ΠΑΡΑΠΟΙΗΣΗ

            ΚΙ ΟΜΩΣ…

                                    Του ΑΤΤΙΚ

 

Λησμόνησα τη γεύση της φραντζόλας

δεν τρώγω ούτε μαύρη ούτε λευκή

εξέχασα αν έχω φάει κιόλας

ποτές σ’ όλη τη ζήση μου απ’ αυτή.

 

Ο καιρός επέρασε

κι ο κοσμάκης γέρασε

χωρίς ψωμί καθόλου να μασάει

κι απ’ την πείνα ζούριασε

λύγισε καμπούριασε

κι εν τούτοις ταχτικά το φόρο κοπανάει.

 

Κι όμως κι όμως

κάτι λίγα του’ χουν μείνει

κι ένας νόμος –όπου ασφαλώς θα γίνει

θα του τα πάρει και αυτά

που’ ναι ζηλευτά, έτσι στα κλεφτά

κι έτσι ο κοσμάκης θ’ απομείνει

με χωρίς λεφτά.

 

Λησμόνησα στ’ αλήθεια το τσιγάρο

π’ ακρίβηνε κι αυτό σαν το ψωμί

δεν έχω ούτ’ αποτσίγαρο να πάρω

δεν έμεινε στην τσέπη μου δραχμή.

 

Οι δασμοί με λύγισαν

κι όλα με κυνήγησαν

κατάπια όλων των φόρων το ποτήρι

μ’ ένα λόγο χάθηκα

κι αν δεν ετρελλάθηκα

ήταν για του Τσαλδάρη το χατήρι.

 

Κι όμως κι όμως

μου’ χουνε τα ρούχα μείνει

κι ένας νόμος

πρέπει να’ βγει για να γδύνει

Πρέπει να βρούμε μερικοί

ρούχα από σακκί

σκόλη Κυριακή

κι όλος ο κοσμάκης ν’ απομείνει

με χωρίς βρακί.

 

Άχτος Αρούρης

 

Δημοσιεύτηκε στο φ. 105 της 6.1.1934, τέταρτο τεύχος σερί με συνεργασία του Άχθου Αρούρη. Το τραγούδι του Αττίκ, τεράστια επιτυχία τότε, είναι γνωστό και σήμερα.

 

 

 

Επιστροφή στα ποιήματα από τον Τρίβολο