Τρία είδη υπερβολικά αυστηρής κριτικής: η καλόπιστη, η κακόπιστη και η ζηλιάρα

 

Αν διαβάσατε άλλα σημειώματά μου σ' αυτές τις σελίδες, θα έχετε καταλάβει ότι με απασχολεί το μεταφραστικό λάθος και η κριτική των μεταφράσεων. Και ώρες-ώρες παρατηρώ το εξής παράδοξο: ενώ ολόγυρά μας γίνεται κυριολεκτικά χαμός από κωμικοτραγικά μεταφραστικά μαργαριτάρια, και ενώ κυκλοφορούν τραγικά κακές μεταφράσεις (και μάλιστα σοβαρών έργων) χωρίς να το αναφέρει κανείς, βλέπουμε πότε-πότε να επικρίνονται μεταφράσεις καλές, για σφάλματα επουσιώδη ή ανύπαρκτα. Αυτό βέβαια είναι οξύμωρο, επειδή όταν γύρω σου γίνονται ληστείες μετά φόνου πάει πολύ να εξαντλείς την αυστηρότητά σου σε όσους παρκάρισαν παράνομα (ιδίως αν έχουν παρκάρει νόμιμα).

 

Το πρώτο είδος της υπερβολικά αυστηρής κριτικής μιας μετάφρασης το ονομάζω καλόπιστο, επειδή γίνεται χωρίς πρόθεση να μειώσει τη δουλειά του μεταφραστή, από αγάπη για τη λογοτεχνία και για το συγκεκριμένο βιβλίο ή τον συγγραφέα του, και ενδεχομένως από υπερβολικά υψηλές απαιτήσεις. Συχνά, ο καλόπιστος υπερβολικός κριτής έχει διαβάσει το βιβλίο στο πρωτότυπο, και όταν πέφτει στα χέρια του η ελληνική μετάφραση αναπόφευκτα επισημαίνει αποδόσεις που εκείνος θα τις προτιμούσε αλλιώς –και (κακώς) τις θεωρεί λανθασμένες. Πρόσφατα, μου έτυχε ένα τέτοιο παράδειγμα καλόπιστης κριτικής, που το αφηγούμαι εδώ, στο επεισόδιο των βιβλιόφιλων φοιτητών.

 

Το λάθος του καλόπιστου είναι πως δεν βλέπει ότι μια πρόταση μπορεί να έχει πολλές διαφορετικές αλλά εξίσου αποδεκτές αποδόσεις. (Πάνω σ' αυτό: αξίζει να αντιπαραβάλει κανείς πολλαπλές μεταφράσεις του ίδιου, συνήθως κλασικού, κειμένου, για να δει ότι υπάρχουν πολλοί δρόμοι που οδηγούν σε εξαίσιο αποτέλεσμα). Επίσης, δεν παίρνει υπόψη του το γενικότερο επίπεδο των μεταφράσεων· όταν οι βιβλιόφιλοι φοιτητές επισημαίνουν για παράδειγμα λάθους μια παρωνυχίδα (και αν), τότε τα άλλα εγκληματικά λάθη σαν να αθωώνονται.

 

Ωστόσο, αν η καλόπιστη αλλά υπερβολική κριτική είναι απόλυτα συγγνωστό ψεγάδι, καθόλου δεν μπορώ να πω το ίδιο για την κακόπιστη. Κακόπιστη εννοώ την κριτική μιας μετάφρασης που είναι εσκεμμένα αμείλικτη επειδή σκοπός της δεν είναι να διορθώσει λάθη αλλά να μειώσει τον μεταφραστή ή τον εκδότη του βιβλίου ή να αποδείξει ντε και καλά ότι το κείμενο ήταν απαράδεκτο και χρειαζόταν αναθεώρηση. Αυτή η τελευταία είναι ίσως η λιγότερο καταδικαστέα παραλλαγή, αφού τουλάχιστον υπαγορεύεται από το ένστικτο αυτοσυντήρησης του αναθεωρητή. Θέλω να πω, αναθέτουν σε κάποιον να αναθεωρήσει μια μετάφραση, κι αυτός για να μη δείξει ότι τζάμπα πήρε τα λεφτά του διορθώνει πολύ περισσότερα απ' όσα θα έπρεπε. Ωστόσο, αν και τα κίνητρα είναι συγκριτικά αθώα, οι συνέπειες για τον κρινόμενο μεταφραστή μπορεί να είναι βαριές· ακραίο παράδειγμα τέτοιας υπερβολικής και κακόπιστης κριτικής, το επεισόδιο της ανύπαρκτης οδαλίσκης, όπου μια αρχάρια μεταφράστρια αναλαμβάνει να αναθεωρήσει την εργασία έμπειρης υποτιτλίστριας και για να δικαιολογήσει την ύπαρξή της όλα τα σφάζει, όλα τα μαχαιρώνει. Βέβαια, κάνοντάς το αυτό αποδεικνύει πόσο αστοιχείωτη είναι, αφού ούτε τη λέξη οδαλίσκη δεν ξέρει! Αλλά (και εδώ είναι ο κόμπος) επειδή ο πελάτης, η εταιρεία που ανέθεσε την κρίση, δεν γνώριζε ελληνικά, η υποτιτλίστρια χρειάστηκε να φτύσει αίμα για να βρει το δίκιο της, όσο κι αν ήταν βουνό. Τελικά το βρήκε, αλλά άλλοι δεν θα είναι τόσο τυχεροί, έστω κι αν έχουν να κάνουν μόνο με ελληνόφωνους συνομιλητές.

 

Τρίτη περίπτωση είναι η ζηλιάρα κριτική. Θέλω να πω, έχεις σκοπό εσύ να μεταφράσεις ένα βιβλίο, και το αναθέτουν σε άλλον· ή, ανεξάρτητα από εσένα, σε προλαβαίνει ένας άλλος. Το βιβλίο το έχεις δουλέψει, το ξέρεις απέξω. Είναι πολύ εύκολο να βρεις χίλιες δυο περιπτώσεις όπου ο μεταφραστής προτίμησε διαφορετική απόδοση από αυτήν που εσύ θα προτιμούσες, και η ζήλια σε κάνει να διογκώνεις τις διαφορές και να βλέπεις λάθη παντού. Η ζηλιάρα αναθεώρηση έχει στοιχεία και από την καλόπιστη και από την κακόπιστη· και δεν αποκλείεται το κρινόμενο κείμενο να έχει τα χάλια του, αλλά ο ζηλιάρης βλέπει χάλια κι εκεί που δεν υπάρχουν. Δεν έχω να παραθέσω εδώ παράδειγμα ζηλιάρας κριτικής, θυμάμαι όμως χαρακτηριστικά έναν μνημειώδη καβγά σε λογοτεχνικό περιοδικό στις αρχές της δεκαετίας του 1980, για τη μετάφραση ενός κλασικού έργου της αμερικανικής λογοτεχνίας. Σε πολλά σημεία ο επικριτής είχε δίκιο, τουλάχιστον σε ένα (από τα πενήντα και βάλε) λάθη που επισήμανε είχε σαφώς άδικο, σε άλλα δεν μπόρεσα να βγάλω συμπέρασμα. Ο καβγάς, με απάντηση του κρινόμενου, ανταπάντηση και αντανταπάντηση, έπιασε άφθονες σελίδες (με πυκνά, μικρά τυπογραφικά στοιχεία) και είχε πολύ ενδιαφέρον για όσους έχουν την πετριά. Για τους άλλους, όχι.

 

 

 

 

Επιστροφή στις σελίδες για την αναθεώρηση μεταφράσεων
Επιστροφή στις σελίδες για τη μετάφραση




© 2006 Νίκος Σαραντάκος