Μυρτιώτισσα (1885-1968)

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

Τώρα που έχεις ξεφύγει απ’ του βίου το κλάμα
κι είσ’ ολόφωτο πνέμα,
η ψυχή σου απορεί για τ’ ανθρώπινο κλάμα
που σου ερούφα το αίμα.

Είχες έρθεις να ψάλεις τ’ ώριο το φως που αναβρύζει
απ’ της φύσης τα σπλάγχνα
και το εξαίσιο τραγούδι σου, Ποιητή, μας βυθίζει
μες στου πόνου την άχνα.

Εκαθόσουν στο πιάνο κι απ’ του δρόμου το βάθος
στης νυχτιάς τη γαλήνη,
μ’ έχει αγγίξει ο καημός και τ’ αδιέξοδο πάθος
της καρδιάς σου που εθρήνει.

Κι όταν σου ’φυγε η μάνα που κρατούσ’ αναμμένο
της στοργής το καντήλι,
σ’ ένα σκοτάδι φριχτό σ’ είδα πια βουτηγμένο,
βουτηγμένο ως τα χείλη.

Μοναχή συντροφιά σου μένει η θύμηση τώρα
-το στοιχειό του σπιτιού σου-
όλο πάει να σημάνει κι αναβάλλετ’ η ώρα
του στερνού λυτρωμού σου.

Πώς ανάσανα, φίλε, όταν λεύτερο σ’ είδα
να κινάς γι’ άλλα μέρη,
σ’ ακλουθώ με το νου στην καινούρια Πατρίδα
που σε δέχτηκε αστέρι!

(Άγνωστη η χρονολογία του και σε ποια συλλογή ανήκει).

Επιστροφή