Λέξεις εσωτερικού χώρου

 

Το προηγούμενο σημείωμά μας, ανοιξιάτικο, μιλούσε μεταξύ άλλων για ταξίδια. Φθινοπωρινό καθώς είναι τούτο εδώ, θα επικεντρωθεί σε ασχολίες εσωτερικού χώρου, και μάλιστα στην πρωταρχική, το φαγητό. Φυσικά, για τις λέξεις του φαγητού μπορεί να γραφτεί (ίσως και να έχει γραφτεί) βιβλίο ολόκληρο, οπότε εμείς από τα πλούσια πιάτα απλώς θα τσιμπολογήσουμε μερικούς νόστιμους μεζέδες.

 

Τρώμε λοιπόν, και το ρήμα "τρώω" είναι μαζί μας από την αρχαιότητα, αν και οι αρχαίοι μας πρόγονοι όταν έτρωγαν συνήθως δεν έτρωγαν. Θέλω να πω, το κατ' εξοχήν ρήμα που χρησιμοποιούσαν ήταν το εσθίω, που από τον επικό του τύπο έδω έχουν επιβιώσει λέξεις όπως εδώδιμος. Το ρήμα τρώγω σήμαινε "μασουλάω, τραγανίζω, ροκανίζω" και τραγήματα ή τρωγάλια ήταν οι διάφοροι ξηροί καρποί που πολύ τους αγαπούσαν οι αρχαίοι σαν επιδόρπιο ή σαν συνοδεία του κρασιού. Τα τραγήματα τα έπαιρναν μαζί τους στο θέατρο, και μάλιστα ο Αριστοτέλης λέει στα "Ηθικά Νικομάχεια" πως όταν ήταν καλοί οι ηθοποιοί, οι θεατές αρκούνταν στην απόλαυση από το έργο, ενώ όταν το έργο ήταν βαρετό, τότε κυρίως οι θεατές μασουλούσαν τραγήματα (και, φαντάζομαι, θα τα εκσφενδόνιζαν κιόλας εναντίον των ατζαμήδων).

 

Ο αόριστος του τρώγω ήταν έφαγον και αυτό το θέμα αποδείχτηκε πανίσχυρο, διότι αποτέλεσε τον αόριστο του εσθίω, με αποτέλεσμα τελικά να υποκαταστήσει  ολόκληρο το ρήμα. Το απαρέμφατο είναι φαγείν και από εκεί στα μεσαιωνικά χρόνια έχουμε και το φαγί (όπως και φιλείν > το φιλί, και άλλο ένα που δεν το γράφω) και μετά το φαΐ, πράγμα που θα μπορούσε να οδηγήσει ένα λεξικό που έχω υπόψη μου να γράψει "το φαεί" (αλλά ας σταματήσω, για να μην τους δίνω ιδέες). Από εκεί και το ρηματικό επίθετο, φαγητόν.

 

Κάτι ανάλογο με τα νέα ελληνικά έγινε και στα γαλλικά και τα ιταλικά, όπου το manger/mangiare προέρχεται από το λατινικό manducare, που σήμαινε αρχικώς "μασουλάω, καταβροχθίζω" και το χρησιμοποιούσαν ή για τα ζώα ή στη σάτιρα, αλλά τελικά επικράτησε και εκτόπισε το κλασικό edere (που όμως επιβιώνει στις ιβηρικές γλώσσες μέσω του συνθέτου comedere > comer).

 

Tι τρώμε όμως; Γλωσσικά και λαογραφικά αν το δει κανείς, το κατ' εξοχήν φαγητό είναι το ψωμί. Στα αρχαία ψωμός είναι η μπουκιά, και στην ελληνιστική εποχή η σημασία εξειδικεύτηκε, και σήμαινε κυρίως τη μπουκιά ψωμί. Στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, χρησιμοποιείται πάντοτε για το ψωμί η λέξη άρτος (πέντε άρτοι κρίθινοι, στο θαύμα του πολλαπλασιασμού) όταν όμως στον μυστικό δείπνο ο Ιησούς θέλει να υποδείξει τον μαθητή που θα τον παραδώσει, παίρνει μια μπουκιά ψωμί και λέει "εγώ βάψω το ψωμίον και δώσω αυτώ" και βουτάει το ψωμί στο κρασί και το δίνει στον Ιούδα. Με τον καιρό, το ψωμίον δεν σήμαινε πια τη μπουκιά ψωμί αλλά το ψωμί γενικώς· αλλά ο άρτος, σαν λέξη, επέζησε βέβαια· "αυτό δεν είναι ψωμί, είναι άρτος" μας έλεγε η γιαγιά όποτε έφερνε αντίδωρο από την εκκλησία.

 

Για πολύ καιρό και για πολύ κόσμο, το ψωμί ήταν σχεδόν η μοναδική ουσιαστική τροφή· σήμερα όταν λέμε "δεν έχουμε ψωμί", ο συνομιλητής μας ίσως καταλαβαίνει ότι δεν προλάβαμε να περάσουμε από το φούρνο, αλλά παλιότερα μια τέτοια φράση (ή κραυγή) σήμαινε ότι πεθαίνουν της πείνας, γι' αυτό κι έμεινε παροιμιώδης η αφελής απορία της Μαρίας Αντουανέτας (αν όντως συνέβη) "γιατί δεν τρώνε παντεσπάνι" οι φτωχοί που κραύγαζαν ότι δεν έχουν ψωμί να φάνε. Αλλά και όταν είχαμε ψωμί να φάμε, λέγαμε 'ψωμί' εννοώντας 'φαγητό', από την Κυριακή Προσευχή και τον άρτον ημών τον επιούσιον, μέχρι τον Μακρυγιάννη που γράφει επανειλημμένα ότι κάλεσε τον τάδε σπίτι του και "έφαγαν ψωμί" –ασφαλώς δεν έφαγαν μόνο ψωμί ούτε κυρίως ψωμί· κανονικά θα γευμάτισαν. Άλλωστε "βγάζω το ψωμί μου" σημαίνει κερδίζω τα προς το ζην· ξέρουμε βέβαια από τον Καζαντζίδη ότι το ψωμί της ξενιτιάς είναι πικρό, αν και στο Λουξεμβούργο ίσως είναι πολύσπορο (χωρίς αυτό να αποκλείει την πικράδα).

 

Όμως, ουκ επ' άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος. Το ψωμί συνοδεύεται από τυρί, εξ ου και η έκφραση το έχει ψωμοτύρι για κάτι που γίνεται πολύ εύκολα και πολύ συχνά, ή ίσως από ελιές, με το δίδυμο ψωμί κι ελιά να δηλώνει εμβληματικά τη λιτή διαβίωση. Αλλά όταν θέλουμε να πούμε  ότι με κάποιον μας συνδέουν παλαιότατοι δεσμοί φιλίας, και έχουμε υποχρεώσεις ο ένας  απέναντι στον άλλο, που δεν πρέπει να λησμονήσουμε, τότε λέμε ότι έχουμε φάει μαζί ψωμί κι αλάτι. Εδώ το ψωμί και το αλάτι δηλώνουν το κοινό δείπνο, και το κοινό τραπέζι ως δεσμός φιλίας είναι πανάρχαια ιδέα. "Άλας και τράπεζαν μη παραβαίνειν" ήταν μια αρχαία παροιμία, ενώ σε μεσαιωνική διήγηση δίνεται όρκος "εις το ψωμί και εις τ' άλαν".  Η ιδέα υπάρχει και σε άλλους λαούς, έστω κι αν οι δυτικοί προτιμούσαν περισσότερο να δηλώνουν το ομοτράπεζο με ψωμί και κρασί και να ορκίζονται super panem et vinum, στο ψωμί και στο κρασί δηλαδή. Στο αλάτι από γλωσσική και φρασεολογική σκοπιά θα μπορούσα να αφιερώσω ξεχωριστό σημείωμα· να σημειώσω μόνο στα πεταχτά ότι ο μισθός στα αγγλικά και τα γαλλικά, το salary και το salaire δηλαδή, ανάγονται στο salarium, το χρηματικό επίδομα δηλαδή που έπαιρνε ο ρωμαίος λεγεωνάριος κάθε μήνα για να αγοράσει το απαραίτητο αλάτι.

 

Αλλά να γυρίσουμε στο κοινό τραπέζι. Δεν έχω εδώ το χώρο να επεκταθώ στα συμπόσια των αρχαίων (ο Πλούταρχος μόνο έχει γράψει εννιά τόμους για Συμποσιακά ζητήματα, που συνιστώ να τους διαβάσετε αν έχετε καιρό) να πω όμως ότι το νεότερο ελληνικό τσιμπούσι, που δηλώνει το φαγοπότι με πλούσια φαγητά και ποτά και χορό και τραγούδι, δηλαδή ό,τι και τα αρχαία συμπόσια περίπου (έστω και χωρίς τη φιλοσοφική συζήτηση) παρά την εκπληκτική ηχητική και σημασιολογική ομοιότητα δεν έχει ετυμολογική συγγένεια με το αρχαίο συμπόσιο, όπως θέλουν μερικά παλιότερα λεξικά. Είναι δάνειο από τα τουρκικά (çümbüs) και η τουρκική λέξη προέρχεται από τα περσικά και δεν έχει καμιά (ετυμολογική ξαναλέω) σχέση με το συμπόσιο.

 

Πάντως, είτε στα συμπόσια είτε στα τσιμπούσια, τρώμε και πίνουμε πολύ. Λέμε ότι τρώμε (ή πίνουμε) μέχρι σκασμού, ότι φάγαμε τον αγλέουρα, τον περίδρομο, το καταπέτασμα, τον άμπακο. Σκέφτομαι να κλείσω το σημείωμα εξερευνώντας λίγο αυτές τις τέσσερις φράσεις της κραιπάλης. Ο αγλέουρας λοιπόν δεν είναι άλλος από τον αρχαίο ελλέβορο, φυτό δηλητηριώδες ή ίσως πικρό, που οι αρχαίοι το έδιναν στους τρελούς (ελλεβόρου δείσθαι ήταν το ισοδύναμο του σημερινού είναι για δέσιμο). Όμως γιατί να το τρώμε αυτό το πικρό βότανο εμείς που δεν είμαστε παράφρονες αλλά απλώς λαίμαργοι; Καμιά πειστική εξήγηση δεν έχει δοθεί (απ' όσο ξέρω), σημειώνω όμως τη φράση "βγάλε τον αγλέουρα" που σημαίνει "βγάλε το σκασμό". Αβεβαιότητα επικρατεί και ως προς την προέλευση της δεύτερης φράσης, έφαγε τον περίδρομο. Κατά την επικρατέστερη  εκδοχή, περίδρομος είναι στην ιατρική ορολογία ο κολικόπονος, άρα έφαγε τόσο που τον έπιασε κολικόπονος. Ωστόσο, στην αλιευτική ορολογία "περίδρομος" είναι το σχοινί που περιβάλλει τα δίχτυα, οπότε φράση θα μπορούσε να ξεκινάει από εκεί: έφαγε όχι μόνο ολόκληρη την ψαριά, αλλά και το σκοινί! Παρόμοια πιθανώς είναι και η προέλευση της τρίτης φράσης, "έφαγε το καταπέτασμα". Όπου καταπέτασμα στα αρχαία ήταν το κάλυμμα του τραπεζιού, άρα έφαγε όχι μόνο τα φαγητά αλλά και το τραπεζομάντιλο. Ωστόσο, εδώ σαφώς έπαιξε ρόλο και η ακολουθία των Παθών της Μεγάλης Πέμπτης, όπου ακούγεται το χωρίο "και ιδού το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη  εις δύο από άνωθεν έως κάτω". (Το καταπέτασμα ήταν ένα παραπέτασμα, το οποίο στο ναό του Σολομώντος στην Ιερουσαλήμ χώριζε τα λεγόμενα 'Αγια των Αγίων από τον κυρίως ναό. Η επιβλητική  λέξη "καταπέτασμα" σε συνδυασμό με το "άνωθεν έως κάτω" εννοήθηκε ότι σημαίνει κάτι το τεράστιο.)

 

Πιο σαφή είναι τα πράγματα με την τελευταία φράση της τετράδας, "έφαγε τον άμπακο". Άβαξ ήταν η πινακίδα που είχαν οι αρχαίοι για να κάνουν μαθηματικές πράξεις και πρόχειρους υπολογισμούς. Η αρχαία λέξη περνάει από παλιά στα λατινικά και όπως συχνά συμβαίνει περνάει με τη γενική της πτώση (άβαξ-άβακος) ως abacus. Από εκεί στα ιταλικά, abbaco, αλλά η σημασία έχει πλέον διευρυνθεί. Δεν σημαίνει μόνο την πινακίδα για πρόχειρες αριθμητικές πράξεις, αλλά και το αριθμητήριο, και (επέκταση) την ίδια την τέχνη των αριθμητικών υπολογισμών, την πρακτική αριθμητική που λέγαμε παλιά, και σημαίνει επίσης και τα βιβλία πρακτικής αριθμητικής που κυκλοφορούσαν. Βρισκόμαστε τώρα στον 16ο με 17ο αιώνα.

 

Με όλες αυτές τις σημασίες, η λέξη επανακάμπτει στα ελληνικά, ως άμπακος ή άμπακας και αποτελεί αντιδάνειο. Λοιπόν, είπαμε ότι η λέξη άμπακος σήμαινε διάφορα βιβλία πρακτικής αριθμητικής. Το πρώτο ελληνικό βιβλίο πρακτικής αριθμητικής, του Εμμ. Γλυνζωνίου, κυκλοφόρησε στη Βενετία το 1568 με τίτλο "Βιβλίον πρόχειρον τοις πάσι περιέχον την τε πρακτικήν Αριθμητικήν, ή μάλλον ειπείν την λογαριαστικήν, και πώς ευρίσκει έκαστος το άγιον Πάσχα". Το βιβλίο γνώρισε αλλεπάλληλες εκδόσεις στους επόμενους αιώνες και έγινε γνωστό στον πολύ κόσμο με το όνομα "Ο άμπακος". Μέσα στην αμορφωσιά της εποχής, το να ξέρει κανείς ανάγνωση ήταν ήδη κάτι σοβαρό. Το να έχει επιπλέον μελετήσει ένα τόσο χοντρό βιβλίο, εθεωρείτο το άπαν της σοφίας. Ο Μοισιόδαξ αφηγείται ένα διασκεδαστικό επεισόδιο: κάποτε στην Πόλη, ένας μπακάλης λογομάχησε με τον λόγιο Ευγένιο Βούλγαρι και τον προσκάλεσε σε "μονομαχία" περί μαθηματικών και φιλοσοφίας. Κατέφθασε λοιπόν κραδαίνοντας τον "Άμπακο", το βιβλίο του Γλυνζωνίου, βέβαιος ότι με το όπλο αυτό θα κατατροπώσει τον αντίπαλό του!

 

Από εκεί προκύπτει η φράση "ξέρει τον άμπακο", δηλ. ξέρει πάρα πολλά, την οποία αποδελτιώνει ο Πολίτης στις Παροιμίες του. Χαρακτηριστικό είναι ότι στις Παροιμίες του Ν. Πολίτου, που οι τέσσερις πρώτοι τόμοι τους κυκλοφόρησαν το 1901  και οι επόμενοι 20 παραμένουν ανέκδοτοι επί έναν αιώνα προς δόξαν του αθάνατου ελληνικού πολιτισμού και του ελληνικού κράτους που δεν μπορεί να διαθέσει το κόστος των ετήσιων μισθών ενός  καρεκλοκένταυρου για να τυπώσει το έργο που μένει να το τρώει ο σκώρος, ο Πολίτης λοιπόν δεν περιλαμβάνει στη συλλογή του την έκφραση "έφαγε/ήπιε τον άμπακο", και για να μην την περιλαμβάνει ο Πολίτης σημαίνει σχεδόν ασφαλώς ότι η έκφραση δεν λεγόταν τότε.

 

Αρχικά λοιπόν έχουμε "ξέρει τον άμπακο". Στη συνέχεια η λέξη άμπακος μετέπεσε στη σημασία του μεγάλου πλήθους, έτσι ο Πολίτης αποδελτιώνει επίσης την έκφραση "του έψαλε τον άμπακο" η οποία είναι συχνή στη λογοτεχνία του τέλους του 19ου αιώνα –τη βρίσκουμε επανειλημμένα στον Σουρή, π.χ. "Καταλαλούν τον Κόντη μας, τον άμπακο του ψάλλουν". Από εκεί δεν είναι παρά ένα βηματάκι για να πει κάποιος "έφαγε τον άμπακο" και "ήπιε τον άμπακο" δηλαδή "πάρα πολύ" και αυτή η χρήση έμεινε, ενώ οι πρώτες, οι αρχικές ξεχάστηκαν. Όμως εδώ σταματάω, κάπως απότομα είναι η αλήθεια, αλλά έγραψα πολλά –και κινδυνεύω να μου πει ο υπεύθυνος ύλης του Φαινόμενου ότι έγραψα τον άμπακο ή ίσως το καταπέτασμα –ελπίζω όχι τον περίδρομο!

 

 

 

 

Επιστροφή στα 'Αρθρα από το Φαινόμενο του Λουξεμβούργου
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου




© 2005 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu