ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ

 

                                                ΜΙΑ ΓΝΩΜΗ

 

Αγαπητά «Νεοελ. Γράμματα»

            Ακόμα μια φορά, φανερώθηκε μπροστά στα μάτια των νέων που παρακολουθούν και προσμένουν να διδαχτούν απ’ τους ανθρώπους που παίζουν το ρόλο τους σήμερα στη σκηνή της λογοτεχνίας μας, πως απ’ τους πιο πολλούς, αν όχι από όλους, δεν πρέπει να ’χουν πολλές απαιτήσεις, τουλάχιστον στον τομέα του ήθους.

            Στο προπερασμένο φύλλο σας δημοσιεύτηκε γράμμα του κ. Φριλίγγου, που μ’ αρκετή λεπτότητα και χιούμορ υποδείκνυε –σαν ειδικός– κάποιο μαργαρίτη σχετικά με τα «ξόρκια» που βάζει στο στόμα του Εκκλησιαστή ο κ. Καραγάτσης στο πρωτότυπο και με φιλοσοφική διάθεση γραμμένο διήγημά του «Ο άνθρωπος με το κανελί πανωφόρι». Πολλοί απ’ όσους το διάβασαν και πρόσεξαν την παρατήρηση του κ. Φριλίγγου που επακολούθησε, νόμισαν πως τέλειωσε το ζήτημα μ’ αυτήν, μια που ούτε έχασε τίποτα από την αξία του το διήγημα, κι από την άλλη γινόταν μια διόρθωση που στο κάτω-κάτω τιμούσε τους αναγνώστες. Μα στον τόπο μας έχει δημιουργηθεί μια τόσο παρεξηγημένη αντίληψη για κάτι τέτοια ζητήματα, που δε μπορούσε παρά κι αυτό το τελευταίο να τραβήξει το… φυσικό του δρόμο. Στο τελευταίο σας φύλλο, ήρθε η απαραίτητη «απάντηση» με το κατά παράδοση των τελευταίων τούτων χρόνων αναπόφευκτο «προσβεβλημένο» και πικρόχολο ύφος.

            Ο κ. Καραγάτσης, ο συγγραφέας του «Γιούγκερμαν», αναγγέλλει στον κόσμο πως η «ανεκδιήγητη σχολαστικότητα» του κ. Φριλίγγου του ’δωσε θέμα για τη δημιουργία ενός τύπου ανθρώπου «με περιορισμένη διανοητικότητα και στενή αντίληψη», ενός βοτανολόγου, που το μεγάλο έργο της ζωής του, ήταν μια μελέτη «περί της οικογενείας των χεδροπών» και «που θριαμβεύει γεμάτος ευδαιμονία, γιατί θαρρεί πως έκαμε κάτι πολύ σπουδαίο» βάζοντας στη θέση του κάποιο «γνωστό πεζογράφο» για μια του μικρήν ανακρίβεια… Νομίζω πως ο παραλληλισμός αυτός, που στάθηκε πηγή έμπνευσης για τον κ. Καραγάτση, είναι πολύ κακοπροαίρετος κι απίθανος και σκοπός του δεν ήταν, βέβαια η δημιουργία έργου τέχνης, αλλά η ταπείνωση και η ένδειξη περιφρόνησης στο αθόρυβο έργο του «ποιητή» μεταφραστή των βιβλικών αριστουργημά­των, ενός ανθρώπου που μόχθησε και δημιούργησε, και που στα σίγουρα πρόσφερε κάτι πολύ θετικό και γόνιμο στα γράμματά μας, κι ίσως πολύ θετικότερο και γονιμότερο από μερικά εφήμερα λογοτεχνήματα. Εύχομαι για την προκοπή της τέχνης στον τόπο μας, να ’ναι λίγοι οι λειτουργοί της που εμπνέουνται κατεβαίνοντας τόσο χαμηλά.

            Με μας συμβαίνει κάτι παράξενο. Τα έργα των συγγραφέων μας, και προ πάντων εκείνα που με σταθερό βήμα φτάνουν και μπαίνουν στα σύνορα της αληθινής τέχνης, μας κάνουν να ’χουμε όλη τη διάθεση να πιστέψουμε και ν’ αγαπήσουμε τους δημιουργούς, μα ύστερα οι ίδιοι αυτοί μας πικραίνουν στη στενότερή τους γνωριμία. Γενικά, οι σημερινοί καλλιτέχνες απογοητεύουν σαν πλησιάσεις τη συνείδησή τους, την ψυχή τους. Αν γύρευα εξαιρέσεις στη σημερινή διανοούμενη Ελλάδα, δε θα ’βρισκα παραπάνω από πέντε-δέκα. Μα κι αυτό το λιγοστό φως γιομίζει ενθουσιασμό τις καρδιές μας, και δίνουμε την αίγλη συμβόλου σ’ αυτούς, τούς βάζουμε τέρματα –προσωρινά– στην πορεία μας προς τα εμπρός και προς τα πάνω…

            Τούτο το γράμμα μου, είναι μια φωνή διαμαρτυρίας βγαλμένη απ’ το στήθος της γενιάς που φτάνει και που βλέπει μ’ απογοήτευση την κατατριβή σε μικροπρέπειες του μεγαλύτερου μέρους της γενιάς που θα ’πρεπε τώρα να δημιουργεί και να ετοιμάζει μ’ αγάπη κι επίγνωση την κληρονομιά της Τέχνης, μα και του ήθους, που θ’ αφήσει για παράδειγμα σ’ αυτούς που έρχουνται, και που μ’ άγρυπνο μάτι, ξέρουν να παρακολουθούν, να κρίνουν και καμιά φορά, να καταδικάζουν! Κι όταν οι νέοι καταδικάζουν…

 

Με αγάπη

 

ΣΤ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Αθήνα 15/12/1939



Επιστροφή