Τράπεζες και τάλιρα, δράμια και δραχμές

 

Μια από τις επίκαιρες λέξεις, εδώ και αρκετούς μήνες, είναι αναμφίβολα η τράπεζα, αφού σε όλο τον κόσμο οι τραπεζίτες ζήτησαν και πήραν απίστευτα ποσά, που ψηλώνει ο νους σαν κάθεσαι να τα λογαριάσεις. Ας δούμε λοιπόν την ιστορία της λέξης. Η λέξη τράπεζα ήταν στα αρχαία τετράπεζα, από τα τέσσερα πόδια που έχει το τραπέζι, αλλά η πρώτη συλλαβή σίγησε κι έπεσε. Αυτό το φαινόμενο λέγεται "απλολογία", κι όταν έχει συμβεί πριν από καμιά τριανταριά αιώνες το θεωρούμε ιερό και μεγαλειώδες, αλλά όταν γίνεται μπροστά στα μάτια μας και ακούμε κάποιον πιτσιρικά να λέει "περιβαντολόγος" μας φαίνεται ένδειξη έσχατης γλωσσικής παρακμής.

Τέλος πάντων, τράπεζα ήταν το τραπέζι, και από την ειδική σημασία του τραπεζιού του αργυραμοιβού, του σαράφη, η λέξη τράπεζα πήρε τη σημασία του πιστωτικού ιδρύματος, ήδη από τα αρχαία. Ωστόσο, η λέξη δεν πέρασε στις άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες: όταν ο Εγγλέζος λέει trapezist δεν εννοεί τον τραπεζίτη, αλλά ένα είδος ακροβάτη. Είδος ακροβάτη είναι και ο σαλτιμπάγκος και, κατά σύμπτωση, η λέξη που χρησιμοποιούν οι περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες για την τράπεζα, bank δηλαδή στα αγγλικά, ετυμολογείται όπως κι ο σαλτιμπάγκος από την παλιά ιταλική banca, που ήταν επίσης το τραπέζι του αργυραμοιβού, και είναι απώτερης γερμανικής αρχής. Αυτή η μπάνκα ήρθε και στα μέρη μας, κι έναν καιρό τα χαρτονομίσματα (τραπεζογραμμάτια) τα λέγαμε μπανκανότες και τον τραπεζίτη μπανκέρη, αλλά τώρα οι δάνειες λέξεις υποχώρησαν, όπως συμβαίνει πάντα σε όρους με θεσμική, ας πούμε, χρήση, κι έτσι η μπάνκα σήμερα διατηρείται μόνο στη χαρτοπαιξία.

Στην τράπεζα βεβαίως καταθέτουμε ευρώ. Το ευρώ έκλεισε δέκα χρόνια ζωής τις προάλλες, αλλά από γλωσσική σκοπιά η αλλαγή του νομίσματος προκάλεσε θλίψη, αφού τα παλιά ονόματα των νομισμάτων είχαν συσσωρεύσει γλωσσική ιστορία αιώνων, ενώ τώρα το ευρώ είναι άγραφη πλάκα -- και πώς θα πεις τέρμα τα δίφραγκα ή τον ξέρω σαν κάλπικη δεκάρα; Τέρμα τα δίευρα; Πάντως το πεντάευρο πολλοί επιμένουν να το λένε τάλιρο. Αυτό το τάλιρο κάποιοι ελληνοκεντριστές (ή ελληνοβαρεμένοι, οι όροι είναι σχεδόν συνώνυμοι) διαδίδουν πως είναι ελληνικής αρχής, από τον τάλαρο, ομηρική λέξη για το καλάθι. Η ομηρική λέξη υπάρχει, και μάλιστα επιβιώνει σε διαλεκτικές μορφές και σήμερα (ταλάρια στην Ήπειρο και στην Κύπρο) αλλά δεν έχει καμιά σχέση με το τάλιρο, το οποίο είναι ξαδερφάκι του δολαρίου μέσω Βοημίας.

Εξηγούμαι: Tal στα γερμανικά είναι η κοιλάδα. Λοιπόν, στην κοιλάδα του Αγίου Ιωακείμ, που σήμερα βρίσκεται στην Τσεχία και λέγεται Jachymov, αλλά στη γερμανοκρατούμενη Βοημία λεγόταν Joachimsthal με την τότε ορθογραφία, υπήρχε ασήμι, από το οποίο έκοψαν το 1519 ωραία αστραφτερά ασημένια νομίσματα, που τα είπαν, όχι με πολλή φαντασία είναι η αλήθεια, Joachimsthaler. Τα νομίσματα αυτά είχαν, ως φαίνεται, μεγάλο σουξέ, και η συγκεκομμένη λέξη thaler περνάει στις άλλες γερμανικές διαλέκτους, και κατηφορίζει ως την Ιταλία, ως tállero, από την οποία την πήραμε κι εμείς, τάλιρο. Ταυτόχρονα, από το ολλανδικό daler το πήραν οι Εγγλέζοι ως dollar και μετά το λάθος του Κολόμβου η λέξη πέρασε απέναντι, όπου δήλωνε το ισπανικό ασημένιο πέσο που ήταν ευρύτατα διαδεδομένο. Μετά τη νίκη της Αμερικάνικης Επανάστασης, το 1785 το δολάριο καθιερώθηκε ως όνομα του νομίσματος του νεαρού κράτους, ύστερα από πρόταση του Τόμας Τζέφερσον, επειδή ήταν όνομα γνωστό και όχι βρετανικό.

Κι ενώ η δραχμή καταργήθηκε στη χώρα που τη γέννησε, εξακολουθεί να ζει και να βασιλεύει στον αραβικό κόσμο -- κι αν όχι ακριβώς η ίδια, τότε τα εγγονάκια της: μιλάω για το ντιρχάμ (dirham), που είναι η βασική νομισματική μονάδα στο Μαρόκο και στα Αραβικά Εμιράτα, ενώ ως υποδιαίρεση του δηναρίου (dinar) υπάρχει επίσης στη Λιβύη, την Τυνησία και το Κουβέιτ, καθώς και ως υποδιαίρεση του ριάλ στο Κατάρ που θέλει ν' αγοράσει, για πέντε ριάλια, την Ολυμπιακή. Και βέβαια το ντιρχάμ είναι δάνειο από τη δραχμή, και όχι πρόσφατο: το έτος 75 Εγίρας (695 της χρονολογίας μας) κόπηκαν τα πρώτα ντιρχάμ, που ήταν πάντοτε ασημένια νομίσματα, ενώ τα δηνάρια ήταν χρυσά. Η απόσταση είναι μικρή από το νόμισμα στο μέτρο βάρους· από το ασημένιο νόμισμα ντιρχάμ ή το περσικό ντιράμ, που οι λεβαντίνοι το πρόφερναν ντραμ, φτάνουμε, σωστά το καταλάβατε, στο δράμι, που ήταν επίσημο μέτρο βάρους στην Ελλάδα ως υποδιαίρεση της οκάς έως την 1η Ιουλίου 1959 που καταργήθηκε. Το δράμι αντιστοιχούσε σε 3,2 γραμμάρια και η οκά είχε 400 δράμια, εξού και η παροιμιακή φράση Τα έχει τετρακόσια, δηλαδή είναι πανέξυπνος και μαζί προσεχτικός, δεν "χάνει". Εν προκειμένω, τετρακόσια τα έχουν οι τράπεζες όλου του δυτικού κόσμου, που τα έκαναν μούσκεμα και τώρα μας έπεισαν ότι πρέπει να τις πληρώσουμε για να ξελασπώσουν και να μας δανείζουν με τοκογλυφικά επιτόκια. Μονά ζυγά δικά τους, δηλαδή, και μετά απορούν γιατί τούς σπάνε τις τζαμαρίες.

 

Δημοσιεύτηκε στην Αυγή την Κυριακή 1.2.2009

 

 

Επιστροφή στις ιστορίες λέξεων
Επιστροφή στα Γλωσσικά
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου



© 2009 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu