ΛΟΓΟΥ ΧΑΡΙΝ

 

Για μια μετάφραση, 2

 

Ενώ αυτό το κείμενο περίμενε ήσυχα ήσυχα να δημοσιευτεί σαν δεύτερη συνέχεια στις πρώτες παρατηρήσεις μου για τη μετάφραση της Αρτεμης Λόη στον «Ατλαντα του Ουρανού» του Ντέιβιντ Μίτσελ, στο Διαδίκτυο κυκλοφορούσε η ενοχλημένη απάντηση της μεταφράστριας στις αρνητικές κριτικές που της έγιναν από τις σελίδες της «Βιβλιοθήκης», αλλά και από το «Βιβλιοδρόμιο» των «Νέων». Με επιχειρήματα αντλημένα από το οπλοστάσιο των γνωστών θεωριών συνωμοσίας που συχνά επιστρατεύονται όταν μια κριτική δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του κρινόμενου (ο κρίνων «δεν μπήκε καν στον κόπο να διαβάσει το βιβλίο», και γιατί να το πράξει άλλωστε «αφού αποτελεί κατεστημένο» (!), ο κρίνων επιφυλάσσει μόνο σε φίλους και γνωστούς τον λόγο τον καλό κ.λπ.) η μεταφράστρια συνθέτει την απολογία της σε υψηλούς αυτο-υπερασπιστικούς τόνους. Δικαίωμά της αναφαίρετο - μόνο που καλό θα ήταν να μην απαντά σε όσα εικάζει, αλλά σε όσα διαβάζει.

Ο χώρος με στενεύει, οι απαιτήσεις της επιχειρηματολογίας διεκδικούν λέξεις που δεν μου διατίθενται. Εν τάχει, λοιπόν: Ο «Ατλας του Ουρανού» είναι, πέραν πάσης άλλης ιδιομορφίας, ένα παιχνίδι με τα είδη, μια διακειμενική μπραβούρα, ένα συναρπαστικό bras-de fer με τους προγόνους. Μέσα στο κείμενο κρύβονται συνεχώς αναφορές σε προγενέστερα έργα· ο Μίτσελ κλείνει το μάτι στους ομοτέχνους του με εντυπωσιακή δεξιοτεχνία. Στα κεφάλαια που επιγράφονται «Η ομολογία της Σόνμι - 451», π.χ., ο συγγραφέας στήνει μια πολιτική-τεχνολογική δυστοπία που μας φέρνει στο νου τον Χάξλεϊ ή τον Οργουελ. Τα αγγλικά του είναι απλοποιημένα, συμπυκνωμένα, όπως είναι ήδη, για ορισμένα κοινωνικά στρώματα, τα σημερινά αγγλικά, και, όπως φαίνεται να προβλέπει ο Μίτσελ, και τα μελλοντικά· γράφει π.χ. nite, αντί για night, xecution αντί για execution, soporifix αντί soporifics. Η κ. Λόη, προσπαθώντας «να διατηρήσει τη λογική αυτή», καθώς σημειώνει στην επιστολή της, επέλεξε να απλοποιήσει τις διφθόγγους, «όλα τα αυ/ευ σε αβ/ αφ και αφ/ εφ αντίστοιχα (η ευγνωμοσύνη έγινε εβγνωμοσύνη, το ευχαριστώ εφχαριστώ κ.ο.κ.)». Ομως εδώ, η κ. Λόη, γλιστράει σε έναν ατυχέστατο αναχρονισμό· αντί να επιχειρήσει ένα φαντασιακό άλμα προς το μέλλον, κάνει βουτιά στο παρελθόν, κοντά διακόσια χρόνια πίσω, στον κύκλο του Βηλαρά και του Χριστόπουλου, που υπερασπίζονταν, όντας φανατικά δημοτικιστές, την απόλυτα φωνητική ορθογραφία. Ακόμη κι αν είναι αυτός ο δρόμος που θα πάρουν τα «ελληνικά του μέλλοντος» και όχι μια μετακύλιση προς κάποιο greeklish ιδίωμα, πιστεύω πως ένα «αντηχούν ανάλογο» του πρωτοτύπου δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί με μια τόσο εύκολη και προφανή λύση.

Μια ακόμη δυστοπία, ωστόσο, μας περιμένει και λίγο παρακάτω. Στο κεφάλαιο που επιγράφεται «Το πέρασμα της Σλούσα (...)» ο συγγραφέας επινοεί μια μετατεχνολογική κοινωνία, πρωτόγονη, άγρια, σκοτεινή, υφασμένη από ένστικτα που κοχλάζουν, στα απομεινάρια μιας πυρηνικής καταστροφής. Η γλώσσα εδώ θυμίζει φουσκωμένο χείμαρρο, που παρασύρει γραμματική και σύνταξη· αλλά στην αχαλίνωτη ροή της, έχει ρυθμό και μέτρο, φτάνει να διαβάζεται σχεδόν σαν ποίημα. Δεν συμβαίνει το ίδιο στην ελληνική της απόδοση. Η κ. Λόη επικαλείται τις συχνές συνομιλίες της με τους αλλόγλωσσους μεταφραστές και με τον ίδιο τον συγγραφέα, μέσω των οποίων διευκρινίστηκαν σημασίες και φωτίστηκαν ερμητικά χωρία· όμως, μολονότι μερικές «λεξιπλασίες» της υπήρξαν όντως εφευρετικές, εκείνο που πάσχει στη μετάφραση της είναι το «ήθος της ανταλλαγής». Η μουσικότητα του πρωτοτύπου εξαφανίστηκε στη μετάφραση· ο χείμαρρος έγινε ξεροπόταμο. Αυτό δεν είναι κάτι που μπορεί να εξηγηθεί αναλυτικά· όμως, μολονότι έχει να κάνει με το «αυτί» του αναγνώστη, πιστέψτε με, δεν είναι διόλου υποκειμενικό.

Φοβούμενη ότι η κ. Λόη δεν θα κατανοήσει τις ενστάσεις μου, τελειώνω με ένα ελάχιστο παράδειγμα. Πρωτότυπο: Most times we cudn't see her, times she was seen, the old crone with a stick, tho' Ι sumtimes seen her as a shimm' rin' girl. Μετάφραση: Τις πιότερες φορές δεν μποράγαμε να τη βλέπουμε, αλλ' όμως θα 'τανε φορές που τη βλέπαμε, με παλιά κορόνα και κοντάρι, κι εγώ πού και πού την έβλεπα σαν μια ηλιόλαμπρη κοπέλα. Προτεινόμενη εκδοχή: Τις πιο πολλές φορές, να την ιδούμε δεν μπορούσαμε· φορές φανερωνόταν, μπαμπόγρια με ραβδί, μ' όλο που εγώ, καμιά φορά, την έβλεπα σαν λαμπερό κορίτσι.

 

 

Επιστροφή
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου