Το «ήπιο» βασιλικό πραξικόπημα του 1892 μέσα από τις σελίδες του Ρωμηού

 

Στα τέλη του 19ου αιώνα ο Χαρίλαος Τρικούπης κυριάρχησε στην πολιτική ζωή της χώρας, έχοντας ως αντίπαλο τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη. Κατά την επικρατούσα σήμερα άποψη, ο Τρικούπης ήταν πολιτικός με αρχές, μορφωμένος μεταρρυθμιστής που έβαλε τις βάσεις για τον εκσυγχρονισμό της Ελλάδας, ενώ ο Δηλιγιάννης παλαιοκομματικός δημαγωγός που βασιζόταν στους κομματάρχες και στα ρουσφέτια. Ιστορικός δεν είμαι για να αμφισβητήσω τη γενική αυτή εικόνα, όμως θέλω να παρατηρήσω στους αγιογράφους του Χ. Τρικούπη ότι η οικονομική πολιτική του δεν μου φαίνεται να διαπνεόταν από αρχές, αφού χαρακτηριζόταν από αντιλαϊκή φορολογική πολιτική και αφειδή παροχή προνομίων για προσέλκυση του παροικιακού κεφαλαίου, αλλά και ήταν αναποτελεσματική, αφού οι ομογενείς κεφαλαιούχοι απέφυγαν τις παραγωγικές επενδύσεις προτιμώντας το εύκολο κέρδος. Επίσης, απεχθή βρίσκω την κατάργηση της δωρεάν παιδείας από τον Τρικούπη και μάλιστα την επιβολή δυσβάστακτων διδάκτρων (Σημείωση: Πολλά στοιχεία αυτής της ιστορικής ανασκόπησης πήρα από την Ιστορία των Ελλήνων των εκδ. Δομή).

 

Αλλά λέω πολλά. Ας περιοριστώ στο συγκεκριμένο επεισόδιο. Στις εκλογές του Οκτωβρίου 1890 νικητής είχε αναδειχθεί ο Δηλιγιάννης, ο οποίος μετά τη νίκη του θέλησε να παραπέμψει τον Τρικούπη, τον ηττημένο των εκλογών, και τέσσερις υπουργούς του σε ειδικό δικαστήριο σύμφωνα με τον νόμο περί ευθύνης υπουργών. Πράγματι, τον Μάρτιο του 1891 η Βουλή αποφάσισε την παραπομπή τους, αλλά το θέμα αφέθηκε σε εκκρεμότητα, προκειμένου να φθαρεί πολιτικά ο «υπόδικος» Τρικούπης.

 

Τον Ιανουάριο του 1892 η κυβέρνηση Δηλιγιάννη ήρθε σε σύγκρουση με ομάδα Γάλλων κεφαλαιούχων, που τα συμφέροντά τους εκπροσωπούσε ο Ανδρέας Συγγρός. Ο Συγγρός υπέβαλε υπόμνημα στον βασιλιά Γεώργιο Α’, που ήταν προσωπικός του φίλος, στο οποίο ουσιαστικά του ζητούσε να παύσει την κυβέρνηση Δηλιγιάννη. Ο βασιλιάς πείστηκε και στις 17 Ιανουαρίου έστειλε τον γραμματέα του Καλίνσκη και κάλεσε τον Δηλιγιάννη να παραιτηθεί επειδή δεν απολάμβανε την εμπιστοσύνη του Στέμματος. Ο Δηλιγιάννης συγκάλεσε αμέσως το υπουργικό συμβούλιο το οποίο παμψηφεί αποφάσισε ότι «δεν έχει λόγον ουδέ δικαίωμα να παραιτηθεί, αφού απολαμβάνει πλήρως της εμπιστοσύνης του Κοινοβουλίου». Και αμέσως μετά η κυβέρνηση ζήτησε (και πήρε) ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή. Έτσι, ο Δηλιγιάννης προκαλούσε τον βασιλιά να παύσει την κυβέρνηση, και βέβαια να επωμιστεί το πολιτικό κόστος. Την άλλη μέρα, 18 Ιανουαρίου, ο βασιλιάς πράγματι έπαυσε την κυβέρνηση, σε μια κίνηση που χαρακτηρίζεται «εξαιρετικά αμφιλεγόμενη» από συνταγματική άποψη, όσο κι αν ήταν μέσα στα συνταγματικά του προνόμια. Στη συνέχεια, προχώρησε στις επαφές για διορισμό νέας κυβέρνησης, χωρίς να πτοείται από τις λαϊκές διαδηλώσεις υπέρ του Δηλιγιάννη. Ο Τρικούπης αρνήθηκε να σχηματίσει κυβέρνηση, αφού δεν διέθετε πλειοψηφία, και τελικά την εντολή έλαβε ο Κ Κωνσταντόπουλος, βουλευτής του «τρίτου κόμματος».

 

Ο Σουρής στον Ρωμηό, αφιερώνει ολόκληρο το φύλλο αρ. 375 (Πούντο εβδομήντα πέντε λογαριάζω και τρακόσα / και τας νέας στάσεις ψάλλω και πολέμων άθλα τόσα, όπως ήταν η έμμετρη διατύπωσή του) της 22ας Φεβρουαρίου 1892 (Εικοσιδύο μηνός Φλεβάρη / κι όλ’ οι αντάρται εις το ποδάρι) στην παύση της κυβέρνησης.

 

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό στιχούργημα, παρωδία των Χαιρετισμών της εκκλησίας, που σας συνιστώ θερμά να το διαβάσετε ολόκληρο, αλλά εδώ θα παραθέσω μόνο την αρχή του για να μη διασπάσω τον ειρμό του κειμένου.

 

Χαιρετισμοί του Θοδωρή, ανδρός λαοπροβλήτου

με ψαλτικήν περίεργον και τάξιν αλφαβήτου

 

Άγγελος ήλθ’ εκ της Αυλής την Καθαρή Δευτέρα

του Στρατηλάτη Θοδωρή να κόψει τον αέρα,

κι ο Θοδωρής ενόμισε χωρίς κακό να βάνει

πως ο Καλλίνσκης ήρχετο επίσκεψι να κάνει

κι αμέσως τον ερώτησε αν θέλει κι αγαπά

κανένα θεριακλή καφέ, τσιγάρο και λοιπά,

αλλ’ ο Καλλίνσκης τον καφέ στην πάντα παραιτών

εξίστατο και ίστατο κραυγάζων προς αυτόν:

Χαίρε οπού επίσκεψι δεν ήρθα να σου κάνω,

χαίρε που μ’ έστειλαν εδώ με τρόπο από πάνω,

χαίρε οπού σου φέρονται με τόση απονιά,

χαίρε που μου παρήγγειλαν ν’ αδειάσεις τη γωνιά

χαίρε που πάνε σήμερα στον βρόντο τα εγκώμια,

χαίρε οπού του Στέμματος σε τρώνε τα προνόμια,

χαίρε που μόλις τέλειωσε το νέο Καρναβάλι

θέλ’ η Αυλή το γλέντι σου ξινό να σου το βγάλει,

χαίρε οπού φαντάσματα με το σπαθί κτυπάς,

χαίρε που με τα ρόπαλα και την καμήλα πας,

χαίρε που φίλοι σήμερα θα κλάψουν σεβαστοί

χαίρε που τα κακάρωσες με την Σαρακοστή,

χαίρε που τέτοια ξαφνική επλάκωσε ημέρα,

χαίρε που σ’ εκαθάρισε η Καθαρή Δευτέρα,

χαίρε οπού σου κόβεται η ξακουστή παρλάτα,

χαίρε λιγνέ κι ανύμφευτε του κράτους Στρατηλάτα.

                                    (ολόκληρο το κείμενο εδώ)

 

Παρά τις πρώτες διαδηλώσεις, έγινε φανερό ότι η στήριξη προς τον Δηλιγιάννη φυλλορροούσε καθώς το κόμμα του κάθε άλλο παρά αρραγές ήταν και επίλεκτα στελέχη του «Κορδονιού» (όπως αποκαλούσαν το κόμμα του Δηλιγιάννη· οι τρικουπικοί ήταν «η Ελιά») δεν μπορούσαν να αντισταθούν στην έλξη ενός χαρτοφυλακίου. Ο Σουρής ενώ σε άλλες περιπτώσεις δεν τσιγκουνεύτηκε τις επικρίσεις προς το Στέμμα, εδώ επικροτεί τις ενέργειες του Γεωργίου, με μόνη κριτική το ότι δεν παρέμβηκε νωρίτερα. Όπως λέει στο φύλλο της 7ης Μαρτίου 1892, στο εκτενές στιχούργημα με τίτλο Στον Άνακτα ο Φασουλής - μετά φαιδρότητος πολλής:

 

Μακάριος ο Βασιλεύς, που κάθε Αρλεκίνος

τον νανουρίζει με γλυκά κι ειρηνικά εγκώμια

αλλ’ όμως τρισμακάριος κι ο Βασιλεύς εκείνος

οπού θυμάται κάποτε πως έχει και προνόμια.

 

Μακάριος ο Βασιλεύς, που ξένοιαστος κοιμάται

και κάνει τα γυαλιά καρφιά και τ’ άχυρα κομμάτια,

αλλ’ όμως τρισκατάρατος κι εκείνος που θυμάται

ότι δεν παίρνει το λουφέ μονάχα για τα μάτια.

 

Μακάριος ο Βασιλεύς, που σειέται και λυγίζεται,

οπού σκοτώνει με χορούς τις ώρες του καιρού του

αλλ’ όμως τρισμακάριος κι αυτός που συλλογίζεται

πως δεν οφείλει μοναχά να τρέχει προς νερού του.

 

Μακάριος ο Βασιλεύς ο την ζωήν περνών

χωρίς κανένα σίφωνα κι ολίγην τρικυμίαν,

που είναι ως μονότονος γραμματικής κανών

χωρίς εξαίρεσιν ποτέ να έχει ουδεμίαν.

 

Αλλ’ όμως τρισμακάριος ο με κριόν χρυσόμαλλον

ποντοπορών εις πέλαγα κλυδώνων θαλασσίων,

σκεπτόμενος δε κάποτε να γίνει ρήμ’ ανώμαλον

κι εξαιρετέα γενική των χλούνων κι ετησίων.

 

(Για όσους δεν θυμούνται, χλούνης και ετησίας είναι δύο από τις τέσσερις εξαιρέσεις του κανόνα της αρχαίας που θέλει τον τόνο να κατεβαίνει στη γενική πτώση).

Στη συνέχεια, ο Σουρής ειρωνεύεται τους πολιτικάντηδες που επαιτούσαν να τους δοθεί εντολή σχηματισμού κυβέρνησης:

 

Όσοι μαράζι και σεβντά για το Κουβέρνο έχουν

τους βλέπω απ’ οπίσω σου με δάκρυα να τρέχουν

και σου φωνάζουν: «Βασιλεύ, ελέησε και σώσε,

ένα χαρτοφυλάκιο κι εμένα, μπάρμπα, δώσε,

και την Μαρία σου να δεις ογρήγορα Τσαρίνα

κι εμείς γι’ αυτήν να παίξομε ζουρνάδες και κλαρίνα».

 

«Δος μας χαρτοφυλάκιο να μη γενούμε Βρούτοι,

δος μας χαρτοφυλάκιο να μη βρωμά μπαρούτι,

δος μας χαρτοφυλάκιο χίλια καλά να φέρομε,

κι αν θα μας δώσεις, Βασιλεύ, ειπέ το να το ξέρομε,

αλλιώς μην κάνεις χωρατά, παραίτησε τ’ αστεία,

και κινδυνεύ’ η κραταιά του θρόνου δυναστεία.

 

«Δος μας, για νάχεις ήσυχο απ’ όλα το μυαλό σου,

δος μας χαρτοφυλάκιο αν θέλεις το καλό σου,

δος μας χαρτοφυλάκιο μ’ εμάς να καμαρώνεσαι

δος μας χαρτοφυλάκιο, αν θέλεις να πληρώνεσαι,

δος μας χαρτοφυλάκιο, μη μας θαρρείς για μπούφους,

αλλέως θα φορέσομε τους παρδαλούς μας σκούφους.

 

«Δος μας χαρτοφυλάκιο προτού ν’ ανησυχήσομε,

προτού τα μασκαρίτικα κουνήματα αρχίσομε,

προτού Κολοκοτρώνηδες σουγιάδες να τροχίσομε,

προτού την επανάσταση στον κόσμο ν’ αντηχήσομε,

προτού τυράννων αίματα ποταμηδόν να χύσομε,

προτού να κακαρώσομε, προτού να ξεψυχήσομε.

 

και οι οποίοι, όταν οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν έγιναν ξαφνικά δημοκρατικοί και απευθύνθηκαν στο λαό:

 

Σήκω, λαέ, κι ο Βασιλεύς θα θύσει, θ’ απολέσει

            και θα μας κάμει δούλους,

σήκω, λαέ, κι ο Βασιλεύς αρνείται να καλέσει

            κι εμάς τους Μπερτοδούλους.

 

Σήκω, λαέ, κι ο Βασιλεύς επιχειρεί να θραύσει

            δεσμούς θεσμών δυσλύτους,

σήκω, λαέ, κι ο Βασιλεύς ετόλμησε να παύσει

            και τους λαοπροβλήτους.

 

Σήκω, λαέ, κι ο Βασιλεύς του καθενός ανδρός σου

            μουντζώνει την αξίαν

σήκω, λαέ, προτού να δεις πως είναι τ’ άντερό σου

            λεπτό ως την οξείαν.

 

Αυτά φωνάζει ο καθείς και την φωνήν οξύνει

και στον λαόν φορτώνεται και του πατεί τον κάλο,

αλλ’ ο λεγόμενος λαός τον αφαλό του ξύνει

για να μην πω χωρίς ντροπή πως ξύνει τίποτ’ άλλο.

 

Η κυβέρνηση Κωνσταντόπουλου δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει πλειοψηφία στη Βουλή και ουσιαστικά λειτούργησε ως υπηρεσιακή για τις εκλογές που είχαν προκηρυχτεί στις 3 Μαΐου. Όλα έδειχναν ότι στις εκλογές θα θριάμβευε ο Τρικούπης. Στις παραμονές των εκλογών, ο Ρωμηός κυκλοφορεί (τ. 385, 2.5.1892) έχοντας στην πρώτη σελίδα τον συνήθη διάλογο Φασουλή και Περικλέτου, αλλά με τον Θεόδ. Δηλιγιάννη αντί του Περικλέτου: Φασουλής και Θοδωρέτος / ο καθένας νέτος σκέτος.

 

Θ. Και πώς τα βλέπετε λοιπόν;

Φ.                                            Μαυρίλα μού μυρίζει

κι η αύριον τι τέξεται καθένας το γνωρίζει.

Θ. Ω λύσσα εκδικήσεως!... ω πάθη ψυχοφθόρα!...

Φ. Καθόλου το συμφέρον σου δεν ένοιωσες ως τώρα.

Συ πρέπει να μαυρίζεσαι και με το παραπάνω

για να σε λένε Ζίγγις Χαν, αστέρι, Ταμερλάνο.

Όταν σε διώχνει κι η Αυλή με το σικτίρ πιλάφι.

όταν ροφούν το αίμα σου φρικτοί μηχανορράφοι,

η Συμμαχία η τριπλή και άλλοι περιδρόμοι,

όταν σαλεύουν όπως λες Συντάγματα και νόμοι,

τότε κι αστράπτεις και βροντάς και θαύματα μας κάνεις,

τότε στ’ αλήθεια φαίνεσαι πώς είσαι Δεληγιάννης.

Εσύ ποτέ δεν έπρεπε στην Εξουσία νά’μπεις,

εσύ απέξω κυβερνάς, εσύ απέξω λάμπεις,

εσύ απέξω μοναχά δαγκάνεις σαν κορέος

κι Εθνάρχης ονομάζεσαι και Τσάρος του Μορέως.

Εσύ επλάσθης, Θοδωρή, για νάσαι πάντα μάρτυς

κι αντιπολιτευόμενος κι αιμοδιψής αντάρτης,

των κυβερνώντων δικαστής και δήμιος σκληρός

και νόμων και Συντάγματος ακοίμητος φρουρός,

αλλέως, Θοδωρέτο μου, το φόρτε σου δεν ξέρεις

και τίποτα σε βεβαιώ πως δεν θα καταφέρεις.

Συ μένε Τσάρος πάντοτε και του Μωρηά ο γέρος,

εσύ επλάσθης, αδελφέ, να μείνεις Ροβεσπιέρος,

γι’ αυτό ξεφτέρι γίνεσαι, για τούτο είσαι μάννα,

τέτοιον σε θέλ’ η Καρκαλού καθώς κι η Δημητσάνα,

εγώ δε τώρα επειδή ποθώ την πρόοδόν σου

κι η δόξα υποπόδιον να είναι των ποδών σου,

κι επιθυμώ ενίοτε να γίνεται σεισμός

και να κουνεί το Σύνταγμα και κάθε μας θεσμός

και στόματα ν’ ακούονται σαν το δικό σου λαύρα

σκοπεύω αύριον πρωί να σε χορτάσω μαύρα.

 

Τα προγνωστικά επαληθεύτηκαν και ο Τρικούπης εξασφάλισε άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Στο επόμενο τεύχος του Ρωμηού, το 386, (Πούντος τρακόσα κι ογδόντα έξη / κι ο Θοδωράκης δεν βγάζει λέξι), που κυκλοφορεί στις 9 Μαΐου (Μαΐου εννέα / μαυρίλα γενναία), το δίδυμο Φασουλή και Περικλέτου επιστρέφει στην πρώτη σελίδα για να ψάλει τον εκλογικό επικήδειο του Δηλιγιάννη:

 

Φ. Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρ’ ημέρα,

κι η Καρκαλού εμαύρισε κι εκείνη πέρα πέρα.

Κυριακή ξημέρωνε και της Αγίας Μαύρας,

κορδόνια εκυμάτιζαν εις τας πνοάς της αύρας,

εσάλευε η τακτική των νόμων λειτουργία,

και στον Εθνάρχην έτρεξε η Μαύρα η Αγία

κι αμέσως –ω του θαύματος!- ο του Μωρηά Σατράπης

ως που να πεις λουκάνικο επρόβαλε Αράπης.

 

Π. Εμνήσθην τόσων προφητών και τρέμων από τρόμον

προσέτρεξα στου Ζήνωνος τον δοξασμένον δρόμον

και είδα τον Εθνάρχην μας και είπα δακρυσμένος:

τις έστιν ούτος άραγε ο τόσον μαυρισμένος;

καν Τσάρος γουναρογενής, καν μέγας Βοναπάρτης,

καν άστρο, καν κολοφωτιά, καν τενεκές αντάρτης;

Πολύ κακή την έπαθες με τους απατεώνας,

αλλ’ έσο, Τσάρε, δοξαστός, εις πάντας τους αιώνας.

 

Φ. Οία μαυρίλα σήμερον τον Θοδωράκη βρέχει,

οίον αγώνα σήμερον ο Θοδωράκης έχει!...

Καν Τσάρος ονομάζεσαι, καν Καίσαρ, καν τε Βρούτος,

ου παραμένει πάντοτε ο της ευκλείας πλούτος,

αλλά των τόσων τίτλων σου την δόξαν την αΐδιον

ευθύς την διαδέχεται κατάμαυρον σφαιρίδιον.

 

Η κυβέρνηση Τρικούπη δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει την δυσμενή οικονομική κατάσταση, παρά την επιβολή νέων φόρων (και την καθιέρωση «εκπαιδευτικών τελών» όπως ονομάστηκαν τα δίδακτρα που επιβλήθηκαν σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης). Τον Δεκέμβριο του 1893, ο Τρικούπης από το βήμα της Βουλής ανακοινώνει την οριστική αποτυχία, με τη διάσημη φράση Δυστυχώς επτωχεύσαμεν. Καθώς η λαϊκή δυσαρέσκεια ογκώνεται, το Παλάτι θεωρεί βολικό εξιλαστήριο θύμα τον Τρικούπη και ευνοεί όχι και τόσο διακριτικά την αντιπολίτευση· μάλιστα, σε ένα συλλαλητήριο, ο διάδοχος Κωνσταντίνος έφιππος καλεί την αστυνομία να ανοίξει δρόμο στους διαδηλωτές! Τελικά στις εκλογές του Απριλίου 1895 ο Δηλιγιάννης πετυχαίνει θρίαμβο και ο Τρικούπης παθαίνει πανωλεθρία, αφού ηττάται ακόμα και στην δική του εκλογική περιφέρεια, το Μεσολόγγι, από τον δευτεροκλασάτο πολιτευτή Κ. Γουλιμή (ήττα την οποία λέγεται ότι σχολίασε με τη φράση Ανθ’ ημών ο κ. Γουλιμής). Λίγο αργότερα αποχωρεί από την πολιτική και αναχωρεί απογοητευμένος για το εξωτερικό· ένα χρόνο αργότερα θα πεθάνει στις Κάννες.

 

Ο θριαμβευτής των εκλογών του 1895 Δηλιγιάννης θα οδηγήσει τη χώρα στον καταστροφικό πόλεμο του 1897 αλλά ο ίδιος θα αντέξει την πολιτική ήττα· θα γίνει άλλες δυο φορές πρωθυπουργός στις αρχές του 20ού αιώνα για να βρει το θάνατο στα σκαλιά της Βουλής από το χέρι ενός επαγγελματία χαρτοπαίχτη που τον δολοφόνησε επειδή η κυβέρνηση είχε κλείσει τις χαρτοπαιχτικές λέσχες.

 

 

 

 

 

Επιστροφή στον Γ. Σουρή
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου



Γράψτε μου / Mail me