ΤΟ ΓΥΑΛΕΝΙΟ ΜΑΤΙ

 

ΔΙΗΓΗΜΑ

 

 

Δεν είμαι παρά ένα απλό γυαλί, ένα μικρό και ασήμαντο χρωματιστό γυαλί, –ένα ψέμα πιο πολύ, μες στο μεγάλον κόσμο,– ένα γυαλί, που το ’φκιασαν –με τέχνη, είν’ αλήθεια– να παρασταίνει ένα μάτι ζωντανό, ως τις πιο μικρές του λεπτομέρειες, για να μπορεί, όταν εκείνο λείπει, να ξεγελάει τους ανθρώπους πως υπάρχει –κι όμως, ερχόμενο σ' αυτή τη γη, χάρη στην καλοσύνη του τεχνίτη μου, απόχτησα κι εγώ την ιστορία μου, και μπορώ τώρα να την πω, όμοια κι απαράλλαχτα σαν άνθρωπος, –και μάλιστα, με κάποια υπερηφάνεια! Γιατί, στο κάτω-κάτω της γραφής, όλα τα χρωματιστά γυαλιά δεν έχουν τέτοιες ιστορίες στη ζωή τους, που ν' αξίζει τον κόπο να τις πούνε... Η δική μου ιστορία είν’ απλή, –μα τόσο σπάνια, και τόσο θλιβερή, που θα ’πρεπε να δάκρυζα, αν ήμουν ζωντανό, κάθε φορά που την ξαναθυμάμαι: γι’ αυτό δεν πρέπει να χαμογελάτε, σεις, τα μάτια τα γερά και ζωντανά, που βλέπετε, και τώρα με διαβάζετε...

 

Δε θυμάμαι, ωστόσο, τη ζωή μου, παρά απ’ την ημέρα που βρεθήκαμε μαζί σε μια βιτρίνα μαγαζιού με άλλα δεκατέσσερα γυαλάκια, σαν και μένα, σ' ένα μικρό κουτάκι ανοιχτό, στρωμένο με βαμπάκι, βαλμένα στη σειρά, με προσοχή, και σύμφωνα με το χρωματισμό τους· γιατί καθένα απ’ αυτά είχε και το χρώμα το δικό του: Το τελευταίο δεξιά ήταν ένα μαύρο ζωηρό, ένα μάτι με κόρη κατασκότεινη και με λαμπρές στιλπνές αντανακλάσεις. Το διπλανό του ήταν ανοιχτότερο. Τα παρακάτω ήταν καστανά, απ’ το κρασάτο καστανό ως το μελένιο. Ύστερα ήταν τα βαθιά σταχτιά, μέχρι το σταχτογάλανο, τ’ ωχρό το θαλασσί. Τα τελευταία ήταν όλα γαλανά. Εγώ βρισκόμουν ανάμεσα μελένια και σταχτιά. Ήμουν ένα μάτι σκούρο πράσινο, –ένα μάτι εξαιρετικό, μοναδικό στο είδος του, πιστεύω.

 

Δεν ξέρω ποια διαβολεμένη όρεξη έκανε τον τεχνίτη μου να με χρωματίσει τόσο πράσινο! Τέτοια μάτια δεν υπάρχουν στους ανθρώπους, –ή, κι αν υπάρχουν, είναι τόσο σπάνια, που πρέπει να περάσουν πολλά χρόνια για να μπορέσεις ν' απαντήσεις όμοια! Και όμως βρήκα, κι εγώ, τον "άνθρωπό" μου, καθώς θα δείτε...

 

Είμαστε στη μέση της βιτρίνας, κοντά-κοντά στο τζάμι. Γύρω μας ήταν άλλα, ξένα πράγματα, –θερμόμετρα, βαρόμετρα, κιάλια και ματογυάλια. Ήταν κι ένα μεγάλο τηλεσκόπιο, στημένο σ’ ένα τρίποδο, και μηχανές λογής-λογής και πλήθος εργαλεία. Μιλούσαμε τη νύχτα, όταν γινόταν σιωπή κι οι άνθρωποι κοιμόντουσαν, –κι έλεγε το καθένα τα δικά του. Ήταν και μερικά ταξιδεμένα, που διηγότανε ωραίες ιστορίες... Εγώ δεν είχα τίποτα να πω, –γιατί δεν είχα τίποτα γνωρίσει. Άκουγα και σπούδαζα, μονάχα.

 

Πίσω από το τζάμι της βιτρίνας, ένα μεγάλο κρύσταλλο παχύ, –ιδίως όταν άναβαν τα φώτα, προς το βράδυ,– βλέπαμε τους ανθρώπους να χαζεύουν. Εκείνοι χάζευαν μ' εμάς, –κι εμείς μ' αυτούς. Περνούσαν, και μας κοίταζαν, ένα πλήθος άνθρωποι παράξενοι, άλλοι κοντοί και παχουλοί, με φουσκωμένα μάγουλα, κι άλλοι ψηλοί, ξερακιανοί, σα στέκες, ένα σωρό γυναίκες και παιδιά. Οι πιο πολλοί που μας κοιτούσαν, ανατρίχιαζαν! Το γιατί, το μάθαμε αργότερα. Τους τρόμαζε το παγωμένο ύφος μας, η φοβερή μας νεκρική ακινησία! Κι όμως δεν είχαν δίκιο: γιατί και το πιο μικρούλι πράμα μπορεί να’ χει τη δική του τη ζωή... Το περισσότερο, νομίζω, που τους τρόμαζε, –όπως καταλάβαμε αργότερα,– ήταν η πολύ σωστή ιδέα, πως για να τύχει να μας χρειαστούνε, θα ’πρεπε πρώτα να τους βρει μια συμφορά, να χάσουν το πραγματικό τους μάτι. Και σ' αυτό μπορεί και να ’χαν δίκιο. Δεν ξέρω πώς σκέπτονται οι άνθρωποι, –ποτέ δεν μπόρεσαν να μπω μες στο μυαλό τους,– αλλά θαρρώ να πλησιάζω στην αλήθεια.

 

Ξαφνικά μια μέρα λιγοστέψαμε: από τα δεκαπέντε που βρισκόμαστε, δε μείναμε παρά μονάχα δέκα! Τα πέντε φύγαν, κιόλας, σε μια μέρα! Όλοι, τότε, πρόφεραν συχνά τη λέξη "πόλεμος"... Φαίνεται πως οι άνθρωποι, άμα παραγιομίσουνε τη γη, και δε χωράνε, αρχίζουν και σκοτώνονται με λύσσα μεταξύ τους, κόβουνε τα χέρια και τα πόδια τους, κάνουν κάθε τι δυνατό για να λιγοστέψουν, να μικρύνουν, να κοντήνουν, –κι έτσι, να χωρέσουν! Άλλην εξήγηση δε μπόρεσα να βρω... Και τι εξήγηση μπορεί ποτέ να βρει ένα φτωχό γυαλάκι σαν και μένα; Αλλά γιατί να βγάζουν και τα μάτια τους; Κατά λάθος; Δεν καταλαβαίνω.....

 

Κι έπειτα λιγοστέψαμε ακόμα πιο πολύ. Βλέποντας τ' αδέρφια μου να φεύγουν ένα-ένα, ένιωσα κάτι σαν παράπονο κι εγώ! Είχα βαρεθεί μες στη βιτρίνα, να κοιτώ τα ίδια και τα ίδια, ήθελα να μπω μες στη ζωή, να καταλάβω κίνηση και δράση, ν' ανακατωθώ με τους ανθρώπους, να ταξιδέψω, να χαρώ, να μάθω... Τ' άλλα τ' αδέρφια μου, θαρρώ, με ειρωνεύονταν, με λέγανε πολύ "ρομαντικό"! Κι αληθινά, ζητούσα νέες συγκινήσεις και περιπέτειες! Αφορμή σ’ εκείνη την αδράνεια, σ’ εκείνη τη φριχτήν ακινησία, ένιωθα πως ήτανε το σπάνιό μου χρώμα. Ποιος θα μπορούσε να με χρειαστεί, με τέτοιο χρώμα σπάνιο, δυσεύρετο, ώστε να ρθει και να μ’ ελευθερώσει;…

 

Και όμως και σ’ αυτό δεν είχα δίκιο! Δεν είχα δίκιο να τα βάζω με την τύχη μου, ούτε να καταριέμαι τον τεχνίτη μου, που μ’ είχε καταδικασμένο, εξ αιτίας του χρωματισμού μου, να μένω άχρηστο στα βάθη του κουτιού μου, να μη μπορώ να χρησιμέψω κάπου, να δώσω, κάπου, μια παρηγοριά, να φύγω από τη θέση μου, να ζήσω! Βρέθηκε κάποιος, κάποια μέρα, και για μένα!

 

Ήταν ένα παιδί μελαχρινό, ξαπλωμένο στο νοσοκομείο, –ένας λεβέντης ίσαμε κει πάνω, μ’ έναν επίδεσμο στ’ αριστερό του μάτι, μ’ ένα πανί μαύρο και μεγάλο, περασμένο λοξά στο μέτωπό του! Είχε χάσει το μάτι του στον "πόλεμο" κι εκείνο, από το θραύσμα μιας χειροβομβίδας, –γιατί οι άνθρωποι, καθώς πληροφορηθήκαμε, είχαν και μηχανές για να σκοτώνονται, κι αυτό για πιο μεγάλην ευκολία...

 

Τον είχαν φέρει στο νοσοκομείο, χτυπημένο και σακατεμένο. Είχε μείνει πέντε μήνες στο κρεβάτι, χαροπαλεύοντας τις δέκα πρώτες μέρες. Αλλά, στο τέλος, τα κατάφερε και γλύτωσε. Όλ' αυτά μου τα ’μαθαν αργότερα οι κουβέντες των δικών του, και του ίδιου... Δεν είχα δει, απ' τον καιρό που ζούσα, παιδί τόσο γλυκό και καλοΐσκιωτο, με τόσο λυγερή κορμοστασιά! Περπατούσε με τα δεκανίκια, αλλά, κατόπι, τα παράτησε κι αυτά. Του ’μεινε μόνο ένα μικρό κούτσαμα, που του ’δινε θαρρείς κι αυτό κάποια καινούργια χάρη. Τ’ αγάπησα, αμέσως μόλις το ’δα!

 

Όταν πρωτοβγήκαμε στο δρόμο, γύριζαν όλοι το κεφάλι και μας κοίταζαν! Ήμουν, αλήθεια, τόσο ταιριασμένο με τ’ άλλο του, το ζωντανό του μάτι! Ήμουν περήφανο για την καλή μου τύχη...

 

Γνώρισα την πατρίδα του, το σπίτι του, τη γριά του μάνα και τ' αδέρφια του. Η ζωή μας θα περνούσε μια χαρά, και φαινόταν πως περνούσε ήσυχα. Άρχισα κι εγώ να ξεθαρρεύω...

 

Αλλά, σ' αυτό το αναμεταξύ, άρχισα να νιώθω κάτι άλλο: το ταίρι μου –το ζωντανό του μάτι– με κοίταζε συχνά μες στον καθρέφτη, με κοίταζε λοξά, και με μισούσε! Αντί, κι εκείνο, να περηφανεύεται που βρήκε την καλή μου συντροφιά, που πέτυχε τόσο καλά το ταίρι του, –με κοίταζε λοξά και με μισούσε! Φαίνεται πως θυμότανε το ζωντανό του ταίρι, και δε μπορούσε να το λησμονήσει! Έβλεπε σε μένα την εικόνα του σα μια θλιβερή πλαστογραφία, –και δε μπορούσε να με συνηθίσει...

 

Και τι, και τι δεν έκανα, να το παρηγορήσω, να γλυκάνω το βαθύ καημό του! Με κοιτούσε πάντα πικραμένο, μ' έβλεπε σαν παρείσακτο και σαν απατεώνα, σα μια παρωδία τραγική του άλλου του συντρόφου, του φευγάτου, και δάκρυζε κρυφά, και με μισούσε! Του κάκου έπαιρνα τη λάμψη και την έκφραση, κι έκανα, τάχα, τα σπιθοβολήματα του ζωντανού χαμένου του ματιού! Όσο στεκόμουν πιο καλά στο ρόλο μου, τόσο το μάτι τ’ άλλο με μισούσε!

 

Αυτό το πράμα δε μπορούσε να βαστάξει. Ένιωθα τον εαυτό μου ξένο, χωρίς ελπίδα να φιλιώσουμε ποτέ. Ήμουν σαν ένας σύντροφος μοιραίος, αλλά πολύ πικρός κι ανεπιθύμητος. Ο "γάμος" μας, παρά την ομοιότητα του χρώματος και της αναλογίας, ήταν ένας γάμος "ατυχής"... Και μ’ έπαιρνε και μένα το παράπονο, –αν κι εγώ, ακόμα πιο δυστυχισμένο, δε μπορούσα μήτε να δακρύσω!

 

Τότε ξαναθυμήθηκα το χάρτινο κουτί μου, το στρωμένο με βαμπάκι στη βιτρίνα. Νοστάλγησα την ήσυχη, την ξένοιαστη ζωή μου, στη μακρινή γωνιά του μαγαζιού, τότε που δε με γύρευε κανένας, τότε που, ανάμεσα σε μένα και τον κόσμο, ήταν βαλμένο –για καλό μας, φαίνεται– και μας χώριζ’ ένα κρύσταλλο χοντρό...

 

Και το μάτι με κοιτούσε στον καθρέφτη, κι έλιωνε, κάθε μέρα πιο πολύ. Το’ βλεπα να φθίνει, κάθε μέρα, να χάνει τη λαμπράδα και τη θέρμη του, να μαραίνεται σιγά, σαν άρρωστο λουλούδι... Και τ’ όμορφο μελαχρινό παιδί, με τα σπάνια, τα πράσινα τα μάτια, έπειτ’ από μία κρίση πυρετού, μία σύντομη κι αγιάτρευτην αρρώστια, πέθανε ένα βράδυ, ξαφνικά...

 

Παρακολούθησα το δράμα του θανάτου του. Οι δυο μας τύχες ήταν ενωμένες, ενωμένες πέρ' από το θάνατο! Παρακολούθησα όλη την αγωνία του, μέχρι την τελευταία του πνοή. Ένιωσα την κρυάδα του θανάτου του, την παγερή την ακαμψία του κορμιού του. Άκουσα τα κλάματα της μάνας του, τους λυγμούς και τα ξεφωνητά. Παρακολούθησα την τραγική κηδεία του, –ως την ώρα που μας έθαψαν μαζί...

 

Κι έπειτα μια βαθύτατη σιγή απλώθηκε τριγύρω μου, για χρόνια. Μες στο χώμα, που μας είχαν βάλει, δεν ακουγόταν τίποτα, μα τίποτα! Όλοι πια μας είχαν λησμονήσει...

 

Κι ένα βράδυ, κύλησα στα βάθη του κρανίου, –κι έμεινα, για χρόνια, μέσα κει. Θαρρούσα πως κι εγώ είχα πεθάνει...

 

Έμεινα, δεν ξέρω πόσα χρόνια, μες στο βαθύ κι ατέλειωτο σκοτάδι, –πολλά ή λίγα δε μπορώ να πω, και μήτε που μπορούσα να το μάθω... Συλλογιζόμουν, μες στη μοναξιά μου, τον καιρό που χάζευα στη  μακρινή βιτρίνα, με τους κοντούς και τους χοντρούς ανθρώπους, και με τους άλλους, τους ψηλούς και τους ξερακιανούς, μαζί με τ' άλλα τα γυαλένια μου τ' αδέρφια, μες στα θερμόμετρα και μες στα μικροσκόπια! Τα ’βλεπα, όλ' αυτά, σα μέσα σ' όνειρο, στο βαρύ και σκοτεινό μου ύπνο, που μου φαινόταν άσωστος κι ατέλειωτος – και πως θα βαστούσε πια για πάντα...

 

Κι έπειτα πάλι, για καιρό, έμεινα δίχως όνειρα. Είχα συνηθίσει το σκοτάδι. Δεν είχα μήτε πόθο της ζωής, μήτε την ελπίδα να ξυπνήσω...

 

Και ξαφνικά, εκεί που δεν το περίμενα, –ύστερ' από δεν ξέρω πόσα χρόνια βουβαμού, μαυρίλας και θανάτου, – μια μέρα, ξαναβρέθηκα στο φως!

 

Άκουσα, πρώτα, κάποιους ήχους μακρινούς, κάποιους βρόντους, κούφιους και πνιγμένους, που δε μπορούσα να τους εξηγήσω. Αυτοί οι βρόντοι όλο και πλησίαζαν, ώσπου έφτασαν στη θέση που βρισκόμουν... Κι έπειτα, ξαφνικά, είδα τον ήλιο! Έμεινα θαμπωμένο, στην αρχή, σα να’ μουν ένα μάτι ζωντανό, –και χωρίς να ξέρω τι συμβαίνει...

 

Γιατί μας ξέθαβαν, δεν έμαθα ποτέ. Είδα τ' αδέρφια του παιδιού, τριγύρω μαζωμένα. Η γριά μάνα δεν υπήρχε πια. Δεν έμαθα ποτέ μου τι απόγινε.

 

Με βρήκαν μες στα βάθη του κρανίου, και μ' έβγαλαν με μάτια δακρυσμένα...

 

Τότε ξαναθυμήθηκα το ωραίο παλικάρι, σ' όλη τη ζωντανή την ομορφιά του! Θυμήθηκα το μελαψό του πρόσωπο, το πολύ χλωμό, κι όμως σταράτο, και τη λυγερή κορμοστασιά του! Θυμήθηκα τα μαύρα του μαλλιά και το χαριτωμένο κούτσαμά του! Κι έπειτα θυμήθηκα το ταίρι μου, το μάτι το γερό που με μισούσε.... Απ' όλ' αυτά δεν είχε μείνει τίποτα, –τίποτ' άλλο, παρά μια σακούλα κόκαλα, στοιβαγμένα και κιτρινιασμένα...

 

Και το μάτι το γερό, που με μισούσε, δεν υπήρχε τώρα, μήτ’ εκείνο! Δεν υπήρχα παρά μόνο γω, –απομεινάρι πια, μοναδικό τόσης ζωής και τόσης λεβεντιάς!

 

Δεν υπήρχα παρά μόνο γω – το τιποτένιο κι άψυχο γυαλάκι, το φτωχό γυαλάκι, το νεκρό, – να ζω, και να θυμίζω στους ανθρώπους τ’ όμορφο παλικάρι, που δε ζούσε, και τα μεγάλα πράσινά του μάτια, – τόσο το φευγάτο, το χαμένο, εκείνο που δε γνώρισα ποτέ μου, όσο και τ’ άλλο, το γερό, το ζωντανό, το μάτι τ’ ασυλλόγιστο κι αχάριστο, που μες στη θλιβερή τυφλότητά του δε θέλησε ποτέ να καταλάβει την πραγματική μου την αξία, και μήτε μπόρεσε ποτέ του, όσο ζούσε, να μ’ αγαπήσει, –και να με συγχωρήσει...

 

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

 

 

Ευχαριστώ τη Μ.Κ. που το πληκτρολόγησε και τον Βαγγέλη Ψαραδάκη που έθεσε στη διάθεσή μου καλύτερο αντίγραφο από αυτό που είχα. Το διήγημα αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο Μπουκέτο, και αναδημοσιεύτηκε αρκετές φορές στη Νέα Εστία (δύο φορές μάλλον) και σε εφημερίδες. Έχω εκσυγχρονίσει σε λίγα σημεία την ορθογραφία.

 

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Επιστροφή στον Λαπαθιώτη

Αρχική σελίδα KEIMENA