ΕΞΑΓΝΙΣΜΟΣ

 

Άσειστα ολόγυρα τειχιά

και μεις του σκοταδιού στοιχειά.

απάνου στον ψηλό ουρανό.

πότε πουλάκι να περάσει

πότ’ έν’ αστέρι να φανεί,

ή πότε η πόρτα ν’ ανοιχτεί,

φίλος ρακί κρυφά να μπάσει

να μπάσει τον ψηλό ουρανό!

 

Ήταν ο Τσόκλης ο γκαβός,

ο Κωτσιαράς ο παλαβός,

ο Λέτσος με τη μαχαιριά,

μπουλούκι από μουστακαλήδες,

που με ζουνάρι απολυτό

περάσανε στον κόσμο αυτό,

μπεκρήδες, κλέφτες, χασικλήδες,

που τέλος πάντα η μαχαιριά.

 

Όξω μας ήταν οι καλοί!

Λουλούδια, μυρουδιά, βιολί.

τα κοριτσόπουλα οι κυρές,

γαζετατζήδες, γαλονάδες,

μπαγκέρηδες με τον παρά,

καραβοκύρηδες με ουρά.

κατήδες, έμποροι, παπάδες,

τα κοριτσόπουλα, οι κυρές

 

Μα ξάφνου ο αγέρας ο μαβής

τη ρίζα μιας ζωής βουβής

ήρθε να σκίσει, τρανταχτά:

Πόλεμος άναβε στη χώρα.

Κανόνια, αλόγατα, σπαθιά,

Η πιο ψηλή κι η πιο βαθιά,

μέσ’ στην καρδιά μας, μπήκε γνώρα

βροντόλαλα και τρανταχτά.

 

Πήρε κι εμάς ο ποταμός!

–Χαρά και φόβος και θυμός! –

Κι όλοι φωνάξανε μαζύ:

Πάρτε κι εμάς να σκοτωθούμε

για την Ιδέα τη λαμπερή

(κορώνα και φτερά φορεί!)

κι όταν νικήσουμε θαρθούμε

στο Μεντρεσέ ξανά μαζύ…

 

Ε!... να μας βλέπατε εδεκεί

πώς με τη ρέγκα στο σακκί

και με διαμάντια στην καρδιά

χυνόμαστε σαν τους πετρίτες,

βαράγαμε ζερβά-δεξιά,

(θέληση, δύναμη κι αξιά)

αρκουδιαρέους γουρνομύτες,

πάντα σταυρό, πάντα καρδιά.

 

Φωτιά στα σπίτια, στα δεντρά,

φαρμάκι στα γλυκά νερά,

(ιδέα και λύσσα ιδανικές!)

ανοίγαμε παλιές κασέλες,

ασήμια αρπάζαμε, προικιά,

και την κοπέλα τη γλυκιά,

νεκρήν του φόβου, με μασέλες

ξεσκίζαμεν ιδανικές!...

 

Μανάδες, φουντωτές μηλιές

αδειάζαμέ τους τις κοιλιές,

και στον αέρα το χρυσό,

τινάζαμε με δυναμίτη

γεφύρια σιδερογραμμές…

Αξέχαστες ιερές στιγμές!

Ω! πόλεμε δικαιοκρίτη,

άστρο στα μέτωπα χρυσό!

 

Και σα γυρίσαμε στητοί,

πιστοί σε λόγο κι αρετή,

της λευτεριάς κοπέλια εμείς,

της λευτεριάς την άγιαν ώρα

μας εχαρίσαν. Το νερό

έσβυσε το αίμα των χεριών

κι είμαστε τίμιοι ανθρώποι τώρα

και με παράσημον, εμείς!

 

 

 

Το ποίημα αυτό ο Βάρναλης το δημοσίευσε στην «Νέα Επιθεώρηση», αρ. 5, Μάης 1928, αλλά δεν το συμπεριέλαβε σε καμιά έκδοση των ποιημάτων του. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι το θεώρησε «σκληρό». Θεωρώ ότι το ποίημα έχει κοινά στοιχεία με τον Καπετάνιο των Σκλάβων πολιορκημένων, και μάλιστα με τους στίχους που παρέλειψε ο Βάρναλης από τη στερεότυπη έκδοση και που μπορείτε να τους διαβάσετε στην ενότητα αυτή.

 

Το ποίημα το παρουσίασε το 1975 ο Αλ. Αργυρίου στο 1ο τεύχος του περιοδικού Ηριδανός. Όμως, δεν μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε «άγνωστο» ποίημα, αφού με προφορική διάδοση ήταν αρκετά γνωστό προπολεμικά. Χαρακτηριστικό είναι ότι πάνω στους στίχους του είχε φτιάξει το 1946 ο παππούς μου Νίκος Σαραντάκος παράφραση, για να παρηγοριούνται οι εαμίτες κρατούμενοι πίσω από το σύρμα του στρατόπεδου. 

 

Επιστροφή