Μην ομιλείτε εις τον θιγών

 

Διαβάζω στην Ελευθεροτυπία υποτιθέμενη συζήτηση μεταξύ της Ντόρας Μπακογιάννη και συνεργατών της για το θέμα των αγωγών που άσκησε εναντίον του Αλέξη Τσίπρα και του Γιώργου Παπανδρέου ο επιχειρηματίας Βγενόπουλος. Λέω «υποτιθέμενη» γιατί αυτές οι κατ’ ιδίαν συζητήσεις ποτέ δεν μεταφέρονται με ακρίβεια –τουλάχιστον έτσι συμπεραίνω από το αθλητικό ρεπορτάζ, όπου οι κατ’ ιδίαν συζητήσεις από τα αποδυτήρια που δημοσιεύονται στις εφημερίδες, είναι γεμάτες καθαρευουσιανιές, ρητορικά σχήματα, καλολογικά στοιχεία, τύφλα να’ χουν οι αγορεύσεις της Βουλής. Αλλά πλατειάζω.

 

Διαβάζω λοιπόν ότι η κυρία Μπακογιάννη άφησε να εννοηθεί ότι με τις αγωγές αυτές «κατά κάποιον τρόπο «ηρωοποιείται» ο θιγών».

 

Πώς είπατε; Ο θιγών; Όπως λέμε, ας πούμε, ο πωλών τοις μετρητοίς; Ποιανού ρήματος μετοχή είναι δαύτο; του θίγω δεν είναι, πάντως. Αφού σας ζαλίζουν οι μετοχές, κύριοι δημοσιόγραφοι (στην προπαραλήγουσα είναι πιο βαθύ) γιατί τις χρησιμοποιείτε; Ελληνικά δεν μπορείτε να το πείτε; Ο θιγόμενος; Αυτός που θίγεται; Ήταν ανάγκη να επιστρατεύσετε τα… αρχαία περσικά; (Το αστείο είναι, ότι στα αρχαία υπάρχει μετοχή θιγών, του ενεργητικού β' αόριστου του ρήματος θιγγάνω -αυτό με τους αθίγγανους. Αρα, ο θιγών, αφού η γλώσσα μας είναι μία και τρισχιλιετής, είναι αυτός που άγγιξε!)

 

Αφήνω δηλαδή που και το ‘θιγόμενος’ θα ήταν, επί της ουσίας, ατυχής επιλογή ρήματος –διότι όταν κάποιος κάνει, όπως στην προκείμενη περίπτωση, αγωγή για δυσφήμηση, ποιος είναι ο θιγόμενος; Αυτός που κάνει την αγωγή (ο ενάγων, θαρρώ λέγεται) ή αυτός που την υφίσταται (ο εναγόμενος, αν θυμάμαι καλά); Ή μήπως ο κατεξοχήν θιγόμενος είναι ο αναγνώστης;

 

Ωστόσο, πέρα από το γέλιο, είχε κι ένα άλλο καλό το αρθράκι, ότι θυμηθήκαμε τον Μποστ –που αν ζούσε θα έτριβε τα μάτια του βλέποντας πόσοι έχουν υιοθετήσει το ιδίωμά του… αλλά στα σοβαρά. Να πω ότι ήτο θρίαμβος; Θα είναι λήγων, λέει κάπου στην «Αληλογραφεία με τον Κόστα». Κι ένα ωραίο ποίημα του Μποστ, γεμάτο μετοχές, που το αφιερώνω εξαιρετικά στα παιδιά της Καλύβας Ψηλά στα Βουνά, του εξαιρετικού ιστολογίου του Πάνου Ζέρβα, όπου εκεί διάβασα το μαργαριτάρι. Το ποίημα έχει και μια κάποια επικαιρότητα, διότι ομιλεί η μαμά Ελλάς, αποχαιρετώντας τον Γερμανό επενδυτή που αναχωρεί με την τσάντα γεμάτη μάρκα, χωρίς δυστυχώς να την ανοίξει:

 

Σφίγγον εσύ τα μάρκα σου, σφίγγων εγώ την ζώνη

σου εύχομε τετράπαχος να φθάσης εις την Βόνη.

Πλήρης πάχους, πλήρης λίπους, ήτο φυσικόν λοιπόν

που με πότισες φαρμάκον κε με γέμισες λυπών.

Κλέον, δακρίζον και πονών φριχτός αναστενάζων

λέγο στο αρεόπλανον τον ουρανόν κυτάζων.

Είνε ματέα η ζωή, γεμάτη ματεότητας

πτέο εγό που από χονδρόν περίμενα λεπτότητας.

 

 

 

 

           




Επιστροφή στο Κοτσανολόγιο