειδικά του κλήρου. Το ανέκδοτο λέει πως ως αντίδραση στον αφορισμό πήγε στους παπάδες τα παπούτσια του, ζητώντας τα να τ’ αφορίσουν κι αυτά, ώστε να μη λιώσουν. Έγραψε αργότερα:

 

Γιατί αν εκειό το ράσο που φορείτε
δεν σας δικάει να ζείτε με τιμή,
γιατί δεν το πετάτε να γενείτε
πραματευτάδες ή αμαξοδηγοί;
Κλέφτουν κι εκείνοι, ναι, κλέφτουν και γδυούνε,
μα τουλάχιστον δεν ιεροσυλούνε.

(Η γέννησίς μου, απόσπασμα)

 

Για τους καλόγερους ειδικά, έγραφε χειρότερα:

 

Ο μοναχός

Του μοναχού ο καιρός, καιρός χαμένος

η φύσις δεν το θέλει και φρικιάζει.

Στο μοναστήρι έρημος, κλεισμένος

δέεται μέρα-νύχτα κι αηδιάζει.

 

Ουτιδανός και ζωντανός θαμμένος,

στον κόσμο περιττός, εκεί μονάζει

ο διάολος σ΄ αυτόν ερωτευμένος

μπαίνει μέσ΄ στο κελλί του και φωλιάζει.

 

Του σβει το νου και τη καρδιά του κλει

κι ανθρωπόμορφο χτήνος τόνε κάνει,

κι άνθρωπο του Θεού τόνε καλεί

 

ενώ την ανθρωπιά απ΄ αυτόνε βγάνει.

Κι ο μοναχός που δεν το νοιώθει διόλου

ζει στη μονή του μπαίγνιο του Διαόλου.-

 

 

Του Λασκαράτου πάλι, ένα σονέτο για τους ψευτοπατριώτες:

 

Στο ανάθεμα, στο ανάθεμα να πάνε

Όλοι όσοι φιλοπόλεμοι προδότες

Το αίμα των παιδιώνε μας ζητάνε,

Και του Έθνους όλου τους τιμίους ιδρώτες.

 

Μα τι… κι αυτό το Έθνος το αμποδάνε

Στον κρεμνό! Πατριώτες Ισκαριώτες

Εσείς να πάτε οι Τούρκοι να σας φάνε·

Εχθροί, τύραννοι, δόλιοι συνωμότες,

 

Δώστε και σεις ψευτοήρωες μια ρανίδα

Από το απαίσιον αίμα το δικό σας,

Σεις πό’χετε στο στόμα την Πατρίδα,

 

Και στην καρδιά τον άθλιο εγωισμό σας,

Μα σεις δεν έχετε άλλη επιθυμία,

Παρά του γείτονά σας τη ζημία!...

 

Πολύ κοντινός στον Λασκαράτο ο κεφαλλονίτης Μικέλης Άβλιχος (1844-1917).

 

             ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

 

Στη φάτνη των χτηνών Χριστός γεννάται

χωρίς της Επιστήμης συνδρομή·

η θεία Φύσις κάνει για μαμμή

κι ο δράκος, σαν αρνί, θεός κοιμάται.

 

Αύριον, άντρας, σα ληστής κρεμάται –

νέα του κόσμου θέλει οικοδομή.

Σταυρό του δίνει ο Νόμος πληρωμή -,

πλην άγιο φως στον τάφο του πλανάται.

 

Διάκοι του Βάαλ, δεν είναι δικός  σας

αυτός της φάτνης ο φτωχός Χριστός,

που  εκήρυξε  για νόμο του τη χάρη.

 

Εσάς τιμή σας μόνη το στιχάρι.

Πομπές, θεοπομπές το ιδανικό σας,

κι είν’ ο Θεός σας, σαν κι εσάς, μιαρός!

 

και:

 

Κραυγή περί δικαίου

 

Αφού κατά βαρβάρων Γερμανών

δεν θέλησε η Ελλάς να πολεμήσει

δίκαιον βρίσκω τον αποκλεισμόν

και δίκαιον από πείνα να ψοφήσει.

 

Μα το φτωχό το ζώο να πεθαίνει

της πείνας για δική μας μοχθηρία!

Σκεφτείτε το, Λαοί πολιτισμένοι…

Σ’ αυτό, φοβούμαι, γίνεται αδικία.

 

Σεις έχετε εταιρείες για τα ζώα…

Ερεύξομαι προς ταύτας μετά θάρρους:

Ερρέτω ο πταίστης! σώσατε τ’ αθώα

τ’ άλογα, τα μουλάρια, τους γαϊδάρους…

 

Δίκαιον όμως ο οίκτος ν’ απλωθεί

κι εις τους εκ του ποιμνίου του Μεσσία,

κι αθώους κι αυτούς δικαίως να τους δεχθεί

στην Κιβωτό της μέσα η σωτηρία.

(Ποίημα γραμμένο για τον αποκλεισμό της Ελλάδας από τους συμμάχους της Αντάντ ως εξαναγκασμό για να βγει στον πόλεμο).

 

Φυσικά, θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε τον Γεώργιο Σουρή, ο οποίος επί 35 χρόνια έβγαζε κάθε βδομάδα την εφημερίδα ο Ρωμηός, που ήταν ολόκληρη έμμετρη, έως και τις μικρές αγγελίες.

 

Ας δούμε πώς περιγράφει τον μέσο Έλληνα, τον Ρωμηό δηλαδή, ο Σουρής:

Ο Ρωμηός

 

Στον καφενέ απ’ όξω σαν μπέης ξαπλωμένος,
του ήλιου τις ακτίνες αχόρταγα ρουφώ,
και στων εφημερίδων τα νέα βυθισμένος,
κανέναν δεν κοιτάζω, κανέναν δεν ψηφώ.

 

Σε μία καρέκλα το’ να ποδάρι μου τεντώνω,
το άλλο σε μίαν άλλη, κι ολίγο παρεκεί
αφήνω το καπέλο, και αρχινώ με τόνο
τους υπουργούς να βρίζω και την πολιτική.

 

Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί ουρανός ! τί φύσις !
Αχνίζει ομπροστά μου ο καϊμακλής καφές,
κι εγώ κατεμπνευσμένος για όλα φέρνω κρίσεις,
και μόνος μου τις βρίσκω μεγάλες και σοφές.

 

Βρίζω Εγγλέζους, Ρώσους, και όποιους άλλους θέλω,
και στρίβω το μουστάκι μου αγέρωχο πολύ,
και μέσα στο θυμό μου κατά διαόλου στέλλω
τον ίδιον εαυτό μου, και γίνομαι σκυλί.

 

Φέρνω τον νουν στον Διάκο και εις τον Καραΐσκο,
κατενθουσιασμένος τα γένια μου μαδώ,
τον Έλληνα εις όλα Ανώτερο τον βρίσκω,
κι απάνω στην καρέκλα χαρούμενος πηδώ.

 

Την φίλη μας Ευρώπη με πέντε φασκελώνω,
απάνω στα τραπέζι τον γρόθο μου κτυπώ...
εχύθη ο καφές μου, τα ρούχα μου λερώνω,
κι όσες βλαστήμιες ξέρω αρχίζω να τις πω.

 

Στον καφετζή ξεσπάω... φωτιά κι εκείνος παίρνει.
αμέσως άνω κάτω τού κάνω τον μπουφέ,
τον βρίζω και με βρίζει, τον δέρνω και με δέρνει,
και τέλος... δεν πληρώνω δεκάρα τον καφέ.

 

Όμως ο Σουρής έγραψε και αιχμηρούς αντιμοναρχικούς στίχους όπως τους παρακάτω σε συμπαράσταση στον διωκόμενο κοινωνιστή αντιμοναρχικό βουλευτή Ρόκκο Χοϊδά:

 

Μακράν του Ρόκκου Χοϊδά κακούργοι εστεμμένοι

αγχόνη και παλούκωμα δεινόν σάς περιμένει.

Ο κόσμος εις την πτώσιν σας τας χείρας θα κρατήσει

κι οι τόσοι αρχιτρίκλινοι μ’ εμέ θα γίνουν ίσοι

κι οι τόσες οι πριγκίπισσες κι οι άλλες οι φακλάνες

θε να’ ρθουνε στο σπίτι μου να γίνουν παραμάνες.

 

Ιδιαίτερα καυστικός είναι απέναντι στον διάδοχο Κωνσταντίνο με αφορμή την ταπεινωτική ήττα του 1897.

 

Εκ Δομοκού, πυρ ομαδόν και συμπλοκή μεγάλη

ο δε κλεινός Διάδοχος, το ξίφος αναπάλλων

από μακρυά εκοίταζε το φονικό με κιάλι

καθώς εκείνην έβλεπε την μάχην των Φαρσάλων

 

κι ενώ συνεκλονίζετο με γδούπους κάθε γη

μια κόρη σαν θεόπνευστος, που λέγεται Φυγή

και πάλιν τον ενέπνευσεν τον ρέκτην αρχηγόν

εκείνων των φυγών

κι ορμά ξιφήρης

κι ανδρείας πλήρης

πετά το κιάλι

κι εδώ παν' κι οι άλλοι.

 

Όμως σάτιρες έχει γράψει και ο Κωστής Παλαμάς. Τα σατιρικά του γυμνάσματα, 44 ποιήματα δημοσιευμένα το 1908-9, σπάνε κόκαλα:

 

Πρόγονους πάρε, απόγονους, δαιμόνους,
όλα της Ιστορίας τα συναξάρια,
όλους του Ελληνισμού τους φανφαρόνους,

όλα της Ρωμιοσύνης τα καμάρια,
του Λόγου τις κορφές, τους παραλήδες,
τους σοφούς, των πολέμων τα λιοντάρια,

Όμηρους, Αρχιμήδες, Αχιλλήδες,
καθώς περνούν ανάκατα στη στράτα,
Καποδίστρηδες, Διάκους, Κοραήδες.

Όλα φκιάστα γκιουβέτσι και σαλάτα,
νά και το ρετσινάτο στην ταβέρνα,
και τα βιολιά, και ρίξου τους και φά’ τα.

Κέρνα, ρούφα, ξεφάντωνε, και ξέρνα.

 

Κι άλλο ένα:

 

Ζαγάρια και τσακάλια και κοκόροι,
σηκωτοί κάθε τόσο στο ποδάρι,
μόρτηδες, λούστροι, αργοί, λιμοκοντόροι.

Στον αφέντη χαρά που τούς λανσάρει!
Και ποια είναι τα σωστά, ποια τα μεγάλα
που την ορμή τούς δίνουν και τη χάρη;

Προδότες οι Τρικούπηδες. Κρεμάλα!
Κι οι Ψυχάρηδες; Γιούχα! Πλερωμένοι.
Νά η Ελλάδα! Αρσακιώτισσα δασκάλα,

με λογιότατους παραγιομισμένη.
Κι ο Ρωμιός; Αφερίμ! Μυαλό; Κουκούτσι.
Από τον καφενέ στην Πόλη μπαίνει,

του ναργελέ κρατώντας το μαρκούτσι.

Μια μορφή σάτιρας είναι και η παρωδία. Για να σατιρίσει την πολυθεσία του καλού λογοτέχνη Ζαχαρία Παπαντωνίου, ο οποίος ευνοήθηκε από τον Βενιζέλο με αλλεπάλληλους διορισμούς, ο Κώστας Βάρναλης δημοσίευσε, με το ψευδώνυμο Καρχαρίας Παπαφαταούλας, την πιο κάτω αριστουργηματική παρωδία της «Προσευχής του ταπεινού», γνωστού ποιήματος του Παπαντωνίου:

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά και μάτι δεν μας βλέπει

βρέχε σωρό διορισμούς στην ταπεινή μου τσέπη.

Την προσευχή μου, Κύριε, σου λέω με προθυμία

καμιά ψυχή δεν έβλαψα, μονάχα τα Ταμεία.

 

Εκείνοι που με πλήγωσαν ήσαν αγαπημένοι.

Που να μην την εβούτηξα θέση καμιά δε μένει.

Ήσυχα εγώ κι αθόρυβα τα έργα μου έχω πράξει

κι από Γραικύλους και Γραικούς το σύμπαν έχω αρπάξει

 

Στην πόρτα μου άλλος δεν χτυπά κανείς απ’ τον αέρα

κι όλες εγώ τις χτύπησα (δουλειά μου κάθε μέρα).

Ήμουνα των μικρών παιδιών και των σκυλιών ο φίλος

κι όλων εγώ των αρχηγών πιστός χαδιάρης σκύλος.

 

Σ’ ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.

Αφού το κράτος πλήρωνε, ζήτω η γλυκειά Πατρίδα!

Σ’ ευχαριστώ που μου’ δωκες χωρίς να μου ανήκει

τη θέση της Εκδοτικής και την Πινακοθήκη.

 

Για την καπατσοσύνη μου οι εχθροί θα με μισήσουν.

Ευδόκησε ν’ αφανιστούν χωρίς να ξαναζήσουν.

Με τρόπο της Ποιήσεως δώσε μου, Κύριε, τώρα

τα πενήντα χιλιάρικα, τ’ αληθινά «θεία δώρα».

 

Βέβαια, μπορεί κανείς να χτυπήσει καίρια και με πολύ λιγότερους στίχους. Ο Ασημάκης Πανσέληνος έγραψε το εξής αριστουργηματικό τετράστιχο για τον θάνατο του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά:


Στα χέρια επάνω οι φίλοι μου οι πιστοί
με φέρανε στο σπίτι το στερνό μου,
δι’ εγκυκλίου με κλάψαν όλοι οι Έλληνες
που με είχαν αγαπήσει δια νόμου.

 

Και θα κλείσουμε την περιδιάβαση αυτή με ένα σατιρικό ποίημα ενός ποιητή που δεν είναι γνωστός για την ενασχόλησή του με τη σάτιρα, του Γιώργου Σεφέρη. Γραμμένο το 1944, δείχνει την απελπισία του μπροστά στη διαφθορά και τη φαυλότητα των πολιτικών της εξόριστης κυβέρνησης της εποχής:

 

Το απομεσήμερο ενός φαύλου

 

Τράβα αγωγιάτη, καρότσα τράβα,
τράβα να φτάσουμε γοργά στην Κάβα!
Φύσα βαπόρι, βόα μηχανή,
να 'ρθούμε πρώτοι εμείς! - οι στερνοί.

Τα στερνοπαίδια και τ' αποσπόρια
και τ' αποβράσματα και τ' αποφόρια
μιας μάχης που ήτανε γι' άλλα κορμιά
για μάτια αλλιώτικα κι άλλη καρδιά.

Πολιτικάντηδες, καραβανάδες,
ψιλικατζήδες, κολλυβιστάδες,
μούργοι, μουνούχοι και θηλυκά -
τράβα αγωγιάτη! βάρα αμαξά!

Φτωχή Πατρίδα, στα μάγουλά σου
μαχαίρια γράφουνε το γολγοθά σου·
μάνα λιοντόκαρδη, μάνα ορφανή,
κοίτα αν αντέχεις τέτοια πομπή:

το ματσαράγκα, το φαταούλα
με μπογαλάκια και με μπαούλα·
τη χύτρα που έβραζε κάθε βρωμιά
λες και την άδειασαν όλη μεμιά

σ' αυτούς ανάμεσα τους ήπιους λόφους
όπου μας κλείσανε σαν υποτρόφους
ενός αδιάντροπου φρενοβλαβή
που στο βραχνά του παραμιλεί.

Δες το σελέμη, δες και το φάντη
πώς θυμιατίζουνε τον ιεροφάντη
που ρητορεύεται λειτουργικά
μπρος στα πιστά του μηρυκαστικά.

Μαυραγορίτες από τα Νάφια
της προσφυγιάς μας άθλια σινάφια,
γύφτοι ξετσίπωτοι κι αρπαχτικοί,
λένε, πατρίδα, πως πάνε εκεί

στα χώματά σου τα λαβωμένα
γιατί μαράζωσαν, τάχα, στα ξένα
και δεν μπορούνε χωρίς εσέ -
οι φαύλοι: τρέχουνε για το λουφέ.


Cava dei Tirreni, 7. 10. 1944

 

 



Επιστροφή στα 'Αρθρα από το Φαινόμενο του Λουξεμβούργου
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου




© 2008 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu