Ναυτικοί χαμένοι (δυστυχώς) στη μετάφραση

 

Οι βατσιμάνηδες της Μασσαλίας

Το μυθιστόρημα αυτό του μαρσεγιέζου Ζαν-Κλωντ Ιζζό κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2005 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση Μαριλένας Κοραντζάνη.

 

Η ιστορία ξεκινάει ως εξής: το πλοίο Αλντεμπαράν ξεμένει στο λιμάνι της Μασσαλίας όταν ο απόπλους του εμποδίζεται με δικαστική απόφαση επειδή η πλοιοκτήτρια εταιρεία έχει χρέη. Όταν αποδεικνύεται ότι το πράγμα θα τραβήξει σε μάκρος, οι περισσότεροι ναυτικοί παίρνουν μια αποζημίωση και φεύγουν· μένουν μόνο ο λιβανέζος πλοίαρχος, ο Αμπντούλ, και ο έλληνας (ψαριανός μάλιστα) υποπλοίαρχος Διαμαντής. Κοντά σ' αυτούς, κι ο τούρκος ασυρματιστής Νεντίμ, που ήταν να φύγει αλλά έχασε όλα του τα λεφτά και τα χαρτιά του σ' ένα μπαρ του λιμανιού.

 

Η ιστορία εκτυλίσσεται μεν στη Μασσαλία αλλά έχει και άφθονες αναδρομές στη ζωή των ηρώων, κι έτσι αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον για τον έλληνα αναγνώστη, αφού υπάρχουν αρκετές αναφορές στην Ελλάδα και στα ελληνικά πράγματα. Δυστυχώς η μετάφραση του βιβλίου μαστίζεται από άφθονα κωμικοτραγικά λάθη, σε μερικά από τα οποία θα αναφερθώ εδώ.

 

Ξεκινάω από τον τίτλο: Οι βατσιμάνηδες της Μασσαλίας. Ο πρωτότυπος γαλλικός είναι Les marins perdus, πρόχειρα: Οι χαμένοι ναυτικοί. Βατσιμάνης (από το αγγλ. watchman) είναι ο ναυτικός που παραμένει φύλακας σ' ένα δεμένο ή παροπλισμένο πλοίο, και είναι φανερό ότι ο ελληνικός τίτλος διαλέχτηκε μόνο και μόνο επειδή είναι αβανταδόρικος. Αλλά ας το προσπεράσουμε, έστω κι αν ο τίτλος είναι ελαφρώς παραπλανητικός, αφού το βιβλίο δεν μιλάει γενικώς για τους βατσιμάνηδες της Μασσαλίας αλλά για τρεις ναυτικούς που έχουν ξεμείνει σ' ένα πλοίο.

 

Η ελληνική λοιπόν μετάφραση βαρύνεται με όλα τα χαριτωμένα και συνηθισμένα λάθη (όπως η κατάχρηση δομών "είναι που", για παράδειγμα "Αυτός είναι που περιμένω" ως μετάφραση του C'est lui que j'attends, αντί του ελληνικού "Αυτόν περιμένω"), αλλά επιπλέον παρουσιάζει μια αρμαθιά από μαργαριτάρια πρώτου μεγέθους, που μερικά από αυτά δεν θα τα έκανε ούτε μικρό παιδί.

 

Η ομοβροντία των μαργαριταριών ξεκινάει από τη δεύτερη κιόλας σελίδα του κειμένου, όπου μαθαίνουμε ότι ο αφερέγγυος ιδιοκτήτης του πλοίου είναι

κάποιος Κυπριώτης, ονόματι Κωνσταντίνος Τάκης (σελ. 10). Φυσικά, κανείς έλληνας δεν έχει πει και δεν έχει γράψει ποτέ "Κυπριώτης". Όλοι λέμε Κύπριος, οι Κύπριοι λένε και ΚυπραίοςΤζυπραίος). Οι γάλλοι, βέβαια, λένε Chypriote, αλλά είναι αυτό δικαιολογία;

 

Αλλά αν αυτό είναι πλημμέλημα, το επόμενο μαργαριτάρι, στην αμέσως επόμενη σελίδα, είναι ληστεία μετά φόνου. Μαθαίνουμε λοιπόν ότι πολλοί βοήθησαν το πλήρωμα του Αλντεμπαράν να καλύψει τις ανάγκες του, για παράδειγμα "η ναυτική πυροσβεστική υπηρεσία τους προμήθευσε με μαλακό νερό". Ξεπερνάω την ιδιότυπη χρήση του προμηθεύω, και φτάνω στο "μαλακό νερό". Δηλαδή; Είχανε τάχα νερό με πολλά άλατα, σκληρό νερό, και δεν έβραζαν καλά τα φασόλια τους; Όχι βέβαια. Με γλυκό νερό, ελληνιστί πόσιμο νερό τους εφοδίασε η πυροσβεστική υπηρεσία! Και για του λόγου το αληθές: Les marins-pompiers les ravitaillèrent en eau douce. Φαίνεται απίστευτο ένα τόσο στοιχειώδες λάθος για πράγματα της καθημερινής πραγματικότητας, αλλά πιο κάτω έχουμε κι άλλα παραδείγματα.

 

Το βιβλίο κάνει συνεχείς αναφορές στον μεσογειακό κόσμο, και η μεταφράστρια δεν τα κατάφερε και πολύ καλά. Για παράδειγμα, δεν λέμε Καλά Λιμάνια, αλλά Καλοί Λιμένες (είναι ελληνικό τοπωνύμιο, στην Κρήτη!), ενώ ο ήρωας του Μοντεχρήστου, Dantès στα γαλλικά, δεν λεγόταν βέβαια Δάντης (!!) όπως θέλει η κυρία μεταφράστρια, αλλά Νταντές.

 

Και σ' ένα διπλό χτύπημα, στη σελίδα 293, όπου ο Νεντίμ θυμάται μια βραδιά στην Πόλη, που είχε πάει με μια πόρνη για 10 λίβρες και μετά μάλωσε με έναν αλήτη από την Τοφανέ. Φυσικά, στην Τουρκία (και σε πολλές άλλες χώρες) έχουν λίρες, αλλά οι λίρες στα γαλλικά είναι livres, και η μεταφράστρια από άγνοια ή μνημειώδη απροσεξία διάλεξε να μεταφράσει λίβρες, που βέβαια είναι μονάδα βάρους στα ελληνικά. Πάλι καλά που δεν μετέφρασε "για 10 βιβλία" γιατί το livre θα πει και βιβλίο!

 

Το δεύτερο λάθος δεν είναι τόσο ευδιάκριτο, αλλά πιστεύω ότι είναι αποτρέψιμο. Θέλω να πω, ένας σοβαρός μεταφραστής που θα δει "Tophâné", ως τοπωνύμιο της Κωνσταντινούπολης, δεν θα το αποδώσει αμέσως Τοφανέ, αλλά θα σκεφτεί πρώτα ότι το σύμπλεγμα ph οι γάλλοι το χρησιμοποιούν για ελληνογενείς όρους (philosophie, photographie), και ότι η περισπωμένη πάνω από το άλφα δεν θα μπήκε για ομορφιά, άρα εδώ κάτι δεν πάει καλά, και (ο σοβαρός μεταφραστής) θα έψαχνε. Αν ήταν σοβαρός μεταφραστής που ξέρει τούρκικα, θα ήξερε ότι top είναι το κανόνι, αλλιώς θα ρώταγε, ή θα έβαζε τη λέξη στο ρημάδι το ιντερνέτι, και θα έβλεπε ότι δεν είναι Τοφανέ αλλά Τοπχανέ, όχι θηλυκό αλλά ουδέτερο, το Τοπχανέ, διάσημο τοπωνύμιο της Πόλης. Αυτά, ένας σοβαρός μεταφραστής.

 

Ο ίδιος μεταφραστής, ο σοβαρός, όταν διάβαζε για κάποιους που σκοτώθηκαν από βομβαρδισμό στον εμφύλιο πόλεμο του Λιβάνου "dans une cave de Beyrouth-Est" θα μετέφραζε "σε ένα υπόγειο στην ανατολική Βηρυττό". Η δική μας μεταφράστρια, επειδή cave είναι επίσης η σπηλιά, θέλησε να τους πεθάνει μέσα σε σπηλιά.

 

Να δούμε τώρα έναν συνδυασμό πραγματολογικού και γλωσσικού μαργαριταριού, που φτάνει στο απίστευτο. Ο Διαμαντής έχει στη Μασσαλία έναν ξάδερφο, που έχει παντρευτεί εκεί μια Ελληνίδα της Μασσαλίας, έχει πιάσει την καλή, μένει στα ακριβά προάστια και… αντιπαθεί τους ξένους. Λέει ο ξάδερφος:

 

Σελ. 27

Οι ξεθωριάρηδες, σωστή λέπρα μες στο κέντρο της πόλης … Εμείς, είναι απλό, πηγαίνουμε πολύ περισσότερο προς την Κανεμπιέρ. Δεν ξεπερνάμε την πλατεία Καστελάν. Ό,τι θέλουμε υπάρχει ένα βήμα γύρω μας. Η αγορά, τα εμπορικά, οι κινηματογράφοι…

 

Ο βολεμένος στα προάστια ξάδερφος θεωρεί λοιπόν λέπρα τους "ξεθωριάρηδες" (βλ. πιο κάτω) και δεν τολμάει να πλησιάσει στο κέντρο, να πάει πιο πέρα από την πλατεία Καστελάν. Τότε, γιατί λέει ότι "πηγαίνουμε πολύ περισσότερο προς την Κανεμπιέρ;" Γιατί απλούστατα η μεταφράστρια όχι μόνο δεν έχει ανοίξει ένα χάρτη της Μασσαλίας αλλά κάνει κι ένα παιδαριώδες σφάλμα επιπέδου δευτέρας τάξης. Το γαλλικό κείμενο λέει: Nous, c'est simple, on n'y va plus sur la Canebière. On dépasse pas la place Castellane

Αυτό στα ελληνικά σημαίνει: Εμείς, πολύ απλά, δεν πηγαίνουμε πια στην Κανεμπιέρ. Δεν πάμε πιο πέρα από την πλατεία Καστελλάν.

Τώρα, η Κανεμπιέρ είναι η κεντρική λεωφόρος της Μασσαλίας και θα μπορούσαμε λαϊκά να πούμε ότι την ξέρουν και οι γάτες, χωρίς να έχουν αναγκαστικά επισκεφτεί τη Μασσαλία. Τέλος πάντων, όταν έχεις να μεταφράσεις ένα βιβλίο που μιλάει για τη Μασσαλία, δεν κάνει κακό να ανοίξεις κι ένα χάρτη της πόλης! Αλλά βέβαια plus σημαίνει και περισσότερο, οπότε η μεταφράστρια μπέρδεψε το "on n'y va plus" που θα πει "δεν πάμε πια" με το "πηγαίνουμε περισσότερο". Πρόκειται φυσικά για παιδαριώδες λάθος, αφού αν ήθελε να πει "πηγαίνουμε περισσότερο στην Κανεμπιέρ" (που είναι ούτως ή άλλως παράλογο), η σύνταξη στα γαλλικά θα ήταν διαφορετική. Λάθος που ούτε οι γάτες θα έκαναν, αφού ξέρουν ότι η Κανεμπιέρ είναι κεντρικό μέρος, ούτε οι μαθητές της δευτέρας τάξης των γαλλικών.

 

Στο ίδιο απόσπασμα, ο ξενόφοβος ξάδερφος αποκαλεί τους ξένους "Les gris", γκρίζους. Η μεταφράστρια το απέδωσε "ξεθωριάρηδες", που είναι βέβαια παράλογο, αφού υπονοεί ότι ο ξάδερφος είναι πιο σκουρόχρωμος από τους "ξένους", που όπως ξέρουμε είναι άραβες και μαύροι! Αλλά αυτό είναι πταίσμα…

 

Το βιβλίο φυσικά είναι γεμάτο ναυτικούς όρους, όπου επίσης η μεταφράστρια τα θαλασσώνει (για παράδειγμα, δεν υπάρχει ναυτική ταυτότητα αλλά ναυτικό φυλλάδιο). Αλλά δεν έχει νόημα να απαριθμώ τα λάθη ένα προς ένα. Θα κλείσω με δύο μόνο ακόμα μαργαριτάρια, ένα ας πούμε ενδιαφέρον κι ένα αστείο. Πρώτα το ενδιαφέρον. Εκτός από ενδιαφέρον, το λάθος αυτό είναι και υπογείως εγκληματικό, γιατί δεν φαίνεται αμέσως και διαστρέφει το νόημα όλης της σκηνής.

 

Προς το τέλος του βιβλίου (σελ. 269), οι τρεις ναυτικοί βρίσκονται στο πλοίο μαζί με μια νεαρή και όμορφη κοπέλα, τη Λαλά, και φιλοσοφούν πίνοντας.

-- Η Μεσόγειος είναι αντρογυναίκα, λέει ο Διαμαντής.

-- Αντρογυναίκα; έκανε η Λαλά. Νόμιζε πως ήξερε τι θα πει, αλλά δεν ήταν κι απόλυτα σίγουρη.

-- Αυτός που έχει και τα δύο φύλα, εξήγησε ο πλοίαρχος που από αυτή την άγνοια της κοπέλας βγάζει το συμπέρασμα ότι πρόκειται για "χαζογκόμενα".

 

Κάτι δεν πάει καλά εδώ, ασφαλώς. Κατ' αρχήν, αντρογυναίκα, στα ελληνικά τουλάχιστον, δεν σημαίνει "αυτός που έχει και τα δύο φύλα", σημαίνει τη γυναίκα που έχει σωματική διάπλαση ή συμπεριφορά που ταιριάζουν σε άντρα. Έπειτα, ακόμα και οι υποτιθέμενες ακαλλιέργητες χαζογκόμενες ξέρουν τι θα πει αντρογυναίκα. Τι λέει στην πραγματικότητα ο συγγραφέας; Ο συγγραφέας λέει

La Méditerranée est androgyne.

Androgyne είναι ελληνικό, θα πει ανδρόγυνος, αυτός που έχει και τα δύο φύλα. Αλλά προφανώς η μεταφράστρια αγνοούσε τη λέξη! Παρεμπιπτόντως, κατά την ταπεινή μου γνώμη, άλλο είναι το "χαζογκόμενα" και άλλο το une pauvre conne, όπως χαρακτήρισε ο πλοίαρχος τη μικρή.

 

Και τελειώνουμε με το αστείο. Στη σελ. 45 διαβάζουμε ότι μερικοί ναύτες του Αλντεμπαράν, με το που πήραν την αποζημίωση, πήγαν για ένα αποχαιρετιστήριο φαγοπότι σε ένα τουριστικό εστιατόριο, όπου πήραν το μενού (που παρεμπιπτόντως είναι πολύ χαρακτηριστικό των κραυγαλέων τουριστικών εστιατορίων της Μασσαλίας που τίποτα δεν έχουν να ζηλέψουν από τα κραυγαλέα τουριστικά ελληνικά εστιατόρια). Πρώτο πιάτο, σούπα ψαριού. Βέβαια, εσείς κι εγώ λέμε "ψαρόσουπα", αλλά η μεταφράστρια θεώρησε ιερό καθήκον να μεταφράσει απαρεγκλίτως καταλέξη το γαλλικό soupe de poisson. Αυτό όμως ήταν το πρώτο πιάτο. Το κυρίως πιάτο, ήταν τσιπούρες με μήλα στον ατμό. Μωρέ μπράβο γαλλική κουζίνα, ζαβολιάρα και τσαχπίνα! Ή μήπως όχι; Μήλα βραστά με ψάρι; Δεν θα είναι ελαφρώς αηδές; Να το χρεώσουμε στη γαλλική μαγειρική δεξιοτεχνία ή στην ελληνική μεταφραστική ατζαμοσύνη; Στα γαλλικά το μήλο είναι pomme, αλλά η πατάτα είναι pomme de terre, γεώμηλο που λέγαμε κι εμείς στην καθαρεύουσα. Τώρα, όποιος έχει πάει στη Γαλλία, ξέρει ότι οι γάλλοι στην τρέχουσα χρήση, όταν μιλάνε για φαγητά με πατάτες, πολλές φορές δεν λένε pommes de terre αλλά σκέτο pommes. Έτσι, τις βραστές πατάτες στον ατμό, τις λένε pommes vapeur, και βέβαια αυτό ήταν το φαγητό που δοκίμασαν οι ναύτες του βιβλίου, τσιπούρες με βραστές πατάτες και όχι μήλα στον ατμό! Αυτό είναι μάλλον πασίγνωστο, αλλά βρε παιδί μου, κι αν δεν το ξέρεις, δεν παραξενεύεσαι όταν διαβάζεις για ψάρια με μήλα στον ατμό; Πάλι καλά που δεν έφαγαν μπιφτέκια με πατάτες τηγανητές (pommes frites), οπότε φαντάζομαι ότι η καλή κυρία θα το απέδιδε "μήλα τηγανητά".

 

Με δυο λόγια, ένα καλό βιβλίο που χαντακώνεται από πολλά τρανταχτά, σχεδόν απίστευτα, μεταφραστικά αμαρτήματα. Κρίμα.

 

 

 

 

Επιστροφή στις σελίδες για τη μετάφραση
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου




© 2006 Νίκος Σαραντάκος