ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ

... Έχω μέσα μου αίμα ηρώων. Μην ακούς όσα λένε οι μικροί. Είναι ανίδεοι από βίαιους παλμούς και ψηλά πετάγματα, κοιτάνε πολύ προς τα Κείμενα και τα Καθιερωμένα. Την ψυχή τους δε σφυρηλάτησε τ' Ονειρο, δεν καθαγίασεν η Σκέψη. Ξέρουνε ένα "πρέπει" και τίποτ' άλλο, είναι η πιο μουγκή εκδήλωση της Ζωής...

Εμείς όμως, οι Τεχνίτες, οι Εμπνευσμένοι, τι ψηλά που στεκόμαστε, τι ευγενικά νοσταλγούμε, τι ηρωικά ποθούμε. Δυο φτερούγες απλωτές είναι μέσα μας και χτυπούν ρυθμικά. Βγαλμένοι όξω απ' τα ταπεινά, μετεωρισμένοι στο διάστημα, πανελεύθεροι και πάνσοφοι, καταλυτές των παλιών και των σάπιων, πάνοπλοι με τα φώτα της Επιστήμης και της Ομορφιάς, σφριγηλοί, ακόρεστοι, πλούσιοι από νιάτα, σκληροί, πατώντας και συντρίβοντας, όλοι αίμα, όλοι ρίγος, φρουροί κι εγγυητές των θησαυρών του Μέλλοντος, βασιλιάδες του Τώρα και του Πάντα, σαλπίζουμε το εγερτήριο Σάλπισμα που συνταράζει τους Νεκρούς...

Τρικυμίζει μέσα μου το Θείο Πνεύμα της Καταστροφής.

Αηδιασμένος απ' το γύρω μου καθεστώς, φτύνοντας απάνου στη Ρωμαίικη Τέχνη καθώς την κατάντησαν οι ανθρωπάκοι των γραμμάτων, αποφασισμένος για τρανούς αγώνες, λυτρωμένος απ' τις ταπεινές ελπίδες των προλήψεων και των μικροσυμφερόντων, σήμερα, πρώτη φορά, κρούω το πολεμόχαρο τραγούδι μου πλατύστομα και ειλικρινά.

Είναι τώρα κάμποσος καιρός, που - ντροπή μας - ένα σωρό μικράνθρωποι μπήκαν μες στο άλσος της Τέχνης και κουρέψανε τις δάφνες την ώρα που όλα τα έθνη φέγγουν κι αστραποβολούν από χίλιων ειδών μουσικές συμφωνίες, παιγμένες από ευγενικότατα χέρια στ' ακρότατα όρια μιανής υπεράνθρωπης Λύρας, που η Τέχνη πιο πολύ από πάντα στεριώνει το μέγα της βασίλειο απάνω απ' τα βαλτόνερα κι απ' τους βατράχους, εμείς εδώ ανεχόμαστε ν' ανεβαίνουν το πορφυρό θρονί παράσιτα και χίλια μαλάκια, στενοκέφαλοι κι αντιπαθητικοί, και μακάριοι φχαριστούμαστε διαβάζοντας πως ο κ. Α ή Β εποιήσατο ενώπιον εκλεκτού ακροατηρίου διάλεξιν περί κτλ., ο σοφός ομιλητής κατεχειροκροτήθη". Κι εμείς ξέρουμε πως ο κ. Α ή Β είναι μια μετριότητα αξιοπεριφρόνητη και κωμική, και στη ζωή και στην Τέχνη, ένας αυθάδης παρείσακτος, που αλλού μήτε γι' ακροατής διαλέξεων δε θα 'κανε...

Γι' αυτά και γι' άλλα, καλώ το Νέο Ελληνικό Πνεύμα να συνεργαστεί μαζί μου στο γκρέμνισμα των Ψεύτικων Ειδώλων που κυριαρχούν, χάρη στην εγκληματική μας νωχέλεια κι αδιαφορία, κι αντιπροσωπεύουν στην Ευρώπη τη Διανοητική μας Παραγωγή, εμποδίζοντας έτσι το Ξεφανέρωμα των Γνήσιων Ελληνικών Ζωτικών Δυνάμεων.

Καλώ τους Νέους, που βράζει μέσα τους το αίμα, κι είναι καλεσμένοι γι' αυριανούς θριάμβους, να συντρίψουμε τα είδωλα και να μπούμε εμείς μπροστά.

Να ρίξουμε ό,τι ξέρουμε για ψεύτικο και για πλαστό, να σεβαστούμε μοναχά ό,τι στέκεται Ιερό και ό,τι καθοσίωσεν η Αγνή Έμπνευση.

Σας περιμένω.

 ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

 

 

Το μανιφέστο αυτό δημοσιεύτηκε στο Νουμά (τ. 524, 19.4.1914). Έκανε μεγάλη εντύπωση, αλλά ο Λαπαθιώτης δεν θέλησε να δώσει συνέχεια στην κίνησή του και μάλιστα δεν πήγε το επόμενο Σάββατο στα γραφεία του Νουμά, στο ραντεβού στο οποίο είχαν προσέλθει πολλοί νέοι διανοούμενοι που ενδιαφέρθηκαν για την κίνησή του. Στο μεθεπόμενο τεύχος (526) του Νουμά, ο Λ. Κουκούλας δημοσίευσε άρθρο με τίτλο Laboremus, στο οποίο αναφέρεται σ’ αυτή την ασυνέπεια του Λαπαθιώτη. Δυστυχώς, στο σώμα του Νουμά στο ΕΛΙΑ το φ. 526 είναι λειψό, αλλά αποσπάσματα του άρθρου του Κουκούλα δίνει ο Δικταίος στην εισαγωγή του στη συγκεντρωτική έκδοση του 1964. Στην αυτοβιογραφία του το 1917, ο Λ. λέει, με το περιπαικτικό και επιδεικτικά μπλαζέ ύφος που χαρακτηρίζει όλο το κείμενο, ότι έγραψε το Μανιφέστο μια μέρα που δεν είχε τι να κάνει.

 

Το Μανιφέστο το πήρα από τον Ριζοσπάστη που το αναδημοσίευσε πρόσφατα (τέλη Ιανουαρίου 2008). Έκανα αντιπαραβολή με την πρώτη δημοσίευση και διόρθωσα λίγα λαθάκια.

 

 

Επιστροφή