Η Λήθη – παράφραση του Λ. Μαβίλη από τον Άχθο Αρούρη

 

Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε

την πείνα της ζωής. Όταν μπιτίσει

ο βίος, έτσι πούχει καταντήσει

μην τους κλαις ο καημός σου όσος και νάναι.

 

Τέτοιαν ώρα οι ζωντανοί θα ξαναπάνε

για ψώνια. Κι ο μπακάλης θα τους βρίσει

και των φτωχών το μάτι θα μαυρίσει

εις του κουφού την πόρτα ως θα χτυπάνε.

 

Τσιγάρο πουθενά κανείς δεν θάβρει

στην αγορά θα τρέχουνε τη μαύρη

για μια φανέλα, κάλτσες και μανδήλι.

 

Αν δεν μπορείς παρά να κλαις το δείλι

τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν

θέλουν μα δε βολεί να κολατσήσουν.

 

Μυτιλήνη, 1941

 

Και το πρωτότυπο ποίημα:



Kαλότυχοι οι νεκροί, που λησμονάνε
        Tην πίκρια της ζωής. Όντας βυθήση
        O ήλιος και το σούρουπο ακλουθήση,
Mην τους κλαις, ο καϋμός σου όσος και νάναι!

Tέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
        'Σ της Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·
        Mα βούρκος το νεράκι θα μαυρίση,
A στάξη γι' αυτές δάκρυ, όθε αγαπάνε.

Kι' αν πιουν θολό νερό, ξαναθυμούνται,
        Διαβαίνοντας λειβάδι' απ' ασφονδήλι,
Πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.

        A δε μπορής παρά να κλαις το δείλι,
Tους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν·
Θέλουν ― μα δε βολεί να λησμονήσουν.

 

Επιστροφή στις παρωδίες του Άχθου Αρούρη