Το παλιό βιολί του Ιωάννη Πολέμη σε παράφραση του Άχθου Αρούρη

 

Άκου του φτωχόκοσμου το παλιό βιολί

το χαβά του π’ άρχισε φέτος τον Απρίλη.

Στα σκεβρά κουφάρια μας λυπηρά λαλεί

με της πείνας τ’ άχρωμα και σφιγμένα χείλη.

 

Φούρνους και μπακάλικα, μπαρ και μαγεριά

τριγυρίζει απέλπιδο τ’ αδειανό στομάχι.

Κουνουπίδια ορέγεται, τρέχει στα χωριά

και στα πράσα γίνεται πεισματώδης μάχη.

 

Ως κι ο γκιώνης, τ’ άσαρκο κι αχαμνό πουλί,

σαν πιαστεί, στον τέντζερη μαδημένο βράζει

δε γλυτώνει γάιδαρος, γάτος και σκυλί

μα και πάλι ο στόμαχος όσο πάει κι αδειάζει.

 

Τι κι αν ρίχνει μέσα του το στομάχι, τι;

πράσα και σκουπόσπορο και κεχρί και ρόβη

πιο τραχιά, πιο ζόρικη και πιο δυνατή

κάθε μέρα γίνεται η πείνα που το κόβει.

 

Μυτιλήνη, 1941

 

Και το πρωτότυπο ποίημα:

 

 

Άκουσε τ΄ απόκοσμο το παλιό βιολί

μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη

στο παλιό κουφάρι του μια ψυχή λαλεί

με τ΄ αχνά κι' απάρθενα της αγάπης χείλη.

 

Και τ' αηδόνι τ' άγρυπνο και το ζηλευτό

ζήλεψε κι εσώπασε κι έσκυψε κι εστάθη

για να δει περήφανο τι πουλί ειν' αυτό

που τα λέει γλυκύτερα της καρδιάς τα πάθη.

 

Ως κι ο γκιώνης τ' άχαρο, το δειλό πουλί,

με λαχτάρ' απόκρυφη τα φτερά τινάζει

και σωπαίνει ακούγοντας το παλιό βιολί,

για να μάθει ο δύστυχος πως ν` αναστενάζει.

 

Τι κι αν τρώει το ξύλο του το σαράκι; τι

κι αν περνούν αγύριστοι χρόνοι κι άλλοι χρόνοι;

Πιο γλυκιά και πιο όμορφη και πιο δυνατή

η φωνή του γίνεται, όσο αυτό παλιώνει.

 

Ειμ` εγώ τ' απόκοσμο το παλιό βιολί

μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη

στο παλιό κουφάρι μου μια ψυχή λαλεί

με της πρώτης νιότης μου τα δροσάτα χείλη.

 

Τι κι αν τρώει τα σπλάχνα μου το σαράκι; τι

κι αν βαδίζω αγύριστα χρόνο με τον χρόνο;

Πιο γλυκιά πιο όμορφη και πιο δυνατή

γίνεται η αγάπη μου, όσο εγώ παλιώνω.

 

 

Επιστροφή στις παρωδίες του Άχθου Αρούρη