Το κείμενο αυτό, διορθωμένο και ξανακοιταγμένο, περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου "Γλώσσα μετ' εμποδίων" που κυκλοφορεί από τον Οκτώβρη του 2007 από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου. Περισσότερα για το βιβλίο μου αυτό, μπορείτε να διαβάσετε εδώ



 

Τσηρώτο στον κροκόδιλο, στυφάδο στον καρμοίρη

 

Όπως ίσως είναι γνωστό, το λεξικό Μπαμπινιώτη ακολουθεί δική του ορθογραφία, η οποία αποκλίνει σε εκατοντάδες περιπτώσεις από την κοινώς αποδεκτή, τη σχολική θα λέγαμε ορθογραφία. Αιτία αυτών των αποκλίσεων είναι η (υποτιθέμενη) απαρέγκλιτη εφαρμογή της ετυμολογικής αρχής στην ορθογραφία, δηλαδή ότι οι λέξεις πρέπει να ορθογραφούνται κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στην ετυμολογία τους, που να θυμίζει το "ετυμολογικό ίνδαλμα" της αρχικής μορφής της λέξης, για να χρησιμοποιήσω τη διατύπωση του λεξικού.[1] 

 

Μάλιστα, το λεξικό περιλαμβάνει (στη β' έκδοση, για την οποία ισχύουν όλα τα παρακάτω) όλες (;) αυτές τις λέξεις μαζί, σε ειδικό πίνακα που πιάνει δυόμισι σελίδες. Εκεί, βλέπουμε δύο στήλες, αριστερά τη "σωστή" ορθογραφία του λεξικού Μπαμπινιώτη, και στη δεξιά στήλη την "συνήθη" ή "σχολική" ορθογραφία (διάβαζε: για την πλέμπα). Βέβαια, ο πίνακας αυτός περιλαμβάνει μια μικρή λαθροχειρία: δεν παραθέτει μόνο τις καινοφανείς ή ξαναζεσταμένες προτάσεις Μπαμπινιώτη που ανατρέπουν καθιερωμένες ορθογραφήσεις, εννοώ τα ανεκδιήγητα τσιππούρα, τσαννάκι, τσηρώτο, καρμοίρης, πλημύρα, καννόνι, αγώρι και άλλα πολλά, παρά περιλαμβάνει επίσης και ένα σωρό εντελώς αποδεκτές σήμερα ορθογραφήσεις, οι οποίες παλιότερα (έως πολύ παλιότερα) γράφονταν αλλιώς, ακόμα και καραμπινάτα ορθογραφικά λάθη. Και αντί ο πίνακας να επιγράφεται "Αποκλίσεις του παρόντος λεξικού", έχει τον παραπλανητικό τίτλο "Λέξεις με προβλήματα ορθογραφίας". Θέλω να πω, όταν πλάι στον καρμοίρη και στην πλημύρα βλέπει κανείς κοινότατους και απολύτως αποδεκτούς τύπους όπως το είναι, φίδι (επειδή πριν από εκατό χρόνια τα έγραφαν είνε, φείδι) ή το ελλιπής (επειδή κάποιοι το γράφουν λάθος ελλειπής), οι καινοφανείς μπαμπινιώτειοι τύποι δανείζονται εγκυρότητα αφού μπαίνουν στο ίδιο ραφάκι με τα γνωστά και οικεία μας. Και αντίστροφα, απαξιώνεται το καθιερωμένο πλημμύρα όταν βρίσκεται πλάι στο παρωχημένο φείδι ή στο ανορθόγραφο ελλειπής.

 

Η δικτατορία της ετυμολογίας στο Λεξικό Μπαμπινιώτη είναι τόσο απόλυτη που ούτε αιώνες καθιερωμένης χρήσης παραδέχεται, ούτε πανίσχυρες παρετυμολογίες λογαριάζει. Αξίζει να αντιπαραθέσουμε αυτή την απόλυτη ακαμψία με τη στάση που τήρησε πριν από πολλά χρόνια, προπολεμικά θαρρώ, ένα ίδρυμα που θεωρείται, καλώς ή κακώς, εκφραστής μιας συντηρητικής (αρτηριοσκληρωτικής θα έλεγαν κάποιοι) στάσης. Πριν από πολλά χρόνια λοιπόν, συγκρότησε η Ακαδημία Αθηνών επιτροπή για να αποφανθεί πάνω σε προτάσεις τροποποίησης της καθιερωμένης ορθογραφίας. Τα πρακτικά υπάρχουν ως επίμετρο στον τρίτο και τελευταίο τόμο του λεξικού του Ιω. Σταματάκου, κι εκεί βλέπει κανείς τι γλιτώσαμε με το μονοτονικό, διότι άφθονη μελάνη αναλώνεται σε ακανθώδη ερωτήματα όπως το αν πρέπει να οξύνεται ή να περισπάται ο λυκουρίνος (το ψάρι). Παρ' όλ' αυτά όμως, αυτοί οι "αρτηριοσκληρωτικοί" ακαδημαϊκοί του 1932, δέχονταν τη γραφή κτίριο όχι επειδή ήταν ετυμολογικά σωστή, αλλά επειδή αφενός διαπίστωναν ότι δεν γνωρίζουμε την ακριβή ετυμολογία της λέξης (ευκτήριος; οικητήριον;) και αφετέρου αναγνώριζαν την πανίσχυρη παρετυμολογία από το κτίζω που σαν εικόνα είναι χίλιες φορές πιο ζωντανή στη συνείδηση του ομιλητή (ιδίως του Έλληνα, που έχει όνειρο ζωής "να χτίσει") από τα ευκτήρια οικητήρια. Αυτά, οι "αρτηριοσκληρωτικοί" του 1932· το πώς οι εκσυγχρονιστικοί επιστήμονες του 1998 ή του 2006 επιστρέφουν στο κτήριο είναι απορίας άξιο.

 

Λέγαμε λοιπόν ότι με επιχείρημα την ετυμολογική ορθότητα, το λεξικό Μπαμπινιώτη ανατρέπει ορθογραφίες καθιερωμένες από αιώνες (μερικές φορές και χιλιετίες). Βέβαια, αυτή η προσέγγιση της απολυτότητας έχει την αχίλλεια πτέρνα της· αν δεν δέχεσαι ούτε μια εξαίρεση στην ετυμολογικίστικη λογική σου, τότε αρκεί να βρεθεί μία εξαίρεση για να καταρρεύσει το όλο οικοδόμημα. Θέλω να πω, αν λες ότι δεν υπάρχουν ποντίκια στο υπόγειο ή έλλογα πλάσματα σε άλλους πλανήτες, αρκεί να βρεθεί ένα ποντίκι ή ένα πράσινο ανθρωπάκι για να σε διαψεύσει. Και υπάρχουν κάμποσες περιπτώσεις όπου το καλό λεξικό δεν εφάρμοσε την άκαμπτη λογική του, διότι όπως και να το κάνουμε και το πιο γερό στομάχι (και το καλό λεξικό είναι χαλκέντερο) έχει όρια στην αντοχή του. Εννοώ, για παράδειγμα, ότι άμα πάρουμε κατά γράμμα την ετυμολογικίστικη προσέγγιση, τότε πρέπει επίσης να γράφουμε αγιοβασιλειάτικος αντί αγιοβασιλιάτικος, πολιθρόνα αντί πολυθρόνα, τραυώ αντί τραβώ, κατώγει, φιλεί, φαγεί, γαμήσει αντί κατώγι, φιλί, φαγί, γαμήσι (συγνώμη για την αισχρολογία, αλλά ολογράφως το παραδίδει και ο αείμνηστος Φ. Κουκουλές), καθώς και άλλα πολλά που ναι μεν τα χρησιμοποιούσε στον καιρό του ο μεγάλος Γ. Χατζιδάκις, αλλά σήμερα φαίνονται εξωγήινα. Δεν τολμώ όμως να επικαλεστώ αυτό το επιχείρημα, διότι φοβούμαι μην τους δώσω ιδέες. Διότι, για παράδειγμα, η πρώτη έκδοση ορθογραφούσε αγόρι και μόνο στα ψιλά γράμματα ανέφερε ότι "ετυμολογικώς ορθότερη" είναι η γραφή αγώρι. Και να σου η δεύτερη έκδοση, κρίνοντας προφανώς ότι "ωρίμασαν οι συνθήκες" και μας σερβίρει το αγώρι μ' ένα ωμέγα θεόρατο να βγάζει μάτια. Οπότε, είναι πολύ επικίνδυνο να αρχίσω να τρίβομαι πάνω στη γκλίτσα του τσοπάνη επικαλούμενος ασυνέπεια, γιατί δεν το έχει σε τίποτε να γίνει συνεπής.

 

Ι. Το τσηρώτο

 

Μερικές από τις πιο εξωφρενικές καινοφανείς ορθογραφήσεις έχουμε στα αντιδάνεια. Το λεξικό Μπαμπινιώτη δέχεται τον γενικό κανόνα ότι οι δάνειες λέξεις γράφονται κατά τον απλούστερο δυνατό τρόπο, ωστόσο για τα αντιδάνεια κάνει εξαίρεση, επειδή η απώτερη αρχή τους είναι ελληνική. Έτσι χαρίζει στη γλώσσα μας πλήθος απείρου κάλλους τύπους, όπως τσύμα τσύμα (διότι κύμα), τζύρος (διότι γύρος), ου μην αλλά και τζυριτζάντζουλα (επίσης γύρος), και τσηρώτο (κηρωτή) και στυφάδο (διότι τύφος) και τσαννάκι (αυτό θα το δούμε αναλυτικά παρακάτω). Το αποκορύφωμα του παραλογισμού φτάνει στη λέξη στιλ την οποία το καλό λεξικό γράφει στυλ· θα μου πείτε, κι άλλος πολύς κόσμος τη γράφει έτσι. Ναι, πράγματι. Ο παραλογισμός όμως δεν έγκειται στη γραφή, έγκειται στα επιχειρήματα με τα οποία υποστηρίζεται η γραφή στυλ. Ναι μεν αναγνωρίζει το λεξικό ότι σωστή γραφή είναι το stilus, ότι είναι λαθεμένη η ετυμολόγηση από στύλος, ότι είναι παρετυμολογία, αλλά, λέει, η καθιερωμένη γραφή με υ … υπαγορεύει να γράφεται ελληνικά το στυλ όπως και τα ξένα (γαλλ. style, αγγλ. style). Θα δείτε παρακάτω περιπτώσεις παρετυμολογίας των αρχαίων ημών προγόνων, όπως πλημμύρα, τις οποίες το καλό λεξικό διορθώνει –αλλά το στυλ, που είναι παρετυμολογία των Λατίνων, δεν το διορθώνει. Μονά ζυγά δικά μας, μήπως; (Δεν τολμώ να επισημάνω μια άλλη ασυνέπεια, δηλαδή ότι ο εστέτ και ο εστετισμός, εφόσον αντιδάνεια, θα έπρεπε κατά Μπαμπινιώτη να γράφονται αιστέτ και αιστετισμός. Μάλλον τους ξέφυγε, διότι δεν είναι περισσότερο εξωφρενικός ο αιστέτ από το τσηρώτο και τον τζύρο).

 

Ακόμα κι όταν η αντιδάνεια λέξη έχει περάσει από σαράντα κύματα και έχει αλλάξει τόσο ώστε να είναι σχεδόν αγνώριστη η αρχική της προέλευση, το καλό λεξικό δεν δέχεται την απλούστερη γραφή. Στο λήμμα γαρύφαλλο (που είναι αντιδάνειο, αφού το ενετικό garofalo ανάγεται στο ελλ. καρυόφυλλον) διαβάζουμε ότι προτιμάται η γραφή αυτή αντί του γαρίφαλο, παρά τα ισχυρά επιχειρήματα επειδή, αντιγράφω: θυμίζει το "ετυμολογικό ίνδαλμα" της αρχικής μορφής της λέξης. Βάλε λοιπόν δύο λάμδα σε ανάμνηση του ινδάλματος του φύλλου, που δεν υπάρχει, κι ας κινδυνεύει ο σημερινός αναγνώστης να ετυμολογήσει (και με το δίκιο του άλλωστε) τη λέξη από τον φαλλό, που είναι γαρύς ή ίσως βαρύς (ως γνωστόν, σε ορισμένα νησιώτικα ιδιώματα το γάμα και το βήτα εναλλάσσονται).

 

ΙΙ. Το στυφάδο

 

Δεν είναι μόνο στο γαρύφαλλο που προτείνεται μια γραφή χωρίς να παίρνονται υπόψη προβλήματα σύγχυσης ή συσχετισμού με άλλες λέξεις. Για παράδειγμα, το στιφάδο προτείνεται στυφάδο επειδή είναι αντιδάνειο που ετυμολογείται από τη λ. τύφος. Όμως, σήμερα, που βέβαια κανείς ομιλητής δεν συνδέει το στιφάδο με τον τύφο, το παιδί που θα δει γραμμένο στυφάδο και στυφός θα σκεφτεί εύλογα ότι ονομάστηκε έτσι το στιφάδο επειδή είναι στυφό. Αλλά δεν είναι!

 

Παρόμοια σύγχυση βλέπω εγώ στην απαράδεκτη ορθογράφηση οχ του επιφωνήματος ωχ. Γιατί απαράδεκτη; Διότι ανατρέπει χωρίς λόγο μια καθιερωμένη γραφή και επιπλέον το οχ τους συμπίπτει ορθογραφικά με το ιδιωματικό οχ που σημαίνει "από". Θα μου πείτε, σιγά τα ωά· θα σας απαντήσω ότι αυτή η λέξη, άγνωστη σήμερα ίσως, χρησιμοποιείται αφειδώς από τον εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό, και μάλιστα σε μερικά πασίγνωστα ποιήματά του. Ή έχει κανείς εθνικό ποιητή, ή δεν έχει· αν έχει, κάνει θυσίες· αλλιώς να κάνουμε τον Αχιλλέα Παράσχο. (Δυστυχώς το οχ αντί για ωχ το προτιμά και το –κατά τα άλλα πολύ προσγειωμένο στην προσέγγισή του- λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη).

 

Τέλος, ακόμα κι αν είχε τα χίλια ετυμολογικά δίκια με το μέρος του ο τύπος φιλαινάδα, και πάλι θα ήταν απαράδεκτος από τον ορθογραφικό συσχετισμό με τη φάλαινα. Είπαμε τα πάχη μου τα κάλλη μου, αλλά όχι κι έτσι! (Που δεν τα έχει όλα τα ετυμολογικά δίκια με το μέρος του, διότι ναι μεν από φίλαινα προέρχεται, και ναι μεν χρησιμοποιήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, αλλά δεν αποκλείεται να προηγήθηκε ο καθαρευουσιάνικος τύπος φιληνάδα, οπότε το ίνδαλμα πήγε περίπατο). Πάντως, για να είμαι δίκαιος, οι αντιρρήσεις που έχω στην ενότητα αυτή (ΙΙ. Το στυφάδο), αφορούν γραφές που δεν τις υιοθετεί μόνο το λεξικό Μπαμπινιώτη (π.χ. τη φιλαινάδα την έχει και το λεξικό του Κριαρά)

 

 

ΙΙΙ. Ο κροκόδιλος

 

Μέχρι τώρα, οι περισσότερες "βελτιώσεις" που είδαμε από τη μπαμπινιώτεια ορθογραφία είναι "περιπλεκτικές" για να το πω έτσι αδόκιμα, δηλαδή εισάγουν διπλά σύμφωνα αντί για απλά, και βάζουν ήτα, ωμέγα και διφθόγγους αντί για γιώτα και όμικρον. Όμως, υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η μπαμπινιώτεια ορθογραφία εισηγείται απλοποιήσεις –δεν θα αναφερθώ στα διάσημα πλέον αβγό, αφτί, που άλλωστε έχουν ευρύτερη αποδοχή και τα έχει προτείνει πρώτος ο Γ. Χατζιδάκις, αλλά σε κάποιες άλλες απλοποιήσεις που εμένα μου φαίνονται εξίσου απαράδεκτες με τα τσηρώτα και τις τσιππούρες.

 

Για παράδειγμα, κατά Μπαμπινιώτη η πλημμύρα πρέπει να γράφεται πλημύρα (!) Ο λόγος; Ας δούμε τι λέει το καλό λεξικό.

< μτγν. πλήμυρα / πλημύρα, παράλλ. τ. του αρχαίου πλημυρίς (βλ. λ.) Η ετυμολογία της λ. δεν δικαιολογεί γρ. με –μμ-, που μολονότι μαρτυρείται στην Αρχαία, είναι προϊόν παρετυμολογίας.

Ο αναγνώστης βγάζει το συμπέρασμα εδώ ότι ο βασικός αρχαίος τύπος είναι με ένα μι, αν και υπάρχει επίσης, κάπου κάπου, ο σφαλερός τύπος με δύο μι. Αν όμως πάει κανείς στο λήμμα πλημυρίδα αμέσως πιο κάτω, βλέπει ότι

Η λ. εμφανίζεται στα περισσότερα χειρόγραφα με δύο μ- (πλημμυρίς) λόγω παρετυμολ. συνδέσεως με τις λ. πλην και μύρομαι "χύνω δάκρυα".

Ώστε περισσότερα; Και πόσα δηλαδή είναι αυτά τα περισσότερα; Μήπως είναι 51-49 τα λανθασμένα, ή έστω 60-40, οπότε θα είχε κάποια δικαιολογία ο φωτισμένος ετυμολόγος να ανατρέψει την καθιερωμένη ορθογραφία; Αμ δε! Έκατσα και τα μέτρησα. Η λέξη πλημμύρα σε όλους τους λεκτικούς της τύπους απαντά στην αρχαία γραμματεία (δηλαδή στο TLG, για να ακριβολογώ) 170 φορές, η "σωστή" πλημύρα μόλις 18. Παρόμοια αναλογία και στη λ. πλημμυρίς. Ο "λάθος" τύπος έχει 206 ανευρέσεις, ο τύπος πλημυρίς έχει 29. Αν υπολογίσουμε και το ρήμα και κάποιες άλλες ομόρριζες λέξεις, οι "σωστοί" τύποι, με ένα μι, απαντούν μόνο στο 10% των ανευρέσεων. Δεν πρόκειται δηλαδή απλώς για τα "περισσότερα" χειρόγραφα, πρόκειται για τα συντριπτικά περισσότερα. Να θυμίσω ότι παραπάνω, στην περίπτωση του style, το λάθος των Ρωμαίων θεωρείται ιερό και απαραβίαστο. Εδώ το "λάθος" της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων είναι εξοβελιστέο!

 

(Να μου επιτραπεί μια παρέκβαση: το καλό λεξικό αρνείται να δεχτεί την παρετυμολογία της πλημμύρας, ή της πρόσφατης πυλωτής, που τη γράφει πιλοτή, επειδή πράγματι είναι δάνειο από το γαλλ. pilotis, και μόνο παρετυμολογική σχέση έχει με την πύλη. Τότε γιατί δέχεται την παρετυμολογία της πολυθρόνας, που κι αυτή είναι δάνειο από το ιταλ. poltrona και καμιά σχέση δεν έχει με το πολύ και το θρόνος παρά μόνο παρετυμολογική; Μήπως διότι η πολυθρόνα γεννά νέο φθόγγο; Αν ναι, να το αναφέρει. Αλλιώς δυσκολεύεται κανείς να δει το λόγο της εξαίρεσης).

 

Παρόμοια κατάσταση έχουμε και στον κροκόδειλο, που ύστερα από αιώνες (χιλιετίες, πιο σωστά) που έχει καθιερωθεί να γράφεται με έψιλον γιώτα, έρχεται το λεξικό Μπαμπινιώτη να τον διορθώσει: όχι, κροκόδιλος γράφεται η λέξη, οι αρχαίοι μπερδεύτηκαν με τον γιωτακισμό. Ή μάλλον, δεν είναι παρόμοια κατάσταση, είναι πολύ χειρότερη. Οι ανευρέσεις των διαφόρων λέξεων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που έχουν το "εσφαλμένο" κροκοδειλ- είναι συνολικά 629· οι "σωστές" μετριούνται κυριολεκτικά στα δάχτυλα: είναι μόλις 7! Αν στην πλημμύρα η συχνότητα των "σωστών" αρχαίων τύπων ήταν τουλάχιστον 10%, εδώ μετά βίας υπερβαίνει το 1%!

 

Νομίζω δύσκολα θα βρει κανείς πιο τρανταχτό παράδειγμα της περιφρόνησης της χρήσης από το λεξικό Μπαμπινιώτη· ένας τύπος που ήδη στην αρχαιότητα εμφανίζεται στο 99% των περιπτώσεων, που εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια γράφεται με –ει-, ανατρέπεται τώρα στο όνομα μιας ιδανικής ετυμολογικής ορθότητας. Άραγε δεν είναι αυτό αλαζονική, αριστοκρατική θα έλεγα προσέγγιση στη γλώσσα;

 

 

ΙV. Ο καρμοίρης :

 

Στις περιπτώσεις του κροκόδιλου και της πλημύρας, η τερατώδης ορθογραφία έχει τουλάχιστον ετυμολογική τεκμηρίωση. Σε άλλες περιπτώσεις ωστόσο ανατρέπονται καθιερωμένες ορθογραφίες με επιχείρημα αβέβαιες, αστείες, έως και εντελώς λανθασμένες ετυμολογίες.

 

Διότι, κακά τα ψέματα, στην ελληνική γλώσσα (όπως και σε κάθε άλλη, πιθανότατα) έχουμε πάρα πολλές δυσετυμολόγητες λέξεις, δηλαδή λέξεις, συχνά κοινότατες, για τις οποίες δεν υπάρχει καμιά αποδεκτή ετυμολογία. Κατά καιρούς έχουν βέβαια διατυπωθεί προτάσεις, κι έτσι σε ορισμένες περιπτώσεις τα λεξικά αναγκάζονται, στην αναβροχιά, να δεχτούν ετυμολογικές προτάσεις εμφανώς αβέβαιες και τραβηγμένες από τα μαλλιά, αν και συνήθως έχουν την εντιμότητα να δηλώσουν τις επιφυλάξεις τους με ένα ίσως. Όταν όμως έχεις αναγάγει την ετυμολογία σε ύψιστο ή μοναδικό κριτήριο της ορθογραφίας, επιφυλάξεις δεν χωρούν, διότι αν δεχτείς δύο εκδοχές δεν αποκλείεται να οδηγηθείς σε δύο αποδεκτές ορθογραφήσεις, όπερ παράλογο. Στις περιπτώσεις αυτές, η σωφροσύνη επιβάλλει, όπου υπάρχει ετυμολογική αβεβαιότητα, να γράφεται η λέξη κατά τον απλούστερο τρόπο. Όμως το λεξικό Μπαμπινιώτη (το οποίο, όπως έχω πει σε άλλο σημείωμα , πολλές φορές καταργεί τις βάσιμες επιφυλάξεις παλιότερων λεξικών για εσφαλμένες ετυμολογήσεις) δεν βάζει νερό στο ετυμολογικίστικο κρασί του ούτε όταν έχει να κάνει με αβέβαιες ετυμολογήσεις.

 

Να δούμε μερικές περιπτώσεις· την πρώτη από αυτές δυσκολεύομαι να την κατατάξω στις αβέβαιες ή στις αστείες. Το νινί, τη γνωστή νηπιακή λέξη, το λεξικό Μπαμπινιώτη τη γράφει με ήτα, νηνί, επειδή την ετυμολογεί από το μεσαιωνικό νήνιον "κούκλα", υποκοριστικό λέει του αρχαίου νήνις (με περισπωμένη), ιωνικός τύπος λέει του νεάνις. Τώρα, όποιος ασχολείται λίγο με ετυμολογία, καταλαβαίνει ότι αφενός είναι μάταιο να προσπαθεί κανείς να ετυμολογήσει νηπιακές λέξεις και αφετέρου ότι η προτεινόμενη εξήγηση, με ένα άλμα αιώνων από τον διαλεκτικό (!) τύπο νήνις στο μεσαιωνικό υποκοριστικό είναι ελαφρώς τραβηγμένη από τα μαλλιά. Ίσως όμως να είναι όχι μόνο αβέβαια και αστεία αλλά και εντελώς εσφαλμένη η εξήγηση, αφού ο ετυμολόγος του λεξικού Μπαμπινιώτη δεν είδε ότι στο Λίντελ Σκοτ παραδίδεται το ελληνιστικό νιννίον, το οποίο απαντά σε λατινοελληνικό γλωσσάρι (άρα αποδίδει έγκυρα λέξη του προφορικού λόγου) ως απόδοση του λατινικού pupus (κούκλα, εξ ου και το σημερινό puppet, αλλά και μωρό). Βέβαια, κατά τη μπαμπινιώτεια λογική, τότε θα έπρεπε να γράφουμε νιννί, ή ίσως και νηννί για να βολέψουμε και το νηνίον και το νιννίον, αλλά ποτέ νινί γιατί είναι απλό και γιατί έτσι το γράφει όλος ο κόσμος και πώς θα ξεχωρίσουν κάποιοι από την πλέμπα;

 

Δυστυχώς δεν είναι αυτή η μόνη περίπτωση. Τη λαϊκή λέξη καρμίρης, τη βλέπουμε ξαφνικά με φράκο, καρμοίρης. Πηγαίνουμε (μετά φόβου Θεού, γιατί ψυλλιαζόμαστε τι μας περιμένει) να δούμε την ετυμολογία που δικαιολογεί την αποτρόπαια αυτή γραφή, και βλέπουμε ότι, λέει, ετυμολογείται από το μεταγενέστερο καρίμοιρος που σημαίνει, λέει, "τιποτένιος, μισθοφόρος", που εξηγείται, λέει, επειδή οι αρχαίοι έλληνες, λέει, αντιμετώπιζαν περιφρονητικά τους Κάρες που τους χρησιμοποιούσαν ως δούλους. Αυτό που δεν μας λέει το καλό λεξικό είναι ότι ο τύπος καρίμοιρος απαντά άπαξ, μια φορά μόνο δηλαδή σε ολάκερη την αρχαιοελληνική γραμματεία δεκαπέντε αιώνων, στον Ησύχιο, και λέει ο Ησύχιος πράγματι: "καριμοίρους· τους εν μηδεμιά μοίρα ή μισθοφόρους, δια το τους Κάρας πρώτους μισθοφόρους γενέσθαι". Ο Ησύχιος είναι γνωστό ότι δεν αποτελεί αξιόπιστη πηγή όταν τα περιεχόμενά του δεν διασταυρώνονται από πουθενά αλλού, και είναι τουλάχιστον επιπόλαιο να ανατρέπεται μια καθιερωμένη ορθογραφία στο όνομα μιας εντελώς αβέβαιης ετυμολογικής πρότασης, η οποία άλλωστε κάθε άλλο παρά έχει γίνει ομόφωνα δεκτή.

 

Συνεχίζουμε· το βαλάντιο το γράφει το καλό λεξικό με δύο λάμδα, βαλλάντιο, διότι, λέει, προέρχεται από το αρχαίο βαλλάντιο, αγνώστου ετύμου λέει. Δεν μας λέει όμως το καλό λεξικό ότι στα αρχαία παραδίδονται δύο τύποι, βαλλάντιο και βαλάντιο και ότι (θα το μαντέψατε, ασφαλώς) συχνότερος τύπος με αναλογία περίπου 3 προς 1, είναι το βαλάντιο. Θα μου πείτε, στην περίπτωση του κροκόδειλου αγνοήθηκε συχνότερος τύπος με αναλογία 100 προς 1, στο πτωχό τρία προς ένα θα κολλήσουμε, ιδίως αν το ζητούμενο είναι να βάλουμε κι ένα δεύτερο λάμδα να γίνει πιο πλούσιο το βαλάντιο; Θα σας απαντήσω ότι στον κροκόδειλο και στην πλημμύρα υπήρχε τουλάχιστον το επιχείρημα ότι ο συχνότερος τύπος ήταν "ετυμολογικά εσφαλμένος". Εδώ έχουμε μια λέξη αγνώστου ετύμου, που παραδίδεται με δύο τύπους, άρα δεν έχουμε κανέναν μπούσουλα για να αποφανθούμε ποιος είναι ο ετυμολογικά σωστός· και το καλό λεξικό όχι μόνο επιλέγει αυθαίρετα τον σπανιότερο, αλλά και κρύβει από τους αναγνώστες του ακόμη και την ύπαρξη του άλλου, ορθογραφικά απλούστερου, αρχαίου τύπου. (Αυτό, παρεμπιπτόντως, είναι χοντρό δεοντολογικό ολίσθημα, αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που το καλό λεξικό κρύβει όσα γεγονότα δεν ταιριάζουν με τις εξηγήσεις του).

Και κοντά στον βασιλικό ποτίζεται και η γλάστρα, διπλό λάμδα λοιπόν και στο βαλαντώνω αν και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι το βαλαντώνω προέρχεται από το βαλάντιο (διότι ναι μεν κραυγαλέα η ηχητική ομοιότητα αλλά και τεράστια η διαφορά της σημασίας).

 

Πάμε παρακάτω· η τσιπούρα πήρε το δεύτερο πι (τσιππούρα) που την κάνει να μην τρώγεται, επειδή σύμφωνα με μια άποψη προέρχεται από τη συμπροφορά της ιππούρας > τ'σ'ιππούρας. Το πόσο αμφίβολη είναι αυτή η εξήγηση φαίνεται από το ότι ο τύπος ιππούρα είναι αμάρτυρος, οι αρχαίοι είχαν αρσενικό ίππουρος, και αυτός ο ίππουρος σήμαινε άλλοτε μεν ψάρι άλλοτε δε έντομο. Κι όμως, αυτή η επισφαλέστατη ετυμολογία θεωρείται ικανή αιτία για να ανατραπεί μια ακόμα καθιερωμένη ορθογραφία.

 

Και ας τελειώσουμε ίσως με το καλύτερο. Μια άλλη λαϊκή λέξη, το τσανάκι, που γράφεται εδώ και μερικούς αιώνες με ένα νι, τώρα παθαίνει διπλασιασμό, τσαννάκι, επειδή, λέει είναι αντιδάνειο από το τουρκικό çanak, το οποίο προέρχεται από το μεταγενέστερο σαννάκιον "πήλινο δοχείο". Τώρα, το σαννάκιον είναι και αυτό σπανιότατη λέξη, παραδίδεται στον Αθήναιο μόνο, που την έχει αντλήσει από παλιότερο μη σωζόμενο κείμενο· ο Αθήναιος λοιπόν λέει ότι το σαννάκιον είναι "έκπωμα περσικόν", παναπεί περσικό κύπελλο, και ότι οι Αθηναίοι τη θεωρούσαν εντελώς γελοία τη λέξη αυτή. Να προσεχτεί παρακαλώ εδώ ότι την πρόταση για το σαννάκιον την αναφέρει πρώτος ο Ανδριώτης, ο οποίος ερμηνεύει το σαννάκιον "περσικό ποτήρι" και πολύ σωστά, διότι έτσι παραδίδεται στον Αθήναιο. Πώς τώρα στο λεξικό Μπαμπινιώτη το "περσικό ποτήρι" μεταμορφώθηκε σε "πήλινο δοχείο", αυτό είναι απορίας άξιο και δεν αποκλείω λαθροχειρία του ετυμολόγου του λεξικού που έκανε το ποτήρι δοχείο, και μάλιστα πήλινο, για να κάνει πιο πειστική την ετυμολογία που υιοθετεί. Αυτό βέβαια είναι εικασία. Πάντως, για να σοβαρευόμαστε, η τουρκική λέξη çanak έχει ισχυρή ετυμολογία, δεν προέρχεται καν από τα περσικά, παρά είναι αρχαία τουρκική λέξη που έχει αντίστοιχα σε μια σειρά άλλες γλώσσες (π.χ. στα ουζμπεκικά, στα καρακαλπακικά, στα διαλεκτικά ουγγρικά), και που η αρχική της σημασία είναι "κοίλο κωνικό αντικείμενο". Και παρά το γεγονός ότι η λανθασμένη ετυμολόγηση έχει ήδη επισημανθεί (π.χ. Γιανουλέλλης, Νεοελληνικές ιδιωματικές λέξεις δάνειες από ξένες γλώσσες,  σ. 109), το καλό λεξικό όχι μόνο αναπαράγει άκριτα το λάθος, αλλά επιπλέον το "επισημοποιεί", αφού βασίζεται στη δήθεν αντιδανειακή προέλευση και στο άσχετο σαννάκιον για να ορθογραφήσει το τσανάκι "τσαννάκι"!

 

Νομίζω ότι αυτό αποτελεί πολύ εύγλωττο παράδειγμα του πόσο επικίνδυνη, και τελικά ανεύθυνη, είναι η υπερετυμολογική ορθογράφηση: βλέπουμε μια καθιερωμένη εδώ και πολλές δεκαετίες ορθογραφία (το τσανάκι) να ανατρέπεται στο όνομα μιας λανθασμένης ετυμολόγησης. Αν σε επόμενη έκδοσή του το καλό λεξικό παραδεχτεί το λάθος του, βέβαια, θα πρέπει να επαναφέρει τη γραφή της λέξης σε τσανάκι! Κι έτσι θα αλλάζουν ανά τριετία ή πενταετία οι ορθογραφίες των λέξεων, και μετά θα παραπονιούμαστε που οι νέοι δεν διαβάζουν ή κάνουν ορθογραφικά λάθη.

 

Αυτό εξηγεί κιόλας γιατί ξεσπαθώνω με τόση ζέση εναντίον της καινοφανούς μπαμπινιώτειας ορθογραφίας· διότι αντί να βοηθάει να ξεδιαλύνει το μπέρδεμα στην ελληνική ορθογραφία, μπερδεύει την κατάσταση ακόμα περισσότερο. Εκεί που είχαμε καμιά πενηνταριά αμφισβητούμενους τύπους, λέξεις που γράφονταν με διπλή ορθογραφία (ή και τριπλή: η ξιπασιά, της ξιππασιάς, ω ξυπασιά! για να αντιγράψω τον Γ.Η.Χάρη), τώρα θα έχουμε πολύ περισσότερους, καθώς ο καθένας θα διαλέγει πέντε ή δέκα καινοφανείς ή αναστημένες ορθογραφίες από το πλούσιο τραπέζι του λεξικού Μπαμπινιώτη και θα τις εντάσσει στον προσωπικό του γραπτό λόγο. Βέβαια, κανείς δεν θα ενστερνιστεί όλες τις νέες προτάσεις, πράγμα που απλώς θα επιτείνει το αλαλούμ.

 

Δεύτερος κίνδυνος: επειδή το λεξικό Μπαμπινιώτη έχει αποκτήσει μεγάλο κύρος, φοβάμαι μήπως οι εξεζητημένες ορθογραφικές καινοτομίες (ή αναβιώσεις) του υιοθετηθούν από διαφόρους επηρμένους ή ημιμαθείς (το ένα δεν αποκλείει το άλλο), που βρίσκονται σε θέση εξουσίας και, το έχω ξαναπεί, κραδαίνοντας ψαλίδια και κόκκινα μολύβια, αρχίσουν τις επιθέσεις εναντίον όσων ακολουθούν απλώς τη σχολική ορθογραφία, αποκαλώντας τους (αποκαλώντας μας δηλαδή) έως και ανελλήνιστους. (Στο θέμα αυτό, χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο καβγάς με τη λέξη "έωλος/αίολος", θέμα που υπόσχομαι να αναπτύξω αναλυτικά κάποτε). Κι επειδή δεν έχω όρεξη, ύστερα από δεκαετίες επαγγελματικής ενασχόλησης με τον γραπτό λόγο, να τρέχω να αποδεικνύω ότι δεν είμαι ανελλήνιστος ελέφαντας, επιδιώκω να σκοτώσω το θεριό όσο είναι ακόμα μικρό.

 

Υπερβολές, θα πείτε. Όμως υπερβολή ήταν ότι πριν από μερικά χρόνια τυπώθηκε μυθιστόρημα και μάλιστα όχι τυχαίο, έχοντας σε περίοπτη θέση στις πρώτες εσωτερικές σελίδες την αναγγελία ότι ακολουθεί το ορθογραφικό σύστημα του λεξικού Μπαμπινιώτη (ήταν πριν από τη δεύτερη έκδοση όμως, κι έτσι το αγώρι το γλιτώσαμε). Και στην περίπτωση του μυθιστορήματος, μικρό το κακό. Έχοντας όμως κακή εμπειρία από ένα πρόγραμμα αναγνώρισης φωνής (θα την αφηγηθώ σε άλλο σημείωμα), τρέμω στο όχι και τόσο απίθανο ενδεχόμενο να υιοθετηθεί αυτούσια η μπαμπινιώτεια ορθογραφία από τη Μάικροσοφτ ή άλλη μεγάλη εταιρεία που θα βασίσει τα προγράμματα ορθογραφικής διόρθωσης των επεξεργαστών κειμένου της πάνω στην ορθογραφία του "εγκυρότερου ελληνικού λεξικού". Διότι, με τον άνθρωπο που σε διορθώνει όταν γράφεις καλιακούδα, μπορείς να συζητήσεις. Αλλά, για να θυμηθώ και τον τίτλο ενός παλιού δυστοπικού διηγήματος, computers don't argue, οι υπολογιστές δεν συζητούν, δεν παίρνουν από λόγια, οπότε τρέμω ένα μέλλον που εμείς θα πληκτρολογούμε αγόρι αλλά θα εμφανίζεται στην οθόνη μας αγώρι.

 

 

Επιστροφή στις Λεξικογραφικές σημειώσεις
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου



[1] Δεν ισχυρίζομαι βέβαια ότι το λεξικό Μπαμπινιώτη εφεύρε, εν έτει 1998, γραφές όπως φιλαινάδα, αγώρι, καλοιακούδα. Πολλές από αυτές τις αποκλίνουσες ορθογραφήσεις είχαν προταθεί παλιότερα, είχαν μερικές συμπεριληφθεί και σε λεξικά (π.χ. στο Ετυμολογικό του Ανδριώτη), αλλά δεν έγιναν αποδεκτές και έχουν πάψει να χρησιμοποιούνται εδώ και δεκαετίες (ή και αιώνες).