Σατανική ποίησις

 

                        ΤΟΥ ΠΟΝΗΡΟΥ

 

Ελέησέ με ο Θεός, κατά το ελεό σου
έτσι που έσπλαχνα ελεείς κάθε πιστό σου.
Είμαι, θαρρώ, Θε μου κι εγώ εικόνα και ομοίωση
του πάνσεπτου προσώπου σου με κάτασπρη γενειάδα
και με το δίκιο μου ζητώ
μια κάποια λογικήν αποζημίωση
όπως που στάθηκα πιστός μες στων δακρύων την κοιλάδα.

 

Ουράνιες δε ζητώ χαρές, αλλά στον κόσμο τον απτό
να βρουν θέλω τα κότσια μου δικαίωση.
Τι ναν την κάνω τη διαβεβαίωση
μιανής ανέφελης ζωής στου Παραδείσου τη χλιδή,
αφού τη σήμερον πεινώ και χαραμίζω τη ζωή μου
σε μιας ανέκφραστης μιζέριας το μαράζι;

Θεούλη μου σε βεβαιώ δε με πειράζει
την πονεμένη αν πάρει ο διάβολος ψυχή μου.


Αρκεί το μαύρο μάτι μου χαρούμενο να δει

ήλιο και φως αληθινό

λίγα λουλούδια και δυο τρεις αυγούλες ροδαλές
και τη χαρά ναν τη χαρεί μέσα στο γήινο ουρανό.
«Τα περισσά του πονηρού εστίν», όπως το λες.

 

Άχτος Αρούρης

 

Δημοσιεύτηκε στο φ. 128 του Τρίβολου (15.6.1934). Το ποίημα είναι ίσως το καλύτερο της περιόδου αυτής. Ταυτόχρονα, είναι και το τελευταίο ποίημα της πρώτης περιόδου συνεργασίας του Άχθου Αρούρη με το περιοδικό της Μυτιλήνης.

Ο Ν.Σ. το καλοκαίρι του 1934 μετακομίζει στην Αθήνα οικογενειακώς· στη συνέχεια διορίζεται στην Αγροτική Τράπεζα στην Κρήτη, απ’ όπου θα ξαναρχίσει τη συνεργασία του με τον Τρίβολο, τον Ιανουάριο του 1936. Μεσολαβεί δηλαδή σιωπή επί δεκαοχτώ μήνες.

 

 

 

Επιστροφή στα ποιήματα από τον Τρίβολο