Σκέψεις με αφορμή την κριτική μιας εξοργιστικά κακής μετάφρασης

 

Συστηματική κριτική μεταφράσεων στη χώρα μας, δεν ξέρω να υπάρχει. Χωρίς να θέλω να το παινευτώ, οι δικές μου προσπάθειες, κυρίως μέσα από τις σελίδες μου και λιγότερο σε έντυπα, είναι μάλλον σπάνιο φαινόμενο. Θα ήμουν άδικος βέβαια αν παρέλειπα να σημειώσω την εξαιρετικής ποιότητας μεταφραστική κριτική που γίνεται από το φόρουμ Λεξιλογία, αλλά όχι βέβαια με συστηματικό χαρακτήρα, καθώς και από μερικά ιστολόγια, όπως το Gravity & the wind. Οι βιβλιοκριτικοί σπάνια ασχολούνται με τη μετάφραση του βιβλίου που κρίνουν, κι αν ασχοληθούν συνήθως γράφουν μια-δυο επαινετικές γενικότητες. Όταν βέβαια τύχει να ασχοληθούν εκτενώς, η κριτική τους σχεδόν πάντα θα είναι αρνητική, όπως αυτές που συνηθίζει ο Στάντης Αποστολίδης (και που ίσως του κόστισαν και μια μήνυση).

 

Αυτό που είπα, ότι αν τύχει κανείς να ασχοληθεί εκτενώς με μια μετάφραση κατά πάσα πιθανότητα η κριτική του θα είναι αρνητική, δεν θέλω να παρεξηγηθεί. Δεν το επικρίνω. Το θεωρώ, δυστυχώς, απόλυτα φυσικό. Για τη μετάφραση ισχύει σε μεγάλο βαθμό, αν και όχι απόλυτα, το διάσημο απόφθεγμα του Σάμουελ Τζόνσον για τη λεξικογραφία (Οι άλλοι συγγραφείς ελπίζουν στον έπαινο, ο λεξικογράφος πρέπει να είναι ευτυχής αν αποφύγει τον ψόγο –παραθέτω από μνήμης). Μια καλή μετάφραση φαίνεται. Όταν επικρίνεις μια κακή μετάφραση, έχεις χρέος να το αποδείξεις, να παραθέσεις όχι ένα αλλά πολλά αποσπάσματα που πάσχουν, να ανατρέξεις στο πρωτότυπο. Είναι ειδικές οι περιπτώσεις που χρειάζεται να πεις πολλά για να δείξεις πόσο καλή είναι μια μετάφραση. (Τα γαλάζια άνθη του Κενώ, σε υποδειγματική μετάφραση της Σεσίλ Ιγγλέση-Μαργέλλου θα άξιζαν παράθεση κάποιων χωρίων αντικριστά με το πρωτότυπο για να φανεί πόσο καλή δουλειά έκανε η μεταφράστρια. Αλλά και πάλι, τουλάχιστον για τους γαλλομαθείς, τα σχόλια θα περίττευαν· κάτι τέτοιο έκανε άλλωστε πρόσφατα στο ιστολόγιό του ο Γιάννης Χάρης, για να δείξει πόσο καλή ήταν μια ποιητική μετάφραση του Καρυωτάκη: παρέθεσε πλάι το γαλλικό πρωτότυπο, με ελάχιστα δικά του σχόλια. Αν ήθελε να δείξει πόσο κακή ήταν μια μετάφραση, θα έπρεπε να γράψει δεκαπλάσια!)

 

Πέρα όμως από τους επίσημους βιβλιοκριτικούς, υπάρχει μια άλλη κατηγορία κριτικών μετάφρασης, οι απαιτητικοί αναγνώστες. Κι όταν ο απαιτητικός αναγνώστης εξοργιστεί από μια μετάφραση, ιδίως αν ξέρει και την αντίστοιχη ξένη γλώσσα, είναι πολύ καλός κριτικός μετάφρασης. Αν τύχει λοιπόν και έχει πρόσβαση σε έντυπο ή δικό του ιστολόγιο ή ιστοσελίδες, γράφει. Και είναι αυτονόητο πως οι κριτικές του εξοργισμένου απαιτητικού αναγνώστη θα είναι όχι μόνο σφόδρα αρνητικές αλλά και αναλυτικές –και συνήθως, αν και όχι πάντα, εύστοχες.

 

Κριτική απαιτητικού αναγνώστη ήταν η προχτεσινή που δημοσιεύτηκε από τον Στάθη Σταυρόπουλο στην Ελευθεροτυπία της 21.11.2008. Ολόκληρη την κριτική του Στάθη μπορείτε να τη βρείτε εδώ[1].

 

Ο Στάθης Σταυρόπουλος, βέβαια, δεν είναι βιβλιοκριτικός ούτε κριτικός μετάφρασης. Είναι σκιτσογράφος και δημοσιογράφος με μεγάλη έφεση για τη γλώσσα (και με γλωσσικές απόψεις με τις οποίες συνήθως διαφωνώ και το έχω εκφράσει επανειλημμένα). Είναι επίσης απαιτητικός αναγνώστης και όπως φαίνεται καθαρά από την κριτική του, είχε αγαπήσει τα ιστορικά-αστυνομικά μυθιστορήματα τού John Maddox Roberts, με ήρωα τον Δέκιο Καικίλιο Μέτελλο, που όπως θα καταλάβατε εκτυλίσσονται στην αρχαία Ρώμη την εποχή της ύστερης δημοκρατίας (δηλαδή στον πρώτο αιώνα π.Χ.) Ο Στάθης απολάμβανε τις ιστορίες του Μέτελλου, καλομεταφρασμένες από τις εκδόσεις Περίπλους. Άλλαξε ο εκδότης[2], άλλαξε ο μεταφραστής, πήρε ο Στάθης να διαβάσει το ένατο βιβλίο της σειράς και δοκίμασε οδυνηρή έκπληξη από την απερίγραπτα κακή μετάφραση. Και επειδή είναι δημοσιογράφος, μπόρεσε και δημοσίευσε τη μάλλον εκτενή κριτική του στην εφημερίδα -και καλά έκανε.

 

Βέβαια, θα προσέξατε ότι η κριτική του Στάθη δεν ακολουθεί όλες τις προδιαγραφές: δεν αναφέρει καν τον ακριβή τίτλο του βιβλίου, που είναι «Η πριγκίπισσα και οι πειρατές», ούτε το όνομα του μεταφραστή, ίσως από μεγαλοψυχία. Επίσης είναι φανερό πως γράφτηκε από εξοργισμένο απαιτητικό αναγνώστη, ο οποίος όμως δεν είχε την ευκαιρία να ανατρέξει και στο πρωτότυπο. Φανερό είναι επίσης πως ο Στάθης έχει πολλές γνώσεις για την ιστορία της περιόδου εκείνης (σε αντίθεση με τον μεταφραστή, δυστυχώς).

 

Ψάχνοντας στο Διαδίκτυο, είδα πως υπάρχει και άλλη μία κριτική για την ίδια μετάφραση, επίσης αρνητική, της Κωνσταντίνας Καλλιντζή. Μπορείτε να τη δείτε εδώ, από το ιστολόγιο Κίνητρο και Ευκαιρία το οποίο, όπως υπαινίσσεται και ο τίτλος του, φαίνεται να ασχολείται με αστυνομικά μυθιστορήματα. Το ενδιαφέρον αυτής της κριτικής είναι ότι περιλαμβάνει και διάλογο με τον μεταφραστή. Γι’ αυτό θα πούμε παρακάτω, όμως.

 

Κριτική της κριτικής και του στραβού το δίκιο

Η κριτική του Στάθη, αν πάσχει κάπου, είναι ότι δεν έγινε με το πρωτότυπο αντικριστά. Έτσι, ενώ στα περισσότερα που επισημαίνει έχει δίκιο, υπάρχουν ένα-δυο σημεία στα οποία αδικεί τον μεταφραστή. Για παράδειγμα, ο Στάθης ψέγει τον μεταφραστή ότι χρησιμοποιεί το ανύπαρκτο Ιωσιφίδης το οποίο (λέει ο Στάθης) είναι το εξελληνισμένο ελληνικό Ιώσηπος. Δεν είναι. Όπως βρήκε ο Νίκος Λίγγρης, στο βιβλίο δεν υπάρχει Josephus (και πώς θα ήταν δυνατό να του προσθέσει ολόκληρο «ίδης» ο μεταφραστής;). Υπάρχει, σε τέσσερα σημεία, ένας (μάλλον φανταστικός) Malachi Josephides. Μαλαχίας Ιωσηφίδης, λοιπόν και, λέω εγώ, ίσως ο μεταφραστής να τον έγραψε Ιωσιφίδη προσπαθώντας να τον διαφοροποιήσει από το σημερινό επώνυμο.

 

Ένα άλλο όχι πολύ σαφές σημείο της κριτικής είναι εκεί όπου ο Στάθης μέμφεται τη φράση: «Ένας Νομοθέτης των Πληβείων επ' ονόματι Τρεμπόνιος καταράστηκε με φρικτό οιωνό τον Κράσσο» (δείτε το). Για τον οιωνό έχει δίκιο, όπως και για το Νομοθέτης, αλλά για το όνομα Τρεμπόνιος το πρωτότυπο λέει: A Tribune of the Plebs named Trebonius laid a terrible curse on Crassus... άρα: Ένας τριβούνος των πληβείων / Ένας δήμαρχος ονόματι Τρεβώνιος έριξε βαριά κατάρα στον Κράσσο... Το πολύ δηλαδή να επικρίνουμε τον μεταφραστή που το απέδωσε Τρεμπόνιος και όχι Τρεβώνιος όπως είναι στα ιστορικά συγγράμματα (πρόκειται για υπαρκτό πρόσωπο).

 

Αλλά αυτά είναι μια-δυο περιπτώσεις. Στα άλλα, δυστυχώς, ο Στάθης Σ. έχει δίκιο. Και λίγα λέει, διότι και στη δεύτερη κριτική, του ιστολογίου, επισημαίνονται μερικά ακόμα μαργαριτάρια ή φριχτά γλωσσικά λάθη (τα δόρυα σαν πληθυντικός αντί για δόρατα, η σωρός αντί για σορός, η κώμη αντί για κόμη), εφάμιλλα εκείνων που παραθέτει ο Στάθης. Και στοιχηματίζω πως αν πιάσω κι εγώ το βιβλίο στα χέρια μου, ακόμα και χωρίς αντιπαραβολή με το πρωτότυπο, θα βρω και καναδυοπεντέξι ακόμα σοβαρά λάθη. Διότι, άνθρωπος που γράφει «Φέρεστε υψηλόβαθμα, Στρατηγέ» (το πρωτότυπο: "You behave high-handedly, General,") υπόσχεται πολλά.

 

Όλα αυτά τα γράφω χωρίς να έχω δει το ελληνικό κείμενο, πράγμα που πολλαπλασιάζει τις πιθανότητες να πατήσω πεπονόφλουδα, αλλά για αντικειμενικούς λόγους δεν μπορώ να βρω το πρωτότυπο πριν περάσουν εβδομάδες κι έτσι ή θα γράψω τώρα ή καθόλου. Οπότε γράφω τώρα και όταν μπορέσω να επαληθεύσω, διορθώνω, αν χρειαστεί.

 

Το λέω αυτό επειδή δυσκολεύομαι να πιστέψω αυτό που γράφει ο Στάθης, ότι: Στη σελ. 61 ο μεταφραστής μας διαπιστώνει τον θάνατο «ενός αξιωματικού που σκοτώθηκε στην τουρκική πόλη Αράν», εξακόσια χρόνια πριν εμφανιστούν οι Τούρκοι στη Μικρασία! και που το επισημαίνει και στην κριτική της η Κωνσταντίνα Καλλιντζή στο ιστολόγιό της. Το πρωτότυπο λέει an officer slain at Carrhae. Αν η αναφορά σε «τουρκική πόλη» δεν είναι σε υποσημείωση, πρόκειται για εγκληματικό λάθος. Ας προσπαθήσουμε να αναπαραστήσουμε τη σκέψη του μεταφραστή. Βλέπει το όνομα αυτό, ανοίγει τη Βικιπαίδεια ή κάποιο άλλο βοήθημα, βλέπει πως η Carrhae βρίσκεται στη σημερινή Τουρκία και λέγεται Harran και γράφει τουρκική πόλη Αράν, διαπράττοντας έναν αναχρονισμό όχι έξι αλλά δέκα αιώνων! Τι κάνει ο καλός μεταφραστής; Ο καλός μεταφραστής, αν δεν το ξέρει ήδη, βάζει στο γκουγκλ «πόλη Carrhae» και βρίσκει πως στα αρχαία ελληνικά λεγόταν Κάρρες, και αυτό το όνομα βάζει στη μετάφρασή του. Βέβαια, ο καλός μεταφραστής, επειδή έχει παιδεία, κατά πάσα πιθανότητα ήδη ξέρει τη μοναδική ιστορία της αρχαίας αυτής πόλης που ήταν ένα από τα τελευταία προπύργια της παλιάς θρησκείας του δωδεκάθεου ακόμα και μετά την κατάκτησή της από τους άραβες, οπότε και πήρε με το όνομα Χαρράν ή έστω Χαράν. (Δηλαδή, ούτε το Αράν δεν είναι σωστό!) Αλλά κι αν δεν ξέρει το Χαράν, το μαθαίνει. Γιατί, αν δεν αντλείς ευχαρίστηση από το να γνωρίζεις καινούργιους κόσμους κάθε που μεταφράζεις ένα καινούργιο βιβλίο, τότε γιατί μεταφράζεις; Δεν είναι δα και τόσο πολλά τα λεφτά.

 

Οφείλει να είναι παντογνώστης ο μεταφραστής;

Στη συζήτηση στο ιστολόγιο Κίνητρο και Ευκαιρία, που έγινε περίπου δυο μήνες πριν από την κριτική του Στάθη Σταυρόπουλου, παρενέβη και ο ίδιος ο μεταφραστής. Παραθέτω εδώ τη βασική του τοποθέτηση γιατί, μέσα από την απελπισμένη προσπάθεια να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, αναδεικνύει ζητήματα μεταφραστικής δεοντολογίας.

 

Χαίρομαι ιδιαίτερα για την εποικοδομητική κριτική σας την οποία και σαφώς θα λάβω σοβαρά υπόψη στις μελλοντικές μου μεταφραστικές προσπάθειες. Ωστόσο, οφείλω να τονίσω πως αφενός η δουλειά μου προκύπτει αυτούσια χωρίς την χρήση μεταφραστικών προγραμμάτων, αφετέρου πως για τους όρους για τους οποίους κατηγορούμαι για την λάθος 'απόδωση' τους, ευθύνη φέρει ο επιμελητής. Ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση αγνοώ αν επιμελήθηκε οτιδήποτε. Ευελπιστώ πάντως πως οι κατανοητές ένεκα της εποχής απαιτήσεις σας δεν απαιτούν όπως οι μεταφραστές είναι κάποιου είδους παντογνώστες που γνωρίζουν γεωγραφία και ιστορία ώστε η πιστή αναπαράσταση που φαίνεται πως αναμένεται από το μεταφρασμένο κείμενο να σας ικανοποιούν. Αν δε η σχολαστικότητα σας οδηγεί σε αντανακλαστικές φορμαλιστικές κρίσεις που απαιτούν όπως η αναγνωστική σας εμπειρία εξαρτάται από την απολυταρχία του γράμματος και την τυπική σχέση κειμένου - δέκτη, χαίρομαι που η δουλειά μου δεν απευθύνεται σε εσάς.

Για λόγους προσωπικής ευθιξίας ωστόσο, οφείλω επίσης να απαξιώσω ως αν μη τι άλλο υπερφίαλους τους χαρακτηρισμούς περί πολυσυλλεκτικότητας, δυστυχώς οι εργασιακές ευκαιρίες στον χώρο της μετάφρασης δεν είναι πάντα της απόλυτης αρεσκείας μας, όσο και αυτούς περί αμάθειας ως σίγουρα επηρμένους. Η κακεντρέχεια πάντως δεν έλειψε από αυτόν τον τόπο. Όπως και οι φωτεινοί παντογνώστες που καταδυναστεύουν οποιαδήποτε δημιουργική προσπάθεια.

Με επιφυλακτική εκτίμηση,

 

Το μόνο που έκανα ήταν να υπογραμμίσω δυο-τρεις χαρακτηριστικές φράσεις. Δεν άλλαξα ούτε γιώτα από το αρχικό κείμενο, το παραθέτω ως έχει, μαζί με τα ορθογραφικά λάθη, τις ασυνταξίες και τα πομπώδη ελληνικά (όσο πιο λερωμένη η φωλιά, τόσο πιο μεγάλο το τουπέ, συχνό φαινόμενο). Στο ιστολόγιο όπου έγινε η συζήτηση μπορείτε να δείτε τη συνέχειά της. Η επιμονή του μεταφραστή ότι το «απόδωση» είναι σωστό (επειδή, λέει, παράγεται από το δίδωμι) με κάνει να συμπεράνω ότι ανήκει στην κατηγορία εκείνων που θεωρούν αμάρτημα να ανοίξουν λεξικό και που δεν παραδέχονται ποτέ πως έκαναν λάθος.

 

Λοιπόν, είναι παντογνώστης ο μεταφραστής; Πώς μπορεί ένας νέος σήμερα να γίνει τη μία εξπέρ στη ρωμαϊκή ιστορία, την άλλη να εμβαθύνει στη γεωγραφία, την τρίτη στη χημεία; Εδώ πρέπει να κάνουμε μια διάκριση, ανάμεσα στα συγγράμματα ειδικής ορολογίας και στα γενικού χαρακτήρα έργα (λογοτεχνικά ή άλλα) που τυχαίνει να έχουν και ειδική ορολογία. Ένα ιατρικό σύγγραμμα, μόνο μεταφραστής ειδικευμένος στην ιατρική μετάφραση πρέπει να το αναλαμβάνει. Όχι απαραίτητα γιατρός (η συνθήκη «ειδικός επιστήμονας» = καλός μεταφραστής δεν είναι ούτε ικανή ούτε αναγκαία), αλλά πάντως ειδικευμένος. Και είναι αυτονόητο πως ο καλός μεταφραστής δεν μπορεί να είναι ειδικευμένος σε δέκα, είκοσι τομείς!

 

Τι γίνεται όμως με τα γενικά έργα στα οποία τρυπώνει (παρεισφρέει αν είστε επιδειξιομανείς) ειδική ορολογία; Εκεί, ο μεταφραστής είναι υποχρεωμένος να ψάξει, να ρωτήσει, να μάθει. Δεν θέλω να κάνω τον «παλιό», αλλά όσοι μετάφραζαν προ Διαδικτύου ξέρουν καλά πως σήμερα «έχει γίνει η θάλασσα γιαούρτι», παναπεί η δουλειά του μεταφραστή, ειδικά σε σχέση με την έρευνα και αναζήτηση, είναι πολύ πιο εύκολη. Έδειξα πιο πάνω πώς, με δύο κλικ του ποντικιού, ένας ευσυνείδητος μεταφραστής θα μπορούσε να βρει πώς να αποδώσει το τοπωνύμιο Carrhae. Τον παλιό τον καιρό, θα έπρεπε να έχει πλούσια βιβλιοθήκη ή να ξημεροβραδιάζεται στις βιβλιοθήκες. Σήμερα, δεν υπάρχει δικαιολογία για τη μη έρευνα, αν και πρέπει να ξέρει κανείς (κι αυτό μόνο με την τριβή αποχτιέται) να κοσκινίζει τις περιττές ή τις λαθεμένες πληροφορίες.

 

Όπως γράφει και μια έμπειρη μεταφράστρια, απαντώντας στην εξωφρενική άποψη ότι δεν πρέπει να έχουμε από τον μεταφραστή απαιτήσεις να ξέρει τα πάντα: Ναι, ο μεταφραστής οφείλει, αν δεν ξέρει γεωγραφία, ιστορία, χημεία, οικονομικά, φυσική, μαθηματικά, ΝΑ ΨΑΧΝΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ! Αλλιώς, ας κάνει κάποια άλλη δουλειά. Η δουλειά του μεταφραστή απαιτεί σχολαστική έρευνα. Οι αναγνώστες μας βασίζονται σ' εμάς για να αποδώσουμε χωρίς λάθη το κείμενο του ξένου συγγραφέα. Δεν μας χρωστάνε τίποτα να εκνευρίζονται και να πετάνε στα σκουπίδια το βιβλίο, για το οποίο πλήρωσαν τα ωραία τους ευρώ. Ή αλλιώς, λέω εγώ, ας αναλάβει κάποιο άλλο βιβλίο.

 

Από τα γενικού χαρακτήρα βιβλία, παραδέχομαι πως τα ιστορικά μυθιστορήματα και οι αυτοβιογραφίες είναι από τα πιο δυσκολομετάφραστα είδη, διότι απαιτούν να εμβαθύνεις σε μια εποχή ή/και σε ένα τομέα (ανάλογα αν ο αυτοβιογραφούμενος ήταν μουσικός ή χημικός ή στρατιωτικός κτλ.). Μάλιστα οι αυτοβιογραφίες είναι ίσως χειρότερες, διότι περιέχουν ένα σωρό μικρολεπτομέρειες που τις κρίνει μεν αξιοσημείωτες ο συγγραφέας αλλά που έπειτα από μισόν αιώνα μπορεί να έχουν χαθεί στη λήθη, και που πρέπει να τις αποδώσεις σωστά. Και όπως όλοι ξέρουμε, τα κύρια ονόματα (ανθρώπων, τοπωνύμια, κτλ.) και οι τίτλοι έργων είναι οι πιο επικίνδυνες παγίδες για τον μεταφραστή. Εύκολα μπορείς να την πατήσεις και εξίσου εύκολα μπορεί να σε τσακώσει ο αναγνώστης, χωρίς να χρειάζεται το πρωτότυπο. Όταν βλέπει Τιγκρανοκέρτ, όπως στο ιστορικό μυθιστόρημα που κρίνουμε, καταλαβαίνει αμέσως πως είναι τα Τιγρανόκερτα.

 

Δεν θέλω να δώσω προσωπικό τόνο, θυμάμαι όμως πως όταν είχα μεταφράσει τα απομνημονεύματα του Σοστακόβιτς είχα αναλώσει πάρα πολύ χρόνο ερευνώντας πηγές, μόνο και μόνο για τα ονόματα άγνωστων ρώσων συνθετών και τίτλους έργων. Ρωσικά δεν ήξερα, οπότε χρειάστηκαν συνεντεύξεις, πολύωρες, για τη σωστή μεταγραφή όλων των ρωσικών ονομάτων. Και πάλι δεν απόφυγα την κοτσάνα, αλλά από τα δυτικά: τον Hindemith τον έγραψα Χίντεμιθ (και όχι Χίντεμιτ). Στην κριτική του στο Διαβάζω, θυμάμαι, ο Γ. Κεντρωτής επισήμανε μεν το λάθος αλλά παίνεψε την «κραταιά γνώση μουσικής». Γνώση που δεν είχα πριν καταπιαστώ και που έμεινε μετά στις μεταφραστικές αποσκευές μου. Και ξαναλέω, αν δεν αντλείς ευχαρίστηση από το να γνωρίζεις καινούργιους κόσμους κάθε που μεταφράζεις ένα καινούργιο βιβλίο, τότε γιατί μεταφράζεις;

 

Επίσης, ο μεταφραστής πρέπει να έχει, κι αυτό είναι το πιο δύσκολο, παιδεία και κοινή λογική. Καμιά φορά, οι δυο συγκλίνουν στην ίδια κατεύθυνση, οπότε η μία αναπληρώνει την άλλη. Η παιδεία θα πει στον μεταφραστή πως το Κολοσσαίο είναι ενάμισι αιώνα μεταγενέστερο από την εποχή στην οποία αναφέρεται το μυθιστόρημα, άρα δεν πρέπει να αποδώσει Κολοσσαίο το Circus, αλλά πρέπει να το πει Ιππόδρομο! Αν δεν το ξέρει, η κοινή λογική (και η αίσθηση του κινδύνου, θα λέγαμε) θα τον κάνει να ψάξει. Η αίσθηση του κινδύνου είναι μεγάλο προτέρημα. Αυτή θα απέτρεπε τον μεταφραστή μας από τους τρομερούς αναχρονισμούς που διέπραξε, όπως την τουρκική πόλη τον πρώτο αιώνα προ Χριστού (βλ. παραπάνω) ή τα κιλτ που φορούσαν οι Αιγύπτιοι (το πρωτότυπο λέει όντως Egyptians in linen kilts, αλλά στα ελληνικά κιλτ είναι μόνο η σκοτσέζικη ενδυμασία)!

 

Αναχρονισμοί

Ίσως το μεγαλύτερο αμάρτημα που βαρύνει τη μετάφραση να είναι ακριβώς οι κωμικοί αναχρονισμοί. Εντάξει, το ότι απέδωσε Γερουσιαστές τους Συγκλητικούς (η λέξη στο πρωτότυπο είναι ίδια, senators) είναι βέβαια φριχτός αναχρονισμός αλλά αν δεν ξέρεις από ιστορία και δεν έχεις γενικότερη παιδεία είναι επόμενο να την πατήσεις την πεπονόφλουδα, παρόλο που κάθε καλούτσικο λεξικό αναφέρει και την σημασία «συγκλητικός» με την ένδειξη «ιστ.» ή κάτι τέτοιο –αλλά είπαμε, οι άντρες δεν ανοίγουν λεξικά! Αλλά όλοι οι υπόλοιποι αναχρονισμοί, σε κάνουν να υποψιαστείς πως το κάνει επίτηδες. Δεν χωράει ο νούς πώς μπορεί να βάζει τουρκικές πόλεις τον πρώτο αιώνα προ Χριστού, κιλτ στην Αίγυπτο, σάουνες αντί για λουτρά! Ακόμα κι αν το πρωτότυπο λέει hold interviews, δεν θα «περάσεις από συνέντευξη» τους ναύτες στην ελληνιστική εποχή!

 

 

Πού είναι ο επιμελητής;

Όσο κι αν προκαλεί πολύ άσχημη εντύπωση η προσπάθεια μετάθεσης ευθυνών που κάνει στο ανεκδιήγητο κείμενό του παραπάνω ο μεταφραστής μας (για τη λάθος απόδοση όρων, ευθύνη φέρει ο επιμελητής, μας λέει) στην ουσία είναι σωστή σε αρκετά μεγάλο βαθμό. Είναι φανερό πως το βιβλίο που έφτασε στον αναγνώστη με δόρυα, προπραιτωριανούς, τουρκικές πόλεις και πεντηκότηρα, δεν το έχει δει επιμελητής· ή, αν το έχει δει, διότι αυτό μας λέει ο μεταφραστής, τότε ο επιμελητής δεν έκανε τη δουλειά του, πράγμα που πρέπει να προβληματίσει και τον εκδότη τού Intro. Όσο κι αν ένα κακομεταφρασμένο βιβλίο θα κουβαλάει πάντα κουσούρια, μακάρι να το επιμεληθεί κι ο άριστος των αρίστων, στην προκειμένη περίπτωση είναι σαφές πως επιμέλεια –άξια του ονόματός της– δεν έγινε.

 

Το όφελος;

Ποιο είναι το όφελος από μια κακή μετάφραση; Για τον εξοργισμένο αναγνώστη, το να γράψει την κριτική, χωρίς να τσιγκουνευτεί μάλιστα χαρακτηρισμούς, είναι μια καλή εκτόνωση. Για τον μελετητή της μετάφρασης, η ανατομία των λαθών έχει πολύ μεγάλη αξία. Για όσους είναι μεταφραστές, είτε αρχάριοι είτε έμπειροι (ποτέ δεν σταματάει να μαθαίνει κανείς), το όφελος μπορεί να είναι διπλό· αφενός διότι ίσως μαθαίνεις μερικά «κόλπα του σιναφιού» (tricks of the trade, που λένε οι Άγγλοι) και αφετέρου διότι βλέποντας πως υπάρχουν κάποιοι που έχουν την πετριά να επισημαίνουν τα μεταφραστικά ατοπήματα, ίσως παρακινείσαι να μην ενδώσεις στην προχειρότητα και την τσαπατσουλιά. Για τον ίδιο τον μεταφραστή που έσφαλε, μια αρνητική κριτική, εφόσον είναι βάσιμη, μπορεί να αποτελέσει πολύτιμη ευκαιρία να αντληθούν διδάγματα που εκατό υμνητικές κριτικές δεν τα προσφέρουν. Μια πολύ καλή μεταφράστρια, ύστερα από μια μετάφρασή της στην οποία έγινε (δικαίως) αρνητική κριτική, γράφει ότι ύστερα από την ψυχρολουσία έφτασε να αισθάνεται ευγνωμοσύνη για τις βάσιμες παρατηρήσεις που της έγιναν και κατέληξε στο δίδαγμα: Και για το bonjour ακόμη, όταν τα συμφραζόμενα γεννούν υποψίες, να ανοίγετε λεξικό.

 

Μακάρι κι ο μεταφραστής του Μάντοξ να αποβάλει την έπαρση που χαρακτηρίζει την απάντησή του παραπάνω και να διδαχτεί από όσα έγραψα. Γιατί ούτε εμείς έχουμε όρεξη να τραβάμε τα μαλλιά μας και να γράφουμε κατεβατά. Προτιμάμε να απολαμβάνουμε καλομεταφρασμένα κείμενα.

 

 



[1] Δεν δίνω το λινκ προς την πρωτότυπη δημοσίευση γιατί αυτή είχε καναδυό τυπογραφικά λαθάκια (π.χ. στην ονομασία του εκδοτικού οίκου) που τα διόρθωσα.

[2]  Για την ακρίβεια, νομίζω ότι έγινε κάτι σαν διάσπαση του παλιού εκδοτικού οίκου σε δύο, αλλά δεν είμαι ιδιαίτερα πληροφορημένος στα της πιάτσας.

 

 

 

Επιστροφή στις σελίδες για τη μετάφραση
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου




© 2008 Νίκος Σαραντάκος