Μια φιλολογική φάρσα πριν από 80 χρόνια
με θύμα τη Νέα Εστία και τον Καζαντζάκη, στην οποία μπλέκεται και το όνομα του Λαπαθιώτη…

Το 1928, το νεαρό (τότε) λογοτεχνικό περιοδικό “Νέα Εστία” κυκλοφορεί με πρωτοσέλιδο εκτενές απόσπασμα από την Οδύσσεια του Νίκου Καζαντζάκη. Δεν εννοώ τη μετάφραση του ομηρικού έπους, αλλά την επική σύνθεση που έγραψε ο Καζαντζάκης και “συνεχίζει” την αφήγηση εκεί που την άφησε ο Όμηρος. Το ποίημα αυτό, ίσως και λόγω της έκτασής του (33.333 στίχοι!) αλλά και του στρυφνού 17σύλλαβου στίχου του, είναι από τα πιο αδικημένα της γραμματείας μας. Ο Καζαντζάκης είχε αρχίσει να το γράφει από το 1925 και είχε ήδη δημοσιεύσει κάμποσα αποσπάσματα σε περιοδικά (50, 100 ή περισσότερους στίχους).

Το περιοδικό σημειώνει σε υποσημείωση ότι το κομμάτι το έστειλε ο ποιητής στη Νέα Εστία “που η συμβολή της στη Νεοελληνική Φιλολογία είναι σοβαρή κι αξιοπρόσεχτη” προσθέτοντας: “Ας θεωρηθεί κι ως απάντηση δική μου στην πολεμική κάποιας στείρας, αρνητικής κριτικής”.

Το απόσπασμα ξεκινάει ως εξής:

Μα ξάφνου ξέσπασε σφοδρή μια ανεμική, του σούρπου η στρίγγλα,
στην ερημιά’ και λέει φρικιάζοντας ο λόγγος του βαράγκου:
“Δώθε το κούφιο σκέλεθρο μολύβηνε και με σγουλίζει,
τι πεια το κάμα δε γροικάω να καψαλιάζει τις κορφές μου,
μα τα ριζάκουλά μου, σαν οχιές φριχτές, παγροκομένες,
βαθειά μαρμάζουν άβουλα κι ως στυλαφτιάστηκα μού εκάστη
πως κιόλας ούρια χούμηξαν τα ανεμοαγκάστρωτα τα νέφη
και τ’ άντερά τους γρούζουν. Ω Θεοί, γιατί χολιάσατε ούλοι;”
Κι ο βαθύς βάραγκας, αγέρωχος, το λόγγο αντροκαλιέται:
“Ώχου αδερφέ! κι αν σ’ έχω αυτού βαρδιάτορα, δε μου κοστίζει
ξέγδαρμα, κι αν ήταν μπορετό, νεροποντής να σ’ απολάψω.
Και, μα το Θεό, τα σάπια ξύλα σου λιπαίνουν την κοιλιά μου”.

Αυτοί οι 12 στίχοι αρκούν, το υπόλοιπο είναι το ίδιο και χειρότερο. Ας κάνουμε σύγκριση με ένα άλλο απόσπασμα από την Οδύσσεια (το παίρνω από το περιοδικό Αναγέννηση, 1926, μιλάει η ωραία Ελένη):

“Ομπρός! στο μέγα λιακωτό λαμπρός μας περιμένει δείπνος
Καλό, μετά τον κίντυνο, να κάθεσαι με φίλους κι ήσυχα
να γεύεσαι το ιερό ψωμί και το κρασί, γλυκομιλώντας”.
    Είπε και πείνα ξάναψε σφοδρή μέσ’ στων αντρών τα στήθια·
Πήγαινε ομπρός και φλέγουνταν στο φως το λυγερό της σώμα.
Φορούσε ολόμαυρο κρουστό λινό, χυτό, με κεντημένα
χρυσά πουλιά φανταχτικά και φλόγες κι έλαμπε σα νύχτα.

Ολοφάνερα, το απόσπασμα που δημοσίεψε η Νέα Εστία είναι κατασκευασμένο, παρωδία του στυλ του Καζαντζάκη, κραυγαλέα μάλιστα παρωδία. Το “ολοφάνερα” το λέω εγώ, αλλά είμαι μετά Χριστόν προφήτης. Όσο κι αν μου φαίνεται κραυγαλέα η παρωδία, ο Ξενόπουλος, ίσως κολακευμένος από το συνοδευτικό γραμματάκι, την πίστεψε και μάλιστα την έβαλε στην περίοπτη θέση που θα άξιζε σε ένα γνήσιο απόσπασμα. Η περίπτωση μού θυμίζει τη φάρσα-πείραμα του Σοκάλ, που έγραψε άρθρο γεμάτο μεταμοντέρνες αρλούμπες και το υπέβαλε σε έγκυρο πιρριβιούντ περιοδικό, το οποίο το δημοσίευσε μετά πολλών επαίνων. Ωστόσο, ο Σοκάλ υπέγραφε, θαρρώ, με το αληθινό του όνομα. Κάπως περισσότερο μοιάζει με το πείραμα του έλληνα Σοκάλ, του Σοφοκλή Καλλιμάνη, αλλά σε άλλο πεδίο. Πάντως, το βρίσκω ταιριαστό για πρωταπριλιάτικο άρθρο.

Η φάρσα είχε περισσότερες πιθανότητες να πετύχει καθώς την εποχή εκείνη ο Καζαντζάκης έλειπε από την Ελλάδα. Πού ήταν; Η Βικιπαίδεια λέει πως ήταν σ’ ένα αγρόκτημα στην Τσεχοσλοβακία, η ΠάπυροςΛαρούς λέει πως ταξίδευε γενικώς. Ο ίδιος ο Καζαντζάκης, πάντως, έστειλε γράμμα στη Νέα Εστία με ημερομηνία 14-2-29 από τη Χιμανόφσκαγια, “ένα μικρό χωριό της Μαντσουρίας” όπως λέει ο ίδιος στο γράμμα. Λέει ακόμα ότι του έστειλε κάποιος τη Νέα Εστία και διευκρινίζει: Αν νομίζετε πως αξίζει τον κόπο, δημοσιέψετε πως οι στίχοι αφτοί δεν είναι δικοί μου. Το αστείο αφτό ενός καλού φίλου μούδωκε κάπια χαρά εδώ στην άκρα του κόσμου: μού θύμισε Ελλάδα.

Ο Ξενόπουλος προσθέτει από κάτω: “Μας εστάλη με την υπογραφή του, με σημείωμά του, και καλή τη πίστει το εδημοσιεύσαμεν. Δεν ήτο ιδικόν του. Μπορούσε όμως και να είναι. Ο ‘καλός φίλος’, δια να κάμη το ‘αστείο’ του, εμιμήθη την τεχνοτροπίαν του κ. Καζαντζάκη à s’y méprendre (…)

Βέβαια, δεν θα συμφωνήσω ότι η μίμηση ήταν τόσο τέλεια που σε ξεγελούσε. Όμως, ο Ξενόπουλος, αφού αναφέρει ότι σε ένα γαλλικό περιοδικό υπάρχει μόνιμη στήλη με τέτοιες μιμήσεις, προσθέτει κάτι που με ενδιαφέρει εξαιρετικά:

Εις το είδος αυτό της σοβαράς, να πούμε, παρωδίας, διαπρέπει κι εδώ ο κ. Ναπ. Λαπαθιώτης. Δεν πιστεύουμε να είναι αυτός ο ‘καλός φίλος’ του κ. Καζαντζάκη. Ή όχι;

Πράγματι, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης είχε δημοσιέψει σε περιοδικό, το 1924, δύο μιμήσεις, μία σε στυλ Καβάφη και μία σε στυλ Παπαδιαμάντη. Αργότερα, το 1938 δημοσίεψε τις ίδιες μιμήσεις μαζί με άλλες δέκα ποιητικές (μία του εαυτού του!) σε άλλο περιοδικό, όπως μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Όμως, το 1929 που γράφει ο Ξενόπουλος, δεν ξέρω να υπήρχαν άλλες λαπαθιωτικές μιμήσεις.

Βέβαια, μπορεί στα φιλολογικά σαλόνια ο Λαπαθιώτης να αυτοσχεδίαζε ή να έκανε παρωδίες και να είχε αποκτήσει όνομα ότι “διαπρέπει” στις παρωδίες. Αυτό δεν το ξέρω. Με σαγηνεύει όμως το ενδεχόμενο η σπόντα του Ξενόπουλου να μην είναι τυχαία και αθώα, αλλά να ήξερε ή να μάντεψε κάτι ο Ξενόπουλος. Μάλιστα, ο Λαπαθιώτης θα μπορούσε να είναι ο ανώνυμος φαρσέρ. Ή όχι;

 

Ενημέρωση, Ιούνιος 2009: Αφενός διαπίστωσα ότι η λαπαθιωτική μίμηση Παπαδιαμάντη είχε δημοσιευτεί όχι μόνο σε ένα λογοτεχνικό περιοδικό αλλά και στο ευρείας κυκλοφορίας «Μπουκέτο» (τον Ιούλιο του 1925). Αφετέρου όμως, σε τεύχος του περιοδικού Πρωτοπορία του 1929 υπάρχει ειρωνικό σχόλιο για τις φάρσες που στήνουν οι νεαροί λόγιοι στον Ξενόπουλο και εκεί αναφέρεται ότι δράστης της φάρσας ήταν ο λευκαδίτης φοιτητής Γεράσιμος Γρηγόρης, αργότερα γνωστός πεζογράφος.

 

 

Επιστροφή στις μιμήσεις του Λαπαθιώτη