Για την Άννι

(For Annie)

του Edgar Allan Poe

 

απόδοση : Ναπολέων Λαπαθιώτης

 

 

Thank Heaven! the crisis--
The danger is past,
And the lingering illness
Is over at last--
And the fever called "Living"
Is conquered at last.

Δόξα σοι ο Θεός! η κρίση –

ο κίνδυνος επέρασε,

κι η καρδιοβόρα αρρώστια

έχει τελειώσει πια –

κι πυρετός, που τόνε λένε «Ζωή»,

νικήθη τέλος.

Sadly, I know
I am shorn of my strength,
And no muscle I move
As I lie at full length--
But no matter!--I feel
I am better at length.

Θλιβερό είναι, το ξέρω

νάμαι γδυμένος απ΄ τη δύναμή μου,

και δε μπορώ να αναδέψω μήτε τι,

ενώ κείτομαι έτσι ξαπλωμένος –

μα τι με νοιάζει! – νιώθω

στο κάτω της γραφής πως είμαι πιο καλά.

And I rest so composedly,
Now, in my bed
That any beholder
Might fancy me dead--
Might start at beholding me,
Thinking me dead.

Κι έτσι ήσυχα αναπαύομαι,

τώρα, στο κρεβάτι μου,

που ένας θεατής

μπορούσε να με πάρει για νεκρό –

μπορούσε και ν΄ ανατριχιάσει, καθώς θα με κοιτούσε,

θαρρώντας με νεκρό.

The moaning and groaning,
The sighing and sobbing,
Are quieted now,
With that horrible throbbing
At heart:--ah, that horrible,
Horrible throbbing!

Παράπονα και βόγγοι,

λυγμοί και στεναγμοί,

είναι τώρα ησυχασμένοι,

και, μαζί τους, κι ο χτύπος

της καρδιάς : - α! ο φριχτός,

ο φριχτός ο χτύπος!

The sickness--the nausea--
The pitiless pain--
Have ceased, with the fever
That maddened my brain--
With the fever called "Living"
That burned in my brain.

Η αρρώστια – η αηδία –

κι η ανήμερη οδύνη –

πάψαν, μαζί κι ο πυρετός

που φρένιαζε το νου μου –

πάψαν, μαζί κι ο πυρετός που τόνε λένε «Ζωή»,

που φλόγιζε το νου μου.

And oh! of all tortures
That torture the worst
Has abated--the terrible
Torture of thirst
For the naphthaline river
Of Passion accurst:--
I have drunk of a water
That quenches all thirst:--

Κι απ΄ όλα τα μαρτύρια –

εκείνο το μαρτύριο, το πιο τρανό απ΄ όλα,

έχει κοπάσει, το τρομερό

μαρτύριο της δίψας,

για το θειαφένιον ποταμό

του κολασμένου Πάθους : -

ήπια ένα νερό,

που σβήνει κάθε δίψα.

Of a water that flows,
With a lullaby sound,
From a spring but a very few
Feet under ground--
From a cavern not very far
Down under ground.

Ένα νερό που ρέει

με ήχο νανουριστό,

από μια πηγή, που τρέχει λίγες

πιθαμές κάτου απ΄ τη γη –

από μια σπηλιά που είναι σε λίγο βάθος,

κάτου απ΄ τη γη.

And ah! let it never
Be foolishly said
That my room it is gloomy
And narrow my bed;
For man never slept
In a different bed--
And, to sleep, you must slumber
In just such a bed.

Κι ω! ας μην

ειπωθεί απερίσκεπτα

πως είναι η κάμαρή μου σκοτεινή,

και το κρεβάτι μου στενό –

γιατί άνθρωπος ποτές,

σ΄ αλλιώτικο κρεβάτι δεν κοιμήθη·

και, για να κοιμηθεί, μόνο

σ’  ένα κρεβάτι τέτοιο πρέπει να πλαγιάσει.

My tantalized spirit
Here blandly reposes,
Forgetting, or never
Regretting its roses--
Its old agitations
Of myrtles and roses:

Το βασανισμένο μου μυαλό,

εδώ αναπαύετα γλυκά,

ξεχνώντας ή ποτέ

μη νοσταλγώντας πια τα ρόδα –

τις παλιές λαχτάρες του

για μύρτα και για ρόδα.

For now, while so quietly
Lying, it fancies
A holier odor
About it, of pansies--
A rosemary odor,
Commingled with pansies--
With rue and the beautiful
Puritan pansies.

Γιατί τώρα, ενώ κείτεται

τόσο ήσυχα, ονειρεύεται

σιμά του μια πιο άγιαν ευωδιάν

από πανσέδες,

έτσι σαν δεντρολίβανο

μαζί με πανσέδες –

μια ευωδιά από απήγανο και ωραίους

αγνούς πανσέδες.

And so it lies happily,
Bathing in many
A dream of the truth
And the beauty of Annie--
Drowned in a bath
Of the tresses of Annie.

Και κείτεται έτσι ευτυχισμένο,

λουσμένο μέσα

στ΄ όνειρο

της ομορφιάς της Άννι –

λουσμένο μέσ’ σ΄ ένα λουτρόν

απ΄ τα μαλλιά της Άννι.

She tenderly kissed me,
She fondly caressed,
And then I fell gently
To sleep on her breast--
Deeply to sleep
From the heaven of her breast.

Τρυφερά με φίλησε,

κι ερωτικά με χάιδεψε,

και τότε έπεσα γλυκά

να κοιμηθώ στα στήθια της –

πολύ βαθιά να κοιμηθώ,

εξαιτίας του παραδείσου των στηθιών της.

When the light was extinguished,
She covered me warm,
And she prayed to the angels
To keep me from harm--
To the queen of the angels
To shield me from harm.

Άμα τα φώτα σβήσανε,

με σκέπασε ζεστά,

κι ύστερα τους αγγέλους παρακάλεσε

να με φυλάν απ΄ το κακό, -

των αγγέλων τη ρήγισσα,

να με φυλάει απ΄ το κακό.

And I lie so composedly,
Now, in my bed,
(Knowing her love)
That you fancy me dead--
And I rest so contentedly,
Now, in my bed,
(With her love at my breast)
That you fancy me dead--
That you shudder to look at me,
Thinking me dead.

Και κείτομαι έτσι ήσυχα,

τώρα, μέσ’ το κρεβάτι μου

(ξέροντας την αγάπη της),

που με θαρρείτε για νεκρό –

αναπαύομαι έτσι ευχάριστα,

τώρα, μέσ’ το κρεβάτι μου

(με την αγάπη της μέσα στην αγκαλιά μου)

που εσείς με λέτε για νεκρό –

κι ανατριχιάζετε, άμα με κοιτάτε,

θαρρώντας με νεκρό.

But my heart it is brighter
Than all of the many
Stars in the sky,
For it sparkles with Annie--
It glows with the light
Of the love of my Annie--
With the thought of the light
Of the eyes of my Annie.

Μα η καρδιά μου είναι πιο λαμπερή

απ΄ τ΄ αναρίθμητα

άστρα τ΄ ουρανού,

γιατί λάμπει όλη απ΄ την Άννι –

φέγγει απ΄ το φως

της αγάπης της Άννι μου –

απ΄ τη σκέψη του φωτός

των ματιών της Άννι μου.

 

 

 

 

 

 

  Επιστροφή