Ανδρέας Αγγελάκης (1940-1991)

ΒΡΟΧΕΡΟ ΒΡΑΔΥ ΕΝΟΣ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ
ΙΣΩΣ ΤΟΥ ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΑ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗ

Ναι, σίγουρα πρέπει. Μας περιμένουν.
Πίσω απ’ το τζάμι, στητοί και αξιοπρεπείς,
οι γέροι ποιητές καραδοκούν μήπως χτυπήσει το κουδούνι.
Τι περιμένουν; ποιον; Όλους και κανέναν.
Οι ανθολογίες πολλές φορές τους παρουσιάζουν νεκρούς,
πως πέθαναν πριν πέντε ή δέκα χρόνια,
κάπου στην Επαρχία,
εκείνοι στέλνουν επιστολές,
διευκρινίζουν, ειρωνεύονται, απειλούν τον ανθολόγο,
κατηγορούν για φιλολογική ανεπάρκεια, κακοήθεια.
Παίρνουν απάντηση ικανοποιητική,
υπόσχεση διόρθωσης μόλις εξαντληθεί η πρώτη έκδοση
και ησυχάζουν.
Τα διηγούνται πια κατόπιν σαν ανέκδοτο.

«Και να σκεφτείτε πως τώρα γράφω το αριστούργημά μου,
αυτές οι καρακάξες θα πλαντάξουν,
σας βεβαιώνω,
είμαι πιο νέος απ’ αυτούς, μην τους ακούτε,
μεθαύριο έχω γενέθλια. Μπαίνω στην εφηβεία μου.
Κλείνω τα δεκαπέντε μου.
Τι δώρο θα μου κάνουν, άραγε;»

Και ξαφνικά, μεταμορφώνονται.
Γίνονται μια κοπελίτσα με ξανθά μαλλιά,
στο μπούστο της νταντέλες,
γίνονται ένα άτακτο αγοράκι
που κλέβει το γλυκό και σκαλίζει τη μύτη του.
«Λοιπόν, θα πάμε καμιά βόλτα;», σε ρωτούν.
«Το υποσχεθήκατε».

Πώς, βέβαια, λες. Κι ετοιμάζονται.
Βάζουν πανάκριβα λουστρίνια,
μεταξωτά πουκάμισα, φορτώνονται δαχτυλίδια και καδένες.

«Δεν θ’ αργήσουμε», φωνάζουν στην υπηρέτρια.
«Αν τηλεφωνήσει κανένας, πες να ξαναπάρει,
θα ΄μαι πίσω σε δυο ώρες,
πρόσεχε να σημειώσεις τ’ όνομά του,
όλο ξεχνάς τώρα τελευταία, αντίο».

Και σκαρφαλώνουνε στην πλάτη σου.
Τα πόδια σου λυγίζουν.
Ενώ δεν είναι καν εξήντα κιλά,
σηκώνεις ένα αβάσταχτο φορτίο,
κουβαλάς σ’ ένα σακί το χρόνο,
τρέμεις, λυγάς.

Ένα προπολεμικό τραγούδι βουίζει μες στ’ αυτιά σου.
Και – τι περίεργο! Ενώ η δύση δεν προμήνυε τίποτε,
αρχίζει μια ψιλή βροχή να πέφτει,
συνοδεύει την κουβέντα και τη βόλτα σας
διακριτικά, αλλά επίμονα,
διαλύει τα πάντα σ’ έρωτα και μνήμη,
πρόσωπα διαγράφονται στο μάκρος της λεωφόρου,
τρέχει ποτίζοντας τα μαλλιά, τη σάρκα σου.
Ενσωματώνεται στη σκέψη σου.
Ολόκληρος γίνεσαι βροχή.

«Ας σταματήσουμε εδώ, στο υπόστεγο.
Αυτή η απρόοπτη βροχή μας χάλασε τα σχέδια.
Τι ατυχία!
Πάντα, όταν βρέχει,
αισθάνομαι σαν να με τιμωρεί ένα πρόσωπο,
αλλά δεν ξέρω ποιο ή γιατί.
Το ΄χω προσέξει από μικρός».

Σωπαίνουν. Περνάει ώρα. Σε ξεχνούν.
Μονάχα ακούγεται η βροχή στο υπόστεγο.

«Δεν επιστρέφουμε;», λένε. «Δεν πειράζει.
Εξάλλου, εσείς θα μου περιγράψετε
αυτά που επρόκειτο να δούμε,
Τα σινεμά, τα θέατρα, οι φαντάροι,
τ’ αγάλματα στο πάρκο τα κιτρινισμένα,
οι τυχερές αυτές υπάρξεις
που οι ανόητοι τα θαρρούν χωρίς ζωή
- τι λεία σάρκα, τι νεανική,
βγάζουν κοροϊδευτικά τη γλώσσα τους στο χρόνο
και, κυρίως, είναι άτρωτα,
οι μαχαιριές των αισθημάτων άσκοπες,
έχουν συναλλαγές με την αιωνιότητα,
γι’ αυτό τα βλέπετε έτσι αυτάρκη,
με γνωρίζουν εμένα, ωστόσο, τα γνωρίζω,

αλλά τι λέω, ξεχάστηκα,
ώρες είναι να μπλεχτούμε και με τη μεταφυσική,
αυτό μας έλειπε,
ανέκαθεν μισούσα τις αφηρημένες έννοιες,
λοιπόν, έτσι,
θέλετε λίγο ούζο, ουίσκι, αναψυκτικό;
Ούτε καν σας ρώτησα.
Βαρέθηκα πια τα ίδια πρόσωπα,
ποια πρόσωπα; για τον Καβάφη λέω.
Εφιάλτης μου έγινε. Έχει προσκολληθεί
σαν βδέλλα πάνω μου.
Όπου πάω, μ’ ακολουθεί. Στο σαλόνι,
που λιμνάζουν οι οικογενειακές φωτογραφίες μας,
στο χωλ, στην κουζίνα, όταν ψήνω κάποιο ζεστό,
στην τουαλέτα ακόμα. Παντού από πίσω μου.
Μα, καταντάει τυραννία.
Μ’ έχει κάνει νευρασθενικό.
Καταπίνω χάπια με τις φούχτες.
Κάποιος πρέπει να του μιλήσει πια,
να φύγει, να φύγει, να φύγει, να ξεκουμπιστεί.
Να, για ακούστε. Όχι, δεν είναι αυτός.
κάποιο ποντίκι θα ΄ναι, έχουμε και τέτοια,
δεν μας φτάναν τ’ άλλα.
Και η μνήμη να κρέμεται σαν βρυκόλακας στο τζάμι μου.

Όλα τούτα τα χαρτιά, τα ποιήματα, προσχέδια,
επιστολές νεκρών λογοτεχνών, καρτ ντε βιζίτ,
φωτογραφίες της Λεάντερ, δίσκοι της,
όλα τούτα μου ΄ρχεται ν’ ανοίξω το παράθυρο,
να τα πετάξω,
στάχτη και μπούρμπερη να γίνουν,
όλο τούτο τ’ άχρηστο χαρτικό το ανεπρόκοπο
να γινόταν, λέει, κορμί φαντάρου ή ναύτη,
-έχω αδυναμία στις στολές, συγχωρέστε με,
εκείνο το βαθύ τους μπλε με κάνει
σα να ταξιδεύω-
να γίνει, που λέτε, σάρκα, αίμα και φλέβες,
αυτά που η ποίησή μου σεμνύνεται
να ομολογήσει,
μπράτσα, πλάτες, μέλη απόκρυφα.

Αχ, να γινόταν ξαφνικά, χωρίς κουδούνι να χτυπήσει,
χωρίς κανένα τηλεφώνημα,
ν’ ανοίξει η πόρτα του δωματίου μου
και να εμφανισθεί αυτός. Αυτός.

«Ήρθα», να πει. Τίποτε άλλο. Και να γδυθεί.
Ν’ αφήσει τον μπερέ του στην καρέκλα
κι αργά αργά να βγάλει το πουκάμισο,
το παντελόνι, τις λασπωμένες μπότες.
Μετά να πει, «Είμαι κουρασμένος,
κάναμε ασκήσεις σήμερα,
λίγο να κοιμηθώ, κι ύστερα βλέπουμε».
Ν’ αρχίσει να ψιλοροχαλίζει.

Εγώ –χα, χα, σας την έφερα–
θα τον αφήσω να κοιμάται,
θα πλησιάσω την καρέκλα στο κρεβάτι του.
Μυρίζει εκείνη η απροσδιόριστη μυρουδιά
της νεανικής σάρκας
(ορμόνες, μου ΄πε ένας γιατρός)×
το ΄να χέρι κάτω απ’ το κεφάλι του,
τ’ άλλο πάνω στην ήβη του. Περιττό.
Τίποτα δεν προσμένω. Τίποτα. Τίποτα.
Βαρεθήκατε; Ναι, βέβαια, είναι αργά.
Και τα ταξί δύσκολα βρίσκονται τέτοια ώρα.
Του χρόνου πάλι. Σίγουρα. Τηλεφωνείστε μου.
Ναι, αρκετά καλά τα ποιήματά σας,
θα βρω καιρό να σας γράψω τις εντυπώσεις μου.
Αντίο. Και να διαβάζετε. Διαβάζετε τους κλασικούς.
Είναι το άλφα και το ωμέγα.
Κακά τα ψέματα. Χωρίς την κλασική παιδεία μου
δεν ξέρω αν θα ΄γραφα τέτοια αριστουργήματα.
Γεια σας, λοιπόν.
Τραβήξτε, καθώς φεύγετε, καλά την πόρτα.
Ναι. Ναι. Συντόμως ελπίζω να τα ξαναπούμε.

(Από τη συλλογή Η μεταφυσική της μιας νύχτας, 1982)

 

 

MODUS VIVENDI

Σαν τον Λαπαθιώτη μοιάζει πια – αντίγραφό του.
Κι αν άλλαξε ελαφρά το σκηνικό – η Πειραιώς,
η Βάθης, τα κουτούκια, η λαχαναγορά,
εκείνο το γαλάζιο τούλι του μεσοπολέμου,
οι μπερντέδες και τα χαμηλά κασκέτα
κι άλλα τινά, παραμένουν άλλα, ωστόσο,
τα πιο μόνιμα:
Ο «μπερντές», η νύχτα που δεν τήρησε ποτέ
καμιά απ’ τις υποσχέσεις της,
το άγχος, η αναμονή, οι ρούνες,
η καταστροφή, τέλος.
Μια καταστροφή αθόρυβη, άνανδρη,
ανειδοποίητη, που σερβίρει το δηλητήριό της
αργά, με χέρια σίγουρα,
σαν τα χέρια, ξέρετε, που σας χαϊδεύουν τάχατες
και κατεβαίνουν προς τα κάτω
όχι γι’ αυτό που φανταστήκατε,
μα για το πορτοφόλι –
τι άλλο;

(Από τη συλλογή Τα ποιήματα του δολοφόνου μου, 1986)

 


Επιστροφή