Πρωί στο λιμάνι

(Matin sur le port)

του Albert Samain

 

απόδοση : Ναπολέων Λαπαθιώτης

 

 

Le soleil, par degrés, de la brume émergeant,
dore la vieille tour et le haut des mâtures ;
et, jetant son filet sur les vagues obscures,
fait scintiller la mer dans ses mailles d' argent.

Ο ήλιος, σιγά σιγά, προβάλλοντας μέσ΄ απ΄ την πάχνη,

χρυσώνει το παλιό κάστρο και το απάνου μέρος των καταρτιών,

και ρίχνοντας το δίχτυ του απάνου στα σκοτεινά κύματα,

κάνει τη θάλασσα όλη να σπιθοβολεί μέσ’ τους ασημένιους του βρόχους.

Voici surgir, touchés par un rayon lointain,
des portiques de marbre et des architectures ;
et le vent épicé fait rêver d' aventures
dans la clarté limpide et fine du matin.

Να, που αναδίνουν τώρα, αγγιγμένες από μια μακρινήν αχτίδα,

μαρμάρινες στοές και χτίρια·

και ο αψύς αέρας σε κάνει να νείρεσαι κάποιες περιπέτειες,

μέσ’ τη λεπτή και καθάρια λάμψη του πρωιού.

L'étendard déployé sur l'arsenal palpite ;
et de petits enfants, qu' un jeu frivole excite,
font sonner en courant les anneaux du vieux mur.

Η απλωτή σημαία κυματίζει απάνου στο Ναύσταθμο,

και κάποια παιδάκια, ξαναμμένα απ΄ το τρελλό παιχνίδι,

κάνουν να κουδουνίζουν με το τρέξιμό τους οι χαλκάδες του γέρικου του τοίχου.

Pendant qu'un beau vaisseau, peint de pourpre et d'azur
bondissant et léger sur l'écume sonore,
s' en va, tout frissonnant de voiles, dans l' aurore.

Και την ώρ΄ αυτήν, ένα ωραίο πλοίο, χρωματισμένο όλο, πορφυρό και γαλανό,

χοροπηδώντας κι αλαφρύ στον ηχηρόν αφρό,

τραβάει, ανατριχιάζοντας μ΄ όλα τα πανιά του, μέσ΄ στην αυγή.

 

 

 

 

 

  Επιστροφή