Το κείμενο αυτό, διορθωμένο και ξανακοιταγμένο, περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου "Γλώσσα μετ' εμποδίων" που κυκλοφορεί από τον Οκτώβρη του 2007 από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου. Περισσότερα για το βιβλίο μου αυτό, μπορείτε να διαβάσετε εδώ



Ωραίες και άπιστες: και δεν εννοώ τις μεταφράσεις

 

Το παλιό ευφυολόγημα λέει ότι οι μεταφράσεις είναι σαν τις γυναίκες: όταν είναι ωραίες δεν είναι πιστές κι όταν είναι πιστές δεν είναι ωραίες. Τόσο σαν μεταφραστής όσο και σαν σύζυγος, έχω στοιχεία ότι ο κανόνας αυτός δεν ισχύει. Μου φαίνεται όμως πιθανότερο περισσότερες αναλογικά να είναι οι ωραίες άπιστες σε έναν άλλο χώρο, στο χώρο της ετυμολογίας (με την ευρύτερη έννοια της λέξης).

 

Ανθρώπινο είναι να μας γοητεύουν οι ωραίες ιστορίες, οι μύθοι, τα παραμύθια αν θέλετε. Δεν αρέσουν μόνο στους Ιταλούς οι ιστορίες που είναι ωραίες αν και αμφισβητείται η αληθοφάνειά τους. Η ετυμολογία προσφέρεται για τέτοιες ωραίες ιστορίες λέξεων, και ακόμα περισσότερο η φρασεολογική ετυμολογία, δηλαδή η αναζήτηση της αρχής των παροιμιακών ή ιδιωματικών φράσεων. Γιατί λογουχάρη λέμε «τα έχει τετρακόσια» για κάποιον που διατηρεί στο ακέραιο τις πνευματικές του δυνάμεις; Αυτό είναι εύκολο· η οκά, το οθωμανικό μέτρο βάρους που χρησιμοποιούσαμε μέχρι σχετικά πρόσφατα στην Ελλάδα, είχε τετρακόσια δράμια. Όποιος λοιπόν τα έχει τετρακόσια, έχει το μυαλό του ακέραιο, όσο πρέπει και όχι λειψό στο βάρος.

 

Μακάρι να ήταν τόσο εύκολες όλες οι εξηγήσεις. Σπάνια είναι. Και όταν η εξήγηση δεν είναι προφανής, ανοίγεται διάπλατος ο δρόμος στην εντυπωσιοθηρία, διότι καθόλου δεν συγκινείται το αναγνωστικό κοινό αν δει ότι είναι άγνωστη η προέλευση της φράσης, ενώ εύκολα πιστεύει τις πιο απίθανες εξηγήσεις και εκδοχές, φτάνει να είναι ben trovate, και ενίοτε κι όταν δεν είναι. Ο Αλαίν Ρέι, ο γάλλος λεξικογράφος που το βιβλίο του με έβαλε στα αίματα πριν τόσα χρόνια να γράψω κι εγώ μια συλλογή ιδιωματικών εκφράσεων, λέει ότι οι εξηγήσεις φράσεων που επικαλούνται ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός για να εξηγήσουν την προέλευση της φράσης είναι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, κατασκευασμένες εκ των υστέρων. Υπάρχει ένα βιβλίο, Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις, που αν και στη συλλογή του υλικού αντιπροσωπεύει αρκετό μόχθο, στην προέλευση των φράσεων είναι γεμάτο ανεύθυνες τερατολογίες και αστήρικτες υποθέσεις του συγγραφέα που προσπαθεί ζορ ζορνά να συνδέσει κάθε φράση με κάποιο ιστορικό γεγονός. Φυσικά, τμήματά του έχουν αναδημοσιευτεί σε υποτιθέμενα έγκυρα έντυπα, ακόμα και σε μεγάλες καθημερινές εφημερίδες. Για τη φράση που λέω πιο πάνω, το Μπάτε σκύλοι αλέστε, το εν λόγω βιβλίο κάνει λόγο για επεισόδιο επί φραγκοκρατίας, όπου ηρωικός τις μυλωνάς παρασέρνει στον μύλο του κακούς Φράγκους, λέγοντας την ως άνω φράση, και μετά τους βάζει φωτιά. Πράγματα παλαβά δηλαδή, συν τοις άλλοις διότι ο Λουκάτος που έχει μελετήσει τη φράση έχει δείξει ότι η αρχική της μορφή ήταν "χίλιοι μύριοι αλέστε και αλεστικά μη δώστε" και η παραλλαγή (που τελικά επικράτησε) με τους σκύλους είναι πολύ μεταγενέστερη. Άλλωστε και στα γαλλικά η έκφραση entrer comme dans un moulin, παναπεί "μπαίνεις όπως στο μύλο" είναι παροιμιώδης και λέγεται για ένα μέρος όπου μπαίνει κανείς χωρίς διατυπώσεις και εμπόδια –όπως ήταν και στον αληθινό μύλο, όπου οι χωριανοί μπορούσαν να μπουν και να αλέσουν το γέννημά τους χωρίς να είναι παρών ο μυλωνάς.

 

Και στην καθαυτό ετυμολογία δεν λείπουν οι ωραίες ιστορίες, που όμως δεν είναι αληθινές, ενώ πολλές φορές η αληθινή ετυμολογία είναι πολύ περισσότερο πεζή. Ιστορική έχει μείνει η απελπισία του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη όταν ο Νικόλαος Πολίτης διατύπωσε την σωστή ετυμολογία της λέξης καριοφίλι· βλέπετε, ο ποιητής προτιμούσε την παρετυμολογική ορθογράφησή της, καρυοφύλλι που παρέπεμπε σε φυλλοκάρδια και άλλα ρομαντικά και ηρωικά, ενώ στην πραγματικότητα το δοξασμένο όπλο ονομάστηκε έτσι επειδή είχε πάνω του χαραγμένη την ονομασία του εργοστασίου που το έφτιαχνε, της εταιρείας Κάρλο ε φίλι (Carlo e figli) παναπεί Κάρολος και υιοί.

 

Ωραία (θα) ήταν και η ιστορία ότι η λέξη καπετάνιος, που είναι δάνειο από τα ιταλικά, έχει ελληνική αρχή, και συγκεκριμένα το αξίωμα ο κατεπάνω, που ήταν τον καιρό των βυζαντινών ο τίτλος του διοικητή των ιταλικών επαρχιών και που το μαρτυρεί ο Δουκάγγιος από το 989. Η θεωρία αυτή, που την έχει διατυπώσει με τεκμηρίωση ασυνήθιστα σοβαρή για την εποχή ο Α. Ν. Γιάνναρης από το 1900,  είχε γίνει δεκτή από τα ελληνικά λεξικά, αλλά προσκρούει στο γεγονός ότι η λατινική λέξη capitaneus (από το caput = κεφάλι) μαρτυρείται από τον 6ο αιώνα. Σήμερα όλα τα σοβαρά λεξικά δέχονται λατινική (μέσω ενετικών) ετυμολογία του καπετάνιου και θεωρούν ότι το αξίωμα ο κατεπάνω των βυζαντινών είναι δάνειο από τα λατινικά που άλλαξε παρετυμολογικά μορφή. Όταν πριν από μερικά χρόνια σε μεγάλη εφημερίδα ένας φιλολογών δημοσιογράφος αφηγήθηκε την ιστορία του καπετάνιου αφηγούμενος πολύ γλαφυρά είναι η αλήθεια την παλιά θεωρία περί κατεπάνω, του έγραψα επισημαίνοντας ότι η θεωρία έχει πια ανασκευαστεί και μου απάντησε περίπου όπως και ο Βαλαωρίτης, δηλαδή, δίκιο έχεις μεν, αλλά γιατί μας χαλάς τόσο ωραία ιστορία;

 

Στο ίδιο πνεύμα, σε ένα πολύ καλογραμμένο βιβλιαράκι του αείμνηστου Μ. Παρλαμά με ιστορίες λέξεων, προτείνεται σαν αρχή της φράσης πάει φιρί φιρί η έκφραση         "θυρί-θυρί", δηλ. πηγαίνω πόρτα-πόρτα, γι’ αυτό άλλωστε και ο συγγραφέας έγραφε με ύψιλον τη λέξη (πάει φυρί-φυρί δηλαδή). Όταν πρωτοδιάβασα την εξήγηση αυτή καταγοητεύτηκα, διότι τη βρήκα εξαιρετικά πιθανή, αν πάρουμε υπόψη και τη μεγάλη ευκολία με την οποία το θ τρέπεται σε φ. Ωστόσο, προσγειώθηκα όταν είδα στα λεξικά ότι η έκφραση είναι δάνειο από την τουρκική fιrιl-fιrιl που σημαίνει σχεδόν το ίδιο, π.χ. fιrιl-fιrιl aramak = ψάχνω παντού για κάποιον.

 

Πριν από κάμποσα χρόνια, το 1995 συγκεκριμένα, ο Διονύσης Σαββόπουλος σε μια τελετή βράβευσής του στο «Αετοπούλειο» ίδρυμα είχε πει: "Το 'ραπ' βγαίνει από το 'ράψοντι'. 'Αρα ο πρώτος ράπερ ήταν ο 'Ομηρος". Ωστόσο, κι αυτή η ιστορία, αν και ασφαλώς γοητευτική,  δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Αν άνοιγε λεξικό της αγγλικής ο καλός τραγουδοποιός θα έβλεπε ότι το ραπ έχει την αρχή του σε λέξη της βρετανικής σλαγκ που έχει μάλλον σκανδιναβική ετυμολογία. Βέβαια, ο Δ.Σ. είναι γνωστό ότι έχει ιδιόρρυθμη σχέση με τη γλώσσα -αυτός δεν είχε «αποδείξει» με παλμογράφους και συχνότητες ότι στη σημερινή ελληνική γλώσσα υπάρχουν βραχέα και μακρά φωνήεντα, ενώ όλοι οι γλωσσολόγοι λένε ότι η γλώσσα μας έχει χάσει αυτή τη διάκριση εδώ και 18 αιώνες, κάτι άλλωστε που γνωρίζουν άριστα εκ πείρας όλοι οι Έλληνες;

 

Χρησιμοποιώντας τον Σαββόπουλο σαν γέφυρα θα περάσουμε από τις εύλογες αλλά λανθασμένες (και ωραίες) ετυμολογήσεις στις παράλογες (και όχι πάντα ωραίες). Σε κάποιο διαδικτυακό βήμα συζητήσεων, κάποιος υποστήριζε, και μάλιστα με ύφος χιλίων καρδιναλίων, ότι: Στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπάρχει η λέξη δίβατον < δύο + βήμα (ομιλίας)=δύο βήματα (βάθρα) ομιλίας. Από τη λέξη αυτή προήλθε το ξενόγλωσσο debate (ντιμπέιτ). Συνεπώς η συζήτηση, η συνομιλία περισσοτέρων των δύο ατόμων κακώς χαρακτηρίζεται ως debate. Φυσικά, όλη αυτή η «εξήγηση» είναι για τα πανηγύρια. Το αγγλικό debate ετυμολογείται προφανέστατα από το γαλλικό debattre που έχει την ίδια σημασία, συζητώ, αλλά αρχικά σήμαινε ‘παλεύω’ (αν έχει δει κανείς μερικά ντιμπέιτ βρίσκει διάφανη την ετυμολογία) και είναι από το λατινικό battere, χτυπάω κάποιον. Εκτός αυτού, λέξη δίβατον δεν υπάρχει στα αρχαία ελληνικά. Όταν τα υποστήριξα αυτά στο Διαδίκτυο, ο συντάκτης μου απάντησε με στόμφο ότι υπάρχουν και λέξεις που δεν τις κατέγραψαν τα λεξικά. Απάντησα ως εξής:

 

Λέξη δίβατον, έγραψα και επιμένω, δεν παραδίδεται στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Μπορεί να υπήρξε και να είναι αμάρτυρος τύπος, αλλά δεν έχετε καμιά απόδειξη γι' αυτό. Όπως καταλαβαίνετε, αυτό εξασθενίζει απελπιστικά την πρότασή σας.

Να σας κάνω όμως τη χάρη, να παραδεχτώ ότι υπήρξε ο αμάρτυρος τύπος.

Πώς έφτασε το δίβατον στην Αγγλία; Δεν πέρασε από τα λατινικά ή τα γαλλικά;
Περιπτώσεις απευθείας μετάδοσης από τα ελληνικά στα αγγλικά δεν υπάρχουν
στο Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση -πάντα είχαμε ενδιάμεσους τύπους είτε
στα λατινικά είτε σε ιταλικά-γαλλικά. Εν προκειμένω, ποιοι είναι αυτοί;

Άλλες ελληνικές λέξεις από δι- που έχουν αποδεδειγμένα δώσει αγγλικές λέξεις,
δεν έδωσαν ποτέ τύπους σε de- αλλά πάντοτε τύπους σε di-. Πρόχειρα,
δίασπρος που έδωσε diaper, οι πάνες των μωρών, από το δίμιτος το dimity,
συν όλα τα λόγια dimeter, dimethyl κτλ. Τώρα, γιατί μόνο το (ανύπαρκτο)
δίβατον να δώσει debate αντί για dibate, αυτό θα μας το πείτε εσείς.

Έχοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, συν το γεγονός ότι η επίσημη ετυμολογία
για το debate είναι ευλογότατη, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η πρότασή
σας είναι για γέλια. Όχι εσείς ο ίδιος, που δεν σας γνωρίζω, αλλά η συγκεκριμένη
πρόταση ασφαλώς.

 

Όπως καταλάβατε, αυτό είναι το πρόβλημα με τις ωραίες και άπιστες ετυμολογήσεις: ρίχνει ο παλαβός μια πέτρα στο πηγάδι, και μετά πρέπει ο γνωστικός να πέσει μέσα για να τη βγάλει· δηλαδή, πρέπει να αφιερώσεις χρόνο και κόπο για να ανασκευάσεις μια άποψη που ο άλλος βγάζει από την κοιλιά του στο πι και φι.

 

Παρόμοιοι «ετυμολόγοι» αφθονούν πολλοί στις ελλαδεμπορικές εκπομπές στα παρακάναλα. Ο Γιάννης Χάρης έχει ανθολογήσει διάφορα αμίμητα δείγματα, όπως ότι το κουπεπέ που λέμε στα βρέφη προέρχεται, τάχαμου, από το «κούπα, ω παι!» που έλεγαν, τάχαμου, οι αρχαίες μαμάδες στα βλαστάρια τους. Ακόμα πιο ξεκαρδιστικό, κάποιος άλλος φαντάστηκε ότι όταν οι αστυνόμοι στην κλασική Αθήνα αναζητούσαν να συλλάβουν τους ομοφυλόφιλους, ρωτούσαν «πού στη;» δηλ. τάχαμου «πού μένει;» και από εκεί τάχαμου προήλθε η γνωστή βρισιά (φυσικά η λέξη είναι τουρκική). Δυσκολευόμουν να πιστέψω τόσο τερατώδη δείγματα, αλλά είδα ένα με τα μάτια μου που το βρίσκω εξίσου εξωφρενικό, σε διαδικτυακή συζήτηση. Αν δεν το ξέρετε, το τουρκικό «σιχτίρ» είναι λέει δάνειο από το ελληνικό «σε οικτίρω»!

 

Οι περισσότερες από τις «ωραίες πλην άπιστες» ετυμολογίες καταρρέουν αν κανείς ανοίξει ένα λεξικό –μερικές όμως αντέχουν στο χρόνο, και μ’ ένα τέτοιο παράδειγμα θα τελειώσουμε. Πριν από καμιά εκατοστή χρόνια, πίστευαν ότι το τσιμπούσι είναι αντιδάνειο, διότι ναι μεν είναι δάνειο από την τουρκική λέξη cümbüs αλλά η τουρκική λέξη προέρχεται δήθεν από το αρχαίο συμπόσιον. Στην πρωτοποριακή εργασία του για τα αντιδάνεια, γύρω στο 1920, ο Άνταμ Μάιντχοφ αποδεικνύει ότι η λέξη δεν είναι αντιδάνειο διότι η τουρκική λέξη έχει περσική αρχή. Μόνο που έκανε το λάθος να συμπεριλάβει στην εργασία του τα ψευδή αντιδάνεια ανακατεμένα με τα αληθινά αντιδάνεια και, το χειρότερο, να γράψει την εργασία του στα γερμανικά, οπότε πολλοί συνέχισαν να περιλαμβάνουν το τσιμπούσι στα αντιδάνεια διότι έβλεπαν μεν τη λέξη στη συλλογή του Μάιντχοφ αλλά δεν κάθονταν να διαβάσουν την ανάλυση (που ήταν γραμμένη στα γερμανικά, γλώσσα δύσκολη). Δυστυχώς στο ίδιο λάθος έπεσε και ο Ανδριώτης στο λεξικό του, αν και είχε τη σύνεση να δώσει με επιφύλαξη τη λανθασμένη εκδοχή. Το λάθος διαιωνίζεται από λεξικό σε λεξικό, ακόμα και στην πρώτη έκδοση (και στην ανατύπωση) του Λεξικού Μπαμπινιώτη. Αργότερα βγαίνει το Λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, που δίνει τη σωστή ετυμολογία, και μερικά χρόνια αργότερα η δεύτερη έκδοση του Λεξικού Μπαμπινιώτη δίνει κι αυτή το σωστό. Στα τέλη του 2006, αρκετά χρόνια μετά, στην τηλεοπτική εκπομπή «Ομιλείτε ελληνικά;» που γυρίζεται με την ενεργό συμμετοχή του Γ. Μπαμπινιώτη, η παρουσιάστρια ρώτησε μια παίκτρια για την ετυμολογία της λέξης τσιμπούσι, και τη βαθμολόγησε σωστά όταν η παίκτρια, βοηθούμενη από την παρουσιάστρια, ανέφερε ως αρχή της λέξης το «συμπόσιο». Μάλιστα, στη συνέχεια η παρουσιάστρια έβαλε θέμα ορθογραφίας, ότι δηλαδή αφού το τσιμπούσι ετυμολογείται από το συμπόσιον, μήπως πρέπει να γράφεται με ύψιλον; Και ως «Εφετείο» ο κ. Μπαμπινιώτης αποφάνθηκε ότι αν πράγματι το τσιμπούσι ετυμολογείται από το συμπόσιον, όπως έχει υποστηριχτεί, τότε πρέπει να γραφτεί με ύψιλον. Οπότε, αναρωτιέμαι, αν μια εκπομπή που υποτίθεται ότι διδάσκει σωστά ελληνικά διασπείρει αποδεδειγμένες ανακρίβειες και αν ο επιφανέστερος έλληνας γλωσσολόγος δεν διαψεύδει τους γλωσσικούς μύθους, τότε γιατί να κατακρίνουμε τον καημένο τον ελλαδέμπορα που ετυμολογεί το φραπέ εκ του ραπίζω (και F το δίγαμμα, λέει); Τουλάχιστον αυτός μας κάνει να γελάμε.

 

 

Επιστροφή στους "γλωσσικούς μύθους"
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου




© 2007 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu