Τα παλιά τεφτέρια - αντιδάνεια, δέκα χρόνια μετά

 

Σύμφωνα με την εύστοχη παροιμία, ο έμπορος όταν πεινάσει (ή όταν φτωχύνει) τα παλιά τεφτέρια πιάνει, και τα σκαλίζει μήπως και βρει εκεί τίποτε παλιά βερεσέδια, που τα είχε θεωρήσει αμελητέα τον καιρό των παχιών αγελάδων ή που τα είχε παραβλέψει. Κι εγώ τον έμπορο της παροιμίας πρόκειται να μιμηθώ, αλλά όχι τόσο επειδή έχω φτώχεια σε θέματα, όσο επειδή θα ήθελα να εκπληρώσω μιαν υπόσχεση, έστω και δέκα χρόνια μετά.  Εξηγούμαι: Πριν δέκα χρόνια, στις Σελίδες, το προηγούμενο περιοδικό του (τότε) Συλλόγου Ελλήνων Λουξεμβούργου, είχα δημοσιεύσει μερικά άρθρα για γλωσσικά θέματα. Το τελευταίο δημοσιευμένο άρθρο στο παλιό περιοδικό ήταν για τα αντιδάνεια και είχα τότε υποσχεθεί, επειδή το θέμα δεν εξαντλείται σε ένα σημείωμα, να συνεχίσω με δεύτερο. Όμως, επόμενο τεύχος τότε δεν υπήρξε· οπότε, κάλλιο αργά παρά ποτέ.

 

Αντιδάνειο έχουμε όταν μια λέξη που εισάγεται ως δάνειο στη γλώσσα μας, έλκει στην πραγματικότητα την καταγωγή από λέξη ελληνική που είχε πολύ παλαιότερα εισαχθεί ως δάνειο σε ξένη γλώσσα. Αυτές οι λέξεις οι ταξιδιάρικες, που ξαναγυρνούν πίσω στη γλώσσα μας, συχνά αλλαγμένες στη μορφή, σχεδόν αγνώριστες ύστερα από τις τόσες περιπέτειες που πέρασαν, είναι τα αντιδάνεια, φαινόμενο σαγηνευτικό της γλωσσολογίας. Στο σημείωμά μας αυτό θα δούμε λοιπόν μερικά παραδείγματα αυτής της παλιννόστησης των λέξεων. Κατά σύμπτωση, ένα μάλλον πολύ γνωστό παράδειγμα αντιδανείου είναι το τεφτέρι του τίτλου μας. Η αρχαία διφθέρα, που σήμαινε το κατεργασμένο δέρμα, πάνω στο οποίο έγραφαν τότε, πέρασε στα αραβικά και στα περσικά ως diftar από εκεί στα τουρκικά ως tefter και defter για να ξαναγυρίσει στη συνέχεια στα ελληνικά.

 

Το ταξίδι φέρνει αλλαγές και επεκτάσεις σημασίας: περνώντας στα περσικά, η λέξη έφτασε να σημαίνει ‘κατάστιχο, μητρώο’ κι έτσι στα ινδικά daftardar λεγόταν ο ληξίαρχος ή ο έφορος, ενώ στην δημόσια διοίκηση της αποικιακής Ινδίας ο dufterdar ήταν ο ντόπιος αξιωματούχος της υπηρεσίας εισοδήματος. Αλλά και στην οθωμανική αυτοκρατορία, defter ήταν το κτηματολόγιο και η απογραφή περιουσιών και δεφτερδάρης ήταν ο διοικητής επαρχίας και αργότερα κοτζάμ υπουργός οικονομικών· μόνο εδώ στα πάτρια εδάφη το τεφτέρι ξέπεσε και κατέληξε ελαφρώς λιγδιασμένο σε χέρια μπακάληδων, άντε το πολύ και σε καμιά καλλονή της γειτονιάς που το είχε για να γράφει τους Λευτέρηδες που την πολιορκούσαν· αν και, σήμερα, αμφιβάλλω κατά πόσον πολυχρησιμοποιείται, είτε ως λέξη, είτε ως αντικείμενο (νομίζω πως τώρα όλοι έχουν οργκανάιζερ -κι άλλο αντιδάνειο;). Και βέβαια αυτή τη μειωτική απόχρωση της σημασίας τους, δείνωση τη λένε θαρρώ οι γλωσσολόγοι, την έχουν αποκτήσει ένα σωρό δάνειες λέξεις, αρκεί βεβαίως να είναι ιταλικές ή τούρκικες, διότι αν είναι αγγλοαμερικάνικες τότε τις θεωρούμε πολύ σωστές και καθώς πρέπει και γκλαμουράτες, να μου επιτραπεί η έκφραση.

 

Αυτό το γκλαμουράτες το έγραψα και πήγα να το σβήσω αμέσως, αλλά το κράτησα διότι, δεν ξέρω αν είναι δόκιμη λέξη ελληνική, πάντως, όσο κι αν δεν της φαίνεται, έχει αδιάψευστα ελληνικά διαπιστευτήρια στην καταγωγή της. Μέσω Σκωτίας όμως. Και εξηγούμαι: τον Μεσαίωνα, όταν έλεγαν γραμματική εννοούσαν τη γραμματική τη λατινική, η οποία βεβαίως ήταν ακατανόητη για το πόπολο· έτσι, ο πολύς κόσμος έφτασε να θεωρεί τα βιβλία της γραμματικής ως κάτι ακατανόητο, πράγμα μόνο για μάγους. Έτσι, το γαλλικό grimoire, λαϊκή παραφθορά του grammaire, αρχικώς σήμαινε ‘βιβλίο γραμματικής’ και μετά βιβλίο με μαγικά σύμβολα που το χρησιμοποιούσαν οι μάγισσες, βιβλίο με ξόρκια. Ακριβώς στην ίδια σημασία πήρε στα αγγλικά, το gramarye, παραφθορά του grammar, που έδωσε με τη σειρά του το σκωτσέζικο glammar το οποίο σήμαινε ‘μαγεία’ και μετά ‘γοητεία’, και τη λέξη αυτή, ως glamour πλέον, την έκανε δημοφιλή με τα ρομαντικά του μυθιστορήματα ο σερ Γουώλτερ Σκοτ, για να περάσει πρόσφατα (αν θα μείνει δεν ξέρω) και στα ελληνικά, μεταξύ άλλων και με το θαυμάσιο ειρωνικό γκλαμουριά.

 

Πολλές αρχαίες ελληνικές λέξεις έχουν δώσει περισσότερες από μία αντιδάνειες λέξεις, ίσως όμως καμιά δεν είναι τόσο παραγωγική όσο η ταπεινή κάννακάννη) που σήμαινε το καλάμι. Τη λέξη την έχουμε ως τα σήμερα μαζί μας, ως κάννη στα όπλα αλλά και στα κανιά, τα καλάμια του ποδιού και κατά συνεκδοχή τα πόδια. Όμως πολύ περισσότερες και ποικίλες είναι οι παλιννοστήσεις της, που όλες ξεκίνησαν από το λατινικό canna, που πάλι καλάμι σήμαινε στην αρχή, και μετά ‘σωλήνας’. Έχουμε λοιπόν το κανάλι, από το λατινικό canalis < canna (άρα και τα διάφορα Τσάνελ μπορούν να διεκδικήσουν αρχαίες περγαμηνές;), έχουμε την κανάτα (λατιν. cannata, κυλινδρικό δοχείο), έχουμε την κάνουλα (λατιν. cannula, υποκοριστικό του canna), έχουμε την κανέλα, αφού ο ξεραμένος φλοιός της μοιάζει με σωληνάκι, και στην ίδια εικόνα, του κυλίνδρου ή του σωλήνα δηλαδή, έχουμε το κανελόνι, πιο μεγάλο σωλήνα τώρα, για να καταλήξουμε στο κανόνι, από το ιταλικό cannone που είναι μεγενθυτικό του canna.

 

Κανόνι υπάρχει κι ένα άλλο, μικρό και τερπνό, και εννοώ το κανονάκι, το λαϊκό μουσικό όργανο, που κι αυτό αντιδάνειο είναι, όχι όμως από τη Δύση αλλά από την Ανατολή. Το αρχαίο κανών (και αυτό παράγωγο της κάννας!) που σήμαινε μεταξύ άλλων ένα μουσικό όργανο, το πήραν οι άραβες ως qanun, λέξη που μέχρι σήμερα δηλώνει το συγκεκριμένο μουσικό όργανο, και μετά οι τούρκοι ως kanun. Από εκεί το μεσαιωνικό κανόνιον, κι όταν έφτασε από τη Δύση το άλλο το κανόνι, το φονικό, το μουσικό κανόνι υποχώρησε κι έγινε κανονάκι, επειδή η γλώσσα δύσκολα ανέχεται ομόηχες λέξεις με τόσο διαφορετική σημασία (αυτό λέγεται φαινόμενο της προφύλαξης, θαρρώ).

 

Η εκπληκτική σύμπτωση είναι ότι το σαντούρι, που είναι ως όργανο παρεμφερές με το κανονάκι, είναι κι αυτό αντιδάνειο. Τα λεξικά θα σας πουν απλώς ότι η λέξη ετυμολογείται από το τουρκικό santur, αλλά ο Γουσταύος Μέγιερ το είχε πει από το 1890 και είχε δίκιο, ότι το τουρκικό και το αραβικό santir προέρχονται από το αρχαίο ελληνικό ψαλτήριον. Άλλωστε η ομοιότητα ανάμεσα στο σαντούρι, το σημερινό ψαλτήρι και το κανονάκι είναι εύγλωττη, όλα είναι νυκτά όργανα, παραλληλόγραμμα ή τραπεζοειδή, με ξύλινο ηχείο και χορδές. Βέβαια, εμάς σήμερα μάς μπερδεύει η κατ’ εξοχήν σημασία την οποία έχει πάρει η λέξη ψαλτήρι στην εκκλησία, όπως άλλωστε και ο ψαλμός και το ρήμα ψάλλω. Αλλά στα προχριστιανικά ελληνικά ψάλλω σήμαινε αρχικώς ‘τραβάω τις χορδές οργάνου ή τόξου’ και το ψαλτήριο ήταν ένα έγχορδο όργανο σαν μικρή άρπα. Όταν οι Πτολεμαίοι ανέθεσαν τη μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στους Εβδομήκοντα, το εβραϊκό νεμπέλ, ένα είδος λύρας, το απέδωσαν ψαλτήριο, και το μιζμόρ, λέξη που βρισκόταν στην επικεφαλίδα πολλών ύμνων του Δαβίδ το απέδωσαν ‘ψαλμός’. Έτσι ψαλτήριο ονομάστηκε και το Βιβλίο των Ψαλμών που τόσο καίρια θέση έχει στη χριστιανική λειτουργία και έτσι άλλαξε πια τελεσίδικα σημασία και το ρήμα ψάλλω.

 

Ακόμα και ονόματα πραγμάτων που φαίνονται εντελώς ξένα μπορεί να αποδειχτεί ότι είναι αντιδάνεια και ότι έχουν αρχή ελληνική. Για παράδειγμα, η γόνδολα είναι το σήμα κατατεθέν της Βενετίας, κι όμως είναι αντιδάνειο. Για την αρχή, ας πάμε στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο, που σαν καλός πατέρας που ήταν έγραψε «προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν» μια πραγματεία για το πώς πρέπει να διοικείται η αυτοκρατορία. Γράφει λοιπόν ότι «η βαπτισμένη Χρωβατία εκβάλλει καβαλλαρικόν έως των Ξ χιλιάδων, πεζικόν δε έως χιλιάδων Ρ και σαγήνας μέχρι των Π και κονδούρας μέχρι των Ρ». Χρωβατία βέβαια η Κροατία, που μπορούσε να δώσει στον αυτοκρατορικό στρατό έως 100 κοντούρες, που όπως διαβάζουμε παρακάτω χωρούσαν 10-20 άντρες μέσα. Αυτό λοιπόν το μικρό σκάφος με την κοντή ουρά που περιέπλεε τις ακτές της Δαλματίας για το παράκτιο εμπόριο, έδωσε το λατινικό condura και από εκεί το βενετσιάνικο gondula -και από εκεί το gondola που βέβαια έχει πια κομψό σχήμα και όχι κοντή ουρά και γενικώς ελάχιστα θα μοιάζει με το πρωτόγονο δαλματικό σκαφίδι.

 

Και για να μείνουμε σε μεσογειακό και ναυτικό περιβάλλον, ας δούμε μια άλλη λέξη, που φαίνεται ακραιφνώς και αδιαταράκτως ελληνική, όμως στην πραγματικότητα είναι προϊόν δοσοληψίας, γλωσσικής φυσικά, με άλλες γλώσσες. Εννοώ τη λέξη αρχιπέλαγος. Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, η λέξη δεν απαντά σε κανένα αρχαίο ή μεταγενέστερο ελληνικό κείμενο έως τον 15ο αιώνα. Και, όσο κι αν σήμερα όλοι γνωρίζουμε από την γεωγραφία πολλά αρχιπελάγη τεράστια σε έκταση, μέχρι πριν από λίγους αιώνες το μόνο σύμπλεγμα νησιών που ονομαζόταν έτσι ήταν το Αιγαίο πέλαγος! Οι Φράγκοι το είπαν Egeopelago, αλλά άφθονοι ήταν οι παρεφθαρμένοι τύποι όπως anzopelago, lazopelago, και τελικά arcipelago (1356). Φαίνεται λοιπόν πολύ πιθανό ότι ο τύπος arcipelago προήλθε από παραφθορά του egeopelago υπό την επίδραση των πολλών ελληνικών λέξεων από αρχι- που δήλωναν μεγάλο μέγεθος. Η ιταλική λέξη πέρασε στις άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες, εξακολουθώντας να σημαίνει αποκλειστικά το Αιγαίο πέλαγος. Στα αγγλικά μάλιστα, πέρα από τον επίσημο τύπο archipelago, υπήρχε τον 17ο αιώνα και μια εξαγγλισμένη μορφή, Arch-sea (κατά λέξη "αρχι-θάλασσα"!) που σήμαινε το Αιγαίο, η οποία στη ναυτική γλώσσα είχε μετατραπεί σε Arches. Έτσι σε κείμενο του 1626 διαβάζουμε: "An island near Paros, in the Arches". Και επειδή το χαρακτηριστικό του Αιγαίου είναι ο μεγάλος αριθμός νησιών, σιγά-σιγά η διεθνής πια λέξη μετακινήθηκε στη σημερινή σημασία της, της θαλάσσιας περιοχής όπου υπάρχουν πολλά νησιά. Έτσι, έστω κι αν τα άλλα αρχιπελάγη της Ασίας και του Ειρηνικού είναι πολύ μεγαλύτερα, μπορούμε να περηφανευόμαστε πως το δικό μας το αρχιπέλαγος, το Αιγαίο, δεν είναι μόνο το ωραιότερο, αλλά είναι και το ορίτζιναλ, το γνήσιο βρε αδερφέ!

 

Όμως ο χώρος που μου παραχωρήθηκε τελειώνει και διαπιστώνω ότι ούτε κατά διάνοια δεν έχω εξαντλήσει το θέμα μου. Ανανεώνω την υπόσχεση λοιπόν (ή μήπως είναι απειλή;) να ξαναγυρίσω στα αντιδάνεια, εννοείται πριν περάσουν άλλα δέκα χρόνια!