Άδωνις Φατούρος (1924-1982)

ΣΤΟΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗ

Του Αίαντα την ορμή, α, πώς επήρες,
ποιες μάγισσες σε σύρανε, ποιες μούσες,
έτσι μεμιάς ανοίχτηκαν οι θύρες
της νύχτας στη ζωή π’ αναζητούσες;

Σου έδωκε η βουβή της η γαλήνη
-ήξερε πάντα σένανε να δίνει-
έρωτες άστατους, ντροπές, οδύνη,
ό,τι η ζωή κενό ΄νιωθες ν’ αφήνει.

Τώρα, μονάχα θύμηση αργοστάζει
ολόπικρη σ’ αυτούς που σ’ αγαπάνε
και λίγα άνθη ταχτικά σκορπάνε,

στο χώμα το φτωχό όπου σκεπάζει
τα μάτια τ’ ανοιχτά τα παγωμένα,
και κλαίνε, κλαίνε σιγανά για σένα.

3-2-1956

ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ

Στοχάζοντάς σε, Λαπαθιώτη, είδα
απόψε του εαυτού μου τη σφραγίδα.
Όνειρα να ΄ναι τάχα που περνάνε
ή σχήματα άυλα όπου περνάνε;

Μέσα στου πάθους το γλυκό μαρτύριο
είν’ η ζωή μας φανερό μυστήριο
τη μέρα μεις καθόλου δε ζητάμε
μπλάβα μονάχα ερέβη αγαπάμε.

Γιατί μπορούμε στο μουντό διασίδι
την κάθε πράξη π’ άλλος για βρισίδι
θα θώρ’ η ηθική να την κρατάμε

πίνουμ’ ατέλειωτα, ας μετράει
η κάθε νύχτα ό,τι μας κερνάει
δείχνοντας έτσι πως την αγαπάμε.

Φεβρουάριος 1957

(Από το αφιέρωμα του περιοδικού Η λέξη, τεύχος 33, 1984)

 

Επιστροφή