Για μια μετάφραση...

 

Πριν από λίγο καιρό, προτείνοντας από τις σελίδες της «Βιβλιοθήκης» το μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Μίτσελ «Ο Ατλας του Ουρανού» είχα αποτολμήσει μια αρνητική παρατήρηση για τη μετάφραση του βιβλίου, την οποία υπέγραφε η Αρτεμις Λόη. Ηταν μονολεκτική, και ως εκ τούτου αφοριστική, ενδεχομένως υπερβολικά αυστηρή για τον μεταφραστικό άθλο τον οποίο επιτέλεσε η κυρία Λόη και τον οποίο κανένας δεν θα διανοούνταν να μην της αναγνωρίσει. Ωστόσο, δεν μιλούσα εκ του ασφαλούς. Μεταφράστρια και εγώ, γνωρίζω πολύ καλά τον μόχθο που προϋποθέτει η αναμέτρηση με το ξενόγλωσσο γραπτό, η σισσύφεια προσπάθεια να μεταφερθεί σε γλώσσα άλλην από εκείνη όπου ανακοινώθηκε η πνευματική ουσία ενός κειμένου. Και, επιπλέον, δεν ήμουν από εκείνους που τους χαρίστηκε η κριτική. Πριν από χρόνια, δέχτηκα εξοντωτικά πυρά για τη μετάφρασή μου του βιβλίου «Αξόδευτα πάθη» του Τζορτζ Στάινερ· και μολονότι, όπως ήταν φυσικό, τις πρώτες μέρες μετά τη δημοσίευση ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί, πολύ σύντομα κατάφερα να απομονώσω όσες παρατηρήσεις της κριτικού δεν ενστερνιζόμουν από εκείνες στις οποίες ορθά με επιτιμούσε, να αισθανθώ μάλιστα και ένα είδος ευγνωμοσύνης γι' αυτές τις τελευταίες. Εκτοτε, θέλω να πιστεύω πως αν δεν έγινα καλύτερη, έγινα οπωσδήποτε προσεκτικότερη. Τώρα πια, ακολουθώ την υπόδειξη που ο Τίτος Πατρίκιος δεν παύει να επαναλαμβάνει στους φοιτητές του στο Κέντρο Λογοτεχνικής Μετάφρασης: και για το bonjour ακόμη, όταν τα συμφραζόμενα μού γεννούν υποψίες, ανοίγω λεξικό.

Είμαι η τελευταία, λοιπόν, που θα ήθελα να αδικήσω το μεταφραστικό έργο μιας συναδέλφου· η τελευταία που θα καταπόντιζε με συνοπτικές διαδικασίες την πραγματικά κολοσσιαία δουλειά της. Επιπλέον, δεν είμαι λαθοθήρας· είναι αδύνατον σε ένα βιβλίο 860 (!) σελίδων, και μάλιστα τόσο ιδιότροπο, όσο ο «Ατλας του Ουρανού», να μην εμφιλοχωρήσουν κάποιες παρανοήσεις ή αβλεψίες. Μια μετάφραση ούτε τέλεια μπορεί να είναι ούτε τελειώνει ποτέ· σε κάθε αναθεώρηση, σε κάθε επάνοδο στο εν προόδω έργο του, ο μεταφραστής θα σκοντάψει σε σφάλματα που θα μπορούσε να είχε αποφύγει, σε λύσεις που δεν ήταν οι προσφορότερες. Μπορώ όμως να συζητήσω τις μεταφραστικές επιλογές· μπορώ να έχω κάποιες αντιρρήσεις για τους τρόπους με τους οποίους αποδόθηκε το ύφος του πρωτοτύπου - και αυτό όχι για να διασύρω μια μετάφραση που μόνον ο διασυρμός δεν της πρέπει, αλλά για να διατυπώσω έναν γενικότερο προβληματισμό πάνω στους τρόπους με τους οποίους «ποιούμε ύφος» στη γλώσσα μας.

Θα αρχίσω, λοιπόν, από το πρώτο κεφάλαιο, σελίδες από το ημερολόγιο του Αδάμ Γιούινγκ, ενός αποτυχημένου συμβολαιογράφου που βρίσκεται μεταξύ ιθαγενών κάπου στον Ειρηνικό. Η κ. Λόη επιλέγει μια μιξοκαθαρεύουσα, για να αποδώσει το ημι-εγγράμματο ύφος του ήρωα, αλλά τα λάθη με τα οποία τη χρεώνει δεν αναλογούν στις αδεξιότητες του πρωτοτύπου. Ενα ελάχιστο δείγμα: ο ημερολογιογράφος έχει «βυθισθεί σ' έναν γαλήνιο ύπνο υπό του νανουρίσματος των μυριάδων φωνών του πλοίου»· λίγες αράδες παρακάτω μια «μαυριδερή φιγούρα ανασύρεται» (και όχι αναδύεται), από ένα κουλουριασμένο καραβόσκοινο· το όνειρο της Καλιφόρνιας «ελκύει πάσης φύσεως ανθρώπων». Κάπου αλλού ο αφηγητής χάνει την ισορροπία του, κάνει μια μάταιη απόπειρα να την «επανακτήσει» και βλέπει «στερεό έδαφος να βάλλεται καταπάνω» του. Κάποιος πλοίαρχος πάσχει από «μια ιατρική ασθένεια», αλλά ένας φουκαράς «δεν χρήζει πλέον γιατρού»· μία νήσος «εσωκλείει» μια βαλτώδη λιμνοθάλασσα· οι ιθαγενείς πηγαινοέρχονται με τα κανό τους «εξ αμνημονεύτων χρόνων», στο πλοίο επικρατεί κακοφωνία «ποδοπατημάτων που πηγαινοέρχονταν στο κατάστρωμα». Και θα μπορούσα να συνεχίσω επί πολύ, αν ο χώρος που διαθέτω δεν ήταν τόσο περιορισμένος.

Επιφυλάσσομαι, λοιπόν, να επανέλθω την επόμενη εβδομάδα - μια και κάθε κεφάλαιο του βιβλίου είναι και μια καινούρια και δυσεπίλυτη άσκηση ύφους για τον μεταφραστή του. Για την ώρα, μία ακόμη γενική παρατήρηση: η ατυχία της μετάφρασης του «Ατλαντα» έγκειται αφ' ενός στην ανισότητά της, αφ' ετέρου, στην απουσία καλού επιμελητή (μαντεύω σωστά;). Θα ήταν άδικο να αποσιωπήσω με πόση απόλαυση -κυρίως για τη σπαρταριστή απόδοση στα ελληνικά του χιούμορ του πρωτοτύπου- διάβασα μερικές λαμπρές μεταφραστικές σελίδες από τα κεφάλαια που επιγράφονται «Τα πάθη του Τίμοθι Κάβεντις». Αλλά και με πόση δυσφορία είδα τους συνθέτες Ραλφ Βον Ουίλιαμς, Καμίλ Σεν-Σανς, Φρεντ Ντίλιους, Χένρι Πέρσελ να γίνονται Βόγκαν Ουίλιαμς, Σεντ-Σαένς, Ντέλιους, Πούρσελ και τον «σχεδόν Ελληνα» Λόρενς Ντάρελ, Ντούρελ.



ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

 

Επιστροφή
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου