Βάρναλης, Η προσευχή του ταπεινού (παρωδία)

 

Ο Βάρναλης έγραψε την παρακάτω αριστοτεχνική (αλλά και δηλητηριώδη) παρωδία του ποιήματος του Ζαχαρία Παπαντωνίου «Προσευχή του ταπεινού», λίγο καιρό μετά την κυκλοφορία της συλλογής «Θεία δώρα» του Παπαντωνίου το 1931. Ο Παπαντωνίου, καλός ποιητής, ήταν βενιζελικός και είχε ευνοηθεί από το κόμμα του αφού διορίστηκε διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, ακα­δημαϊκός, καθηγητής της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών, τιμήθηκε με το Αριστείο γραμμάτων και τεχνών κτλ.

 

Το ποίημα δεν έχει αποθησαυριστεί αλλού, ούτε σε βιβλίο ούτε στο περιοδικό Ηριδανός. Το δημοσίευσε στο τεύχος αρ. 2 του περιοδικού Πολιτιστική (1984) ο Μιχ. Παπαϊωάννου, στο άρθρο του «Θέματα από το έργο του Βάρναλη».

 

Ο Μ.Μ.Παπαϊωάννου γράφει στην Πολιτιστική ότι ο Βάρναλης δημοσίευσε την παρωδία σε περιοδικό ποικίλης ύλης, υπογράφοντάς την με χλευαστικό ψευδώνυμο, αλλά είχε χάσει τη σημείωση που είχε κρατήσει κι έτσι δεν μπορούσε να δώσει περισσότερες πληροφορίες. Κατά σύμπτωση, ο φίλος ιστορικός Γιώργος Πετρόπουλος βρήκε το ποίημα στο αρχείο του. Η παρωδία λοιπόν πρωτοδημοσιεύτηκε στο αριστερό περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», με το χαρακτηριστικό ψευδώνυμο Καρχαρίας Παπαφαταούλας.

 

 

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά και μάτι δεν μας βλέπει

βρέχε σωρό διορισμούς στην ταπεινή μου τσέπη.

Την προσευχή μου, Κύριε, σου λέω με προθυμία

καμιά ψυχή δεν έβλαψα, μονάχα τα Ταμεία.

 

Εκείνοι που με πλήγωσαν ήσαν αγαπημένοι.

Που να μην την εβούτηξα θέση καμιά δε μένει.

Ήσυχα εγώ κι αθόρυβα τα έργα μου έχω πράξει

κι από Γραικύλους και Γραικούς το σύμπαν έχω αρπάξει

 

Στην πόρτα μου άλλος δεν χτυπά κανείς απ’ τον αέρα

κι όλες εγώ τις χτύπησα (δουλειά μου κάθε μέρα).

Ήμουνα των μικρών παιδιών και των σκυλιών ο φίλος

κι όλων εγώ των αρχηγών πιστός χαδιάρης σκύλος.

 

Σ’ ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.

Αφού το κράτος πλήρωνε, ζήτω η γλυκειά Πατρίδα!

Σ’ ευχαριστώ που μου’ δωκες χωρίς να μου ανήκει

τη θέση της Εκδοτικής και την Πινακοθήκη.

 

Για την καπατσοσύνη μου οι εχθροί θα με μισήσουν.

Ευδόκησε ν’ αφανιστούν χωρίς να ξαναζήσουν.

Με τρόπο της Ποιήσεως δώσε μου, Κύριε, τώρα

τα πενήντα χιλιάρικα, τ’ αληθινά «θεία δώρα».

 

 

Το ποίημα του Παπαντωνίου έχει ως εξής:

 

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά, σου λέω τη προσευχή μου:
'Αλλη ψυχή δεν έβλαψα στο κόσμο απ' τη δική μου.
Εκείνοι που με πλήγωσαν ήσαν αγαπημένοι.
Τη πίκρα μου τη βάσταξα, μου δίνεις και τη ξένη.

Μ' απαρνηθήκαν οι χαρές. Δε τις γυρεύω πίσω.
Προσμένω τα χειρότερα. Ειν' αμαρτία να ελπίσω.
Σαν ευτυχία αγαπώ της νύχτας τη φοβέρα.
Στη πόρτα μ' άλλος δε χτυπά κανείς, απ' τον αγέρα.

 

Δεν έχω δόξα. Ειν' ήσυχα τα έργα που 'χω πράξει.
'Ακουσα τη γλυκειά βροχή, τη δύση 'χω κοιτάξει,
έδωκα στα παιδιά χαρές, σε σκύλους λίγο χάδι,
ζευγάδες καλησπέρισα που γύριζαν το βράδι.

 

Τώρα δεν έχω τίποτε να διώξω ή να κρατήσω.
Δε περιμένω ανταμοιβή, πολλή 'ναι τέτοια ελπίδα!
Ευδόκησε ν' αφανιστώ, χωρίς να ξαναζήσω.
Σ' ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.

 

 

 

Επιστροφή