Το βασικό αυτό κείμενο της λαπαθιωτικής βιβλιογραφίας δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Εστία αμέσως μετά την αυτοκτονία του Λαπαθιώτη, τον Γενάρη του 1944. Δάνεισε τον τίτλο του στην ταινία Μετέωρο και σκιά του Τάκη Σπετσιώτη, που είναι αφιερωμένη στον Λαπαθιώτη.

Οφείλω πολλές ευχαριστίες στον κ. Βαγγέλη Ψαραδάκη που μου έστειλε το κείμενο (και άλλα πολλά) και στον φίλτατο Σφραγιδονυχαργοκομήτη που έκανε την πληκτρολόγηση. Πέρα από μία ολοφάνερη αβλεψία, διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου.

 

 

Ο Λαπαθιώτης μετέωρο και σκιά

του Τ.Κ. Παπατζώνη

 

 

Now, when storms of Fate o’ercast

Darkly my Present and my Past.

 

Ed. Allan Poe (Hymn)

 

 

            Περισσότερο ακόμη και από τον αγώνα για την αισθητική τελείωση της μορφής, περισσότερο από το βασανιστικό, το επίμονο, το τυραννισμένο δούλεμα και ξαναδούλεμα του κάθε μουσικού στίχου, της κάθε φράσης, - αγώνα και δούλεμα που οδηγούσαν, αλλοίμονο, πάντα προς το αιώνιο ανικανοποίητο, όπως σε όλα τα κυνηγητά των ανθρώπων προς τελειότητες που δεν προοριζόμαστε ν΄ απολαύσομε ζωντανοί, - περισσότερο απ΄ αυτά, μένει άξιο θαυμασμού στον Λαπαθιώτη η απόλυτη συνέπεια που διέπει ολόκληρη τη ζωή του και ολόκληρο το έργο του· μία και μόνη γραμμή αισθητική, μία και μόνη γραμμή ηθική, απότοκη της αισθητικής· και παράλληλη ανάληψη όλων των ευθυνών που απορρέουν από τη στάση του αυτή, ευθυνών πολύ βαρειών, που μοιραία θα κατάληγαν εκεί που κατάληξαν.

 

            Είναι πολύ γνωστή η προφητεία του Μπαρμπέ ντ΄ Ωρεβιγύ μόλις διάβασε το μυθιστόρημα του άγνωστού του την εποχήν εκείνη Huysmans, το περίφημο «A Rebours», που μ΄ αυτό αποστατούσε από τη ρεαλιστική σχολή του φίλου του Ζολά και τραβούσε δικούς του δρόμους. Ο ντ΄ Ωρεβιγύ είπε τότε πως ο συγγραφέας ενός τέτιου βιβλίου δεν του μέλλεται άλλο παρά να διαλέξει μεταξύ του Σταυρού και της κάννας ενός πιστολιού. Και τ΄ όντι, ύστερ΄ από είκοσι χρόνια ο συγγραφέας είχε καταλήξει χριστιανός και παρ΄ ολίγο μοναχός. Παρακολουθώντας όμως το έργο και τη ζωή του Λαπαθιώτη, όλοι μας, εδώ και πολύν καιρό, βλέπαμε καθαρά και όχι διαζευκτικά, σαν τον ντ΄ Ωρεβιγύ, πως και τα δυο οδηγούσαν τον Λαπαθιώτη με τον ασφαλέστερο και τον πιο άτεγκτο τρόπο προς την κάννα του πιστολιού. Τόσο, που όταν εδώ και λίγες μέρες σκορπίσθη η είδηση πως συντελέστηκε τούτο το συμβάν, το υποφέραμε χωρίς κανένα σχεδόν συγκλονισμό, παρεκτός εκείνο τον πολύ ανθρώπινο, που έστω κι ένας ίσκιος που απόμεινε μεταξύ μας, τράβηξε οριστικά στη μόνιμη κατοικία των ίσκιων.

 

            Καταλαβαίνει κανένας λοιπόν, πως μια ζωή που κατρακυλούσε θεληματικά κατά το θάνατο, κυνηγώντας το απόλυτα ωραίο και, φυσικά, μη βρίσκοντάς το πουθενά, πόσο στερημένη ήταν απ΄ όλα τα στοιχεία εκείνα που στοχαζόμαστε λέγοντας : ζωή, ενεργητικότητα, επιθυμία για δράση, δύναμη προσαρμογής, αισιοδοξία, κατάφαση για τον αγώνα, νίκη όσο είναι δυνατό στον άνθρωπο της φθοράς. Ο Λαπαθιώτης γεννήθηκε, έζησε και πέθανε μέσα σ΄ ένα θερμοκήπιο, μέσα στους τεχνητούς παραδείσους ομορφιάς καλλιεργημένης, αλλά όχι φυσικής, που για ένα βραχύ διάστημα απόδιδε το θάμπωμά της, αλλά το γρήγορο και σταχτί κατάλοιπό της ήταν μια μνήμη θολή του λιγόχρονου θαμπώματος και μια δίψα για μιαν απόλυτη (και πιο έντονη επομένως, άπειρα πιο έντονη) ομορφιά, ανύπαρχτη βέβαια σ΄ αυτόν τον απόλυτο και ασυγκέραστο βαθμό παντού, πολύ περισσότερο όμως μέσα στους στενούς χώρους του γυαλόφραχτου θερμοκήπιου. Και απ΄ εκεί και πέρα άρχισαν οι απέραντες νοσταλγίες και ρεμβασμοί προς τα πίσω (άκαρποι) και προς τα μπρος (θανατηφόροι). Οι πριν ανευωδιές, τα μύρα της εποχής του θαμπώματος, πολύ γρήγορα μετατραπήκαν σε μιάσματα, τα μιάσματα κατακλύσαν την ψυχή του ποιητή, και η παροδική κατοικία της ωραιότητας δέχθηκε μέσα της να θρονιάσει ο κοκκινομάλης King Pest του Πόε, ο δαίμονας της αρρωστείας, ισοδύναμο αλλά και τυραννικώτερος από τον ίδιο το θάνατο.

 

            Και καταλήγομε σ΄ ένα συμπέρασμα, μπροστά στον οριστικά πια «και παθόντα και ταφέντα» Λαπαθιώτη, που ίσως νάναι αυθαίρετο, ίσως νάναι δίχως βάθρο, όμως μεστό από τραγικότητα, πως την Ωραιότητα, αυτό το αστάθμητο και φευγαλέο ιδεατό Κάλλος, δεν μπορούμε ατιμώρητα να το θηρεύομε σαν ουσία αυθυπόστατη, ξένη της ζωής, αλλά με τρόπο και σε βαθμό μετρημένους απάνω στα όρια και τα μέτρα της πρόσκαιρης ζωής μας, όσο ζούμε, περιμένοντας ό,τι είναι απόλυτο, να το βρούμε όταν γίνομε κ΄ εμείς απόλυτα όντα. Αλλιώς πράττοντες, βιάζομε το φυσικό υπαρξιακό μας νόμο, προτρέχοντας προς το απόλυτο πριν την ώρα, και φέρνοντας έτσι ταραχή στην προκαθορισμένη τάξη, αυτοκαταστρεφόμενοι, αδρανούντες, αγέρωχα απροσάρμοστοι και δίνοντας παράδειγμα πολύ κακό στους γύρω μας ζωντανούς. Απομονωμένοι επαναστάτες, με επανάσταση χωρίς περιεχόμενο.

 

* * *

            Το έργο του Λαπαθιώτη είναι καθαρά λυρικό, είτε έχει τη μορφή του έμμετρου λόγου, είτε του πεζού τραγουδιού, είτε του φιλοσοφικού ή ρεμβώδους αφορισμού. Ακόμη και το κριτικό του (μάλλον δημοσιογραφικό, αλλά στην ανώτερή του εκδοχή) έργο και οι κατά καιρούς πολεμικές του, θα μπορούσε κανείς να τις πει, αν είναι τρόπος, λυρικές κατά τούτο : γιατί κύριος σκοπός τους ήταν η πιο ενεργός υποστήριξη της πίστης του στο λυρισμό. Μιλώντας για Λυρισμό, πρέπει, προκειμένου για τον Λαπαθιώτη, να τον πάρομε στην πιο άδολη, την απώτατη εκδοχή του της καθαρής ποίησης, Λύρα δηλαδή μουσικότητα του ήχου, της λέξης, της φράσης, του μέτρου, της μορφής. Σοφές και αυτάρεσκες επαναλήψεις ή σχήματα (αυτάρεσκες, που υποδηλώνουν δηλαδή μιαν ωραιοπαθή διάθεση προς το εγώ του ποιητή, σαν τον ναρκισσισμό του μίσχου που τον κάνει ο άνεμος να σκύβει για να κατρεφτιστεί προς το νερό της λίμνης), όλα αυτά ευρήματα σπάνια της έμπνευσης περασμένης κάτω από τυραννιστικά εργαλεία, από χέρι και αυτί και μάτι εμπειρότατου τεχνίτη.

 

            Το ποιητικό έργο του Λαπαθιώτη είναι κυρίως σκορπισμένο σε πλήθος περιοδικά, όλων των κατηγοριών, από τα πιο αποκλειστικά του αισθητισμού της παλιάς εποχής, σαν την «Ηγησώ», την «Ανεμώνη», τη «Νέα Σκέψη», ίσαμε τα λαϊκώτερα της κάθε εποχής. Κ΄ επί πλέον τυπώθηκε η μοναδική συλλογή του τα τελευταία χρόνια, που δεν περιέχει παρά ποιήματα μιας και μόνης διάθεσης, αποστάγματα καθαρά του θανάτου, μαρτύρια μιας τελευτής που έφθανε πια με καλπασμό. Λέω μιας και μόνης διάθεσης και σκέπτομαι πως όλα τα ποιήματα του Λαπαθιώτη, από τα χρόνια της αίγλης, ιδωμένα σήμερα, φαίνονται της ίδιας διάθεσης, με το ίδιο πάντα θανατερό σπέρμα. Υπάρχει όμως κάποια διαφορά αρκετά φανταχτερή. Εκείνα ήσαν ρεμβασμοί και υπερβολές προερχόμενοι από έναν κυρίαρχο της ζωής, έναν που νόμιζε τον εαυτό του καταχτητή της ζωής, έναν που νόμιζε τον εαυτό του καταχτητή της ζωής, θαμπωμένος καθώς ήταν ακόμη από την πρόσκαιρη λάμψη μιας αστραπής, είχαν στοιχεία πόζας, πρωτοπορειακής μορφής, ενός ανανεωτικού στην ποίηση αισθητισμού. Μόλις όμως πέρασε το θάμβος της αστραπής και ακολούθησαν βροντές με κακά προμηνύματα,  μέσα σ΄ ένα σκοτάδι που σχεδόν αποκάλυφτε πως ανανέωση δεν γίνεται με κούφα και αντιζωικά στοιχεία, οσοδήποτε ωραία, συνέβηκε τούτο το περίεργο : νικήθηκε ο νικητής από την ίδια του την ορμή, τα ίδια του τα όπλα στραφήκαν κατεπάνω του και τον πλήγωσαν, και την πληγή πια αυτή εξακολουθούσε να τραγουδά : όχι πλέον πόζα, όχι πλέον Σχολή, αλλά θρήνος χαμένης ζωής. Αυτά για την τραγικότητα της μορφής του Λαπαθιώτη, που κάρφωσε κατακόκκινο, μια χειμωνιάτικη νύχτα μετά τα Φώτα, το τελευταίο υπέροχο τριαντάφυλλο στα στήθη, καλλιεργημένο από τον ίδιο χρόνια και χρόνια μέσα του με φροντίδες.

 

* * *

 

            Αλλά είναι καιρός ν΄ αφήσομε τα λυπητερά. Τονίσαμε πως κυρίαρχο στοιχείο της όλης ύπαρξης του Λαπαθιώτη είναι μια οξύτατη από ένστιχτο μουσικότητα. Τραβηγμένη με την καλλιέργεια και την εξέλιξη πολύ γρήγορα, από τα εφηβικά ακόμη χρόνια μέχρι λεπτότατου κραδασμού. Αποχρώσεις ασύλληπτες στο αυτί του κοινού ανθρώπου δονούσαν τον Λαπαθιώτη. Αυτό το μουσικό κριτήριο θα μας βοηθήσει εν μέρει να εξηγήσομε ποιοι και γιατί στάθηκαν οι αισθητικοί παραστάτες, τα αιώνια ινδάλματα του Λαπαθιώτη. Η τόσο απόλυτη μουσικότητα φθάνει στην «καθαρή ποίηση», δημιούργημα κρυστάλλινου αλλά ψυχρού κάλλους. Συνδυασμένη όμως και με παράλληλη ψυχικότητα λεπτυσμένη ίσαμε τη νοσηρότητα φθάνει στους οραματισμούς, στις δημιουργίες των τεχνητών κόσμων, στη μεταφορά της ζωής σε κατάσταση διαρκούς ονείρου μακαριότητας, άγχους ή παράδοξου ή αραβουργήματος νοητικού. Ροπή για τέτια ψυχικότητα ήταν έκδηλη στον Λαπαθιώτη. Κ΄ έτσι στήνεται πρώτος ψυχικός παραστάτης, ποιος άλλος από τον βασιλιά του «φωτεινού σκοταδιού», ο Edgar Poe (που έχει τέλεια μεταφράσει τις «Καμπάνες» του και την «Άνναμπελ Λη», μουσικώτατα). Και δίπλα του οι Μπωντελαίρ και Μαλλαρμέ, δύο μέγιστοι ποιητές που δέχθηκαν σφοδρότατην εξίσου την επίδραση του Αμερικανού οραματιστή. Ζώντας στο πλευρό του εδώ και τριάντα ή περισσότερα χρόνια, θυμάμαι πως, στη διάρκεια μιας θαλασσινής εκδρομής μας στα Μέγαρα με το πλοιάριο της γραμμής, κατορθώσαμε να βρεθούμε σε διαρκή ατμόσφαιρα του “Narrative of Arthur Gordon Pym” του Πόε, χωρίς να μας εμποδίζει διόλου ο συρφετός των συνταξιδιωτών μας, τόση ήταν η υποβολή που ασκούσε κυριαρχικά επάνω μας ο μοναδικός Αμερικανός. Τις ίδιες ατμόσφαιρες, έστω και λιγότερο αϋλωμένες, έστω και πιο πολύ ρέπουσες προς τη νευρασθένεια και τη μονομανία, ήρθε και πρόσθεσε το “A Rebours” και το “Là-Bas” του Huysmans, το τελευταίο κομίζοντας και το νέο δώρο του Σατανισμού, αυτό που συμπληρώναν οι γοητευτικοί κόσμοι των “Diaboliques” και του “Prêtre Marié” του DAurevilly και των «Σκληρών αφηγήσεων» και του “Axel” του Βιλλιέ νε Λ΄ Ιλ Αντάν. Οι καταθλιπτικές ατμόσφαιρες της πείνας, της εξαθλίωσης και της αδικίας δόσαν κι αυτές τη συμβολή τους με τον Κνουτ Χάμσουν, τον Ντοστοϊέφσκι και τον Αντρέιεφ, οι κατόψεις του θανάτου με τον Μαίτερλιγκ, ενώ εξ άλλου οι μακάριοι παραμυθένοι χρόνοι της παιδικής ξεγνιασιάς ήρθαν να θαμπώσουν το αγαπημένο τους μεγάλο παιδί με τις περιπέτειες του “Nils Holgerson” της Λάγκερλεφ και τους μύθους του Άντερσεν. Στις μεγάλες του συμπάθειες συγκαταλέγεται και ολόκληρο το έργο του Ρεμύ ντε Γκουρμόν. Το οξύ πάθος της μουσικότητας έβρισκε την ικανοποιητική του γοητεία με παθητικά μουσικούς στόνους, σαν του Σαμαίν, σαν του Ρενιέ, και τα παλαιϊκά πρώτα ποιήματα του Μορεάς, καθώς και ορισμένους επιφανειακά μουσικούς στίχους του Ντ΄ Ανούντσιο, ιταλικούς, και γαλλικούς από τον «Άγιο Σεβαστιανό». Για να δείξω σε πόσο παθολογικά νοσηρό σημείο είχε εξελιχθή αυτή η μουσική οξύτητα, αρκεί να ζωντανέψω εδώ τη μνήμη μερικών στίχων που τους επαναλάμβανε ο Λαπαθιώτης, κ΄ εγώ μαζί του, γιατί είναι φοβερά μεταδοτικό αυτό το πάθος, εντελώς ξεκάρφωτα και ασύνδετα με ό,τι δήποτε, μόνο και μόνο για τη χαρά ν΄ ακούσομε τον ήχο τους. Έτσι από τον Μορεάς, οι στίχοι «Que le mal se fasse pire – je veux rire, je veux rire», ακόμη από τον ίδιο : «Un nain ni très fol ni vilain – qui avait nom Tidogolin». Από τον Mallarmé : «Ses froides pierreries». Από τον Μπωντελαίρ : «Divinum vinum, Francesca». Από ένα ελληνικό μοτίβο του Πόε «Mellonta Tauta», και άλλον ένα τίτλο του de l’ Isle Adam : «Les demoiselles de Bienfilâtre». Από έναν τίτλο διηγήματος του Wells : «The stolen baccilus». Από έναν τίτλο του Πόε : «The pit and the pendulum.» Από τον Ντ΄ Αννούντσιο : «Anna Comnena la gran baldracca – conta la sacca». Από τη «Μπαλλάντα της φυλακής του Ρίντινγκ : «It is sweet to dance to violins – when love and life are fair – to dance to flutes, to dance to lutes – is delicate and rare – but it’s non sweet with nimble feet – to dance upon the air». Ιδίως απ΄ αυτήν οι φράσεις delicate and rare και το dance upon the air είχαν καταντήσει και στους δύο μας σαν παροιμίες, και ομολογώ πως και σήμερα ακόμη, ύστερ΄ από τριάντα χρόνων πράξη, άθελά μου τις μεταχειρίζομαι.

 

            Άλλου είδους τέτιες συνήθειες μεταξύ μας, συνήθειες μεταξύ μιας παιδιάστικης απλότητας, μιας εκζήτησης του grotesque και μιας ελαφράς συνάμα μεταφυσικής διάθεσης, που ήταν το σπέρμα το κύριο, ήταν ν΄ αλληλογραφούμε τακτικά, για ζητήματα τιποτένια, για δανεικά βιβλία, για να ορίσομε έναν περίπατο, για ν΄ ανταλλάξομε ένα ποίημά μας καινούργιο. Αυτά τα γράμματα, που μου τα έστελνε με το στρατιώτη του πατέρα του, ήταν χαριτωμένα, γιατί είτε περιείχαν στίχους σατυρικούς, είτε τα στόλιζε με πρόχειρες γελοιογραφίες του ή διακοσμήσεις εξωτικές, που θυμίζαν όλα τα ενδιαφέροντά μας, τον Πόε, τον Μαλλαρμέ κ.τ.λ. Ιδίως ύστερ΄ από μια περιπετειώδη αναρρίχησή μας στην κορφή του Υμηττού, όπου βρεθήκαμε καταμεσήμερα έναν Ιούλιο, χωρίς νερό, χωρίς φαγητό, παρασυρμένοι εκεί, αντί να πάμε έναν απλό πρωινό περίπατο ως την Καισαριανή, καθώς ήταν η πρόθεσή μας. Το αποτέλεσμα ήταν, εκτός από την ανησυχία τη φοβερή των μητέρων μας, ο μεν Λαπαθιώτης, ασυνήθιστος από τον ήλιο, να πάθει εγκαύματα στο πρόσωπο κι εγώ να κοιμηθώ 40 ώρες συνέχεια. Αυτή η εκδρομή αποτέλεσε το θέμα γελοιογράφησης μεταφυσικά τραγικής για έναν ολόκληρο χρόνο. Άλλη πάλι φορά μού έστειλε τούτο το χαριτωμένο τραγούδι, χαριτωμένο στην επικαιρότητά του, γιατί πραγματικά όλ΄ αυτά ήθελε να μού τα παραγγείλει και ήταν ζητήματα της ημέρας :

 

«Αν θες, δος τον Δανούντσιον

μαζί και το Κοράνιον

στον κομιστήν τον βλάκα.

Πότε θα πιούμε πούντσιον;

Και πότε και στον Ράνιον

θα πάγωμεν την πλάκα;»

 

Ας σημειωθή πως ο στρατιώτης κομιστής ήταν τω όντι ηλίθιος, πως λογαριάζαμε από καιρό (χειμώνας ήταν) να δοκιμάσουμε μια καινούργια συνταγή punch, πως μού γύρευε να του δανείσω μιαν αγγλική μετάφραση του Κοράνιου κ΄ έναν Ντ΄ Αννούντσιο, και πως όλο αναβάλναμε να δώσουμε μια φωτογραφική πλάκα παλιά στον οπτικό Ράνιο για να μας την εμφανίσει.

 

            Και ως εδώ, όσο κι αν η μουσικότητα, η ωραιοπάθεια και η παραεκλεπτυσμένη αισθητικότητα είχαν προχωρήσει σ΄ ένα σημείο που έδειχνε τον παροξυσμό, ένα σημείο έντασης αρκετά αφύσικης, όμως η νοσηρότητα δεν είχε, μπορεί να πει κανείς, ακόμα προσβάλει οριστικά τον οργανισμό ολόκληρο. Η ωραία και ωραιόπαθη ψυχή έμενε με την ψευδαίσθηση πως μονάχα στις σφαίρες της ποικιλόμορφης Τέχνης ζει και κινείται. Άκαρπης ίσως, στείρας τέχνης, αλλά ποιοτικά άριστης, υπέρλαμπρης, αριστοκρατικής, ανέγγιχτης απ΄ τους πολλούς, όχι όμως θαρρούσες μιασματικής. Τα σπέρματα του αλητισμού, της αποθέωσης, του μεθυσιού, της κραιπάλης, της νεαυρασθένειας, της αδράνειας, της υπερκαλλιέργειας που οδηγεί έξω απο τη φυσική τροχικά τις ερωτικές ορμές, όλα υπήρχαν, αλλά τα εξαΰλωνε ο φωτοστέφανος της Τέχνης. Ας θυμηθή κανείς πώς ζήσαν ή πόσο οικτρά πεθάναν οι πνευματικοί άρχοντες, ο Βερλαίν, ο Ρεμπώ, ο Πόε, ο Μπωντελαίρ, ο Ντοστογιέφσκι. Για τον Λαπαθιώτη όμως, ακόμη την εποχή εκείνη, ό,τι ήταν διαστροφή της ψυχής ήταν άγνωστο. Τοποθετούσε στη φαντασία του μόνο όλο τον αφύσικο ή ασθενικό εκτροχιασμό των μεγάλων καταραμένων, ενώ εκείνος, αμέριμνος και άφοβος, λογάριαζε πως με ασφάλεια απομυζούσε μονάχα την αίγλη τους. Αισθητικοί και κριτικοί οδηγοί σαν τον Ράσκιν, τον Καρλάυλ και τον Νίτσε τον λούζαν με κύματα υγείας, φαινομενικής κι αυτής, αν κρίνομε από την παραφορά του τελευταίου, τη μονομέρεια του Καρλάυλ και το πού, σε τι εξωτικά δημιουργήματα σαν τους Ροσσέτι, καθοδήγησε ο Ράσκιν τους οπαδούς του, σε δημιουργήματα οπτασιαστικά και άυλα, έξω της ζωής. Ώστε το ένστιχτο και κάποια αμείλιχτη μοίρα, οδηγούσε αλάθητα τον Λαπαθιώτη στον τραγικό, τον αντιζωικό προορισμό του, όσο και αν ο Κύριος Διογένης Teufeldroek του Sartor Resartus προσπάθησε να του μεταδώσει λιγάκι υγεία, να τον στρίψει σε άλλη διεύθυνση.

 

            Έτσι λίγο λίγο και χωρίς να το καταλαβαίνει μπήκε και στη σκοτεινότερη πλευρά του κύκλου, όπου φερνόταν με ίλιγγο. «Ανεπαισθήτως όλως», κατά τον Καβάφη. Κοντά στα γοητευτικά «Άνθη του κακού» του Μπωντελαίρ και στα αέρινα μαζί και σαρκικά «Πεζά του ποιήματα», ήρθε και η «Πραγματεία για το Κρασί και το Χασίς, θεωρημένα σαν μέσα πολλαπλασιασμού των παραστάσεων». Κοντά στο ιδανικό έργο του Edgar Poe, ήρθε και η γνώση της τραγικής ζωής του, και κοντά στους δυο τους ήρθε και ο De Quincey με τις «Εξομολογήσεις ενός οπιοφάγου», μικρόβιο θανατερό για ολόκληρη πια τη ζωή. Δώρο από τα πιο ανεπιθύμητα και τα πιο δελεαστικά. Και για ολοκλήρωση του δράματος, σε ηλικία πολύ πρόωρη, σε υπερευαισθησία εξημμένη με δεχτικότητα πλήρη, μ΄ έδαφος προκαλλιεργημένο, έφτασε στο άρμα της μεγαλοπρέπειά του, όλος θάμπωμα, ο μεγάλος σατανικός Ιρλανδός, «ο τους νέους διαφθείρων», με τ΄ απανθίσματα του μεθυστικού του δηλητήριου, ο πολύς Oskar Wilde. Η επιρροή του έργου του Oskar Wilde στον Λαπαθιώτη ήρθε απόλυτη και κυριαρχική – συνέπεια φυσική και μοιραία· αλλα΄και η επιρροή της ζωής του Wilde ήρθε δεσποτική, τυραννική. Έκτοτε η ψυχή του και η ύπαρξή του ήταν πουλημένα στον Ιρλανδό. Η ζωή του δεν είχε σκοπόν άλλο από τη λατρεία και τη μίμηση του δασκάλου. Η αισθητική και η τέχνη απ΄ εδώ και πέρα έγιναν πράξη και, καθώς λένε, βίωμα. (Είναι η πρώτη φορά που αισθάνομαι την ανάγκη να μεταχειρισθώ τούτον τον όρο.) Ο Λαπαθιώτης έκτοτε έχασε την οντότητά του· μεταφυτεύθηκε στον τόπο μας ένας καινούργιος Ντόριαν Γκραίυ σε τόπους ξένους. Βοηθημένος από τη μαλθακότητα που του χάρισε μια ζεστασιά οικογενειακής ζωής και μια μητρική λατρεία, από το εξωτερικό του και τη λεπτότατη παράσταση, από την οικονομική του άνεση, από την από την κοινωνική του θέση, - όλα τα είχε ζηλευτά, - δεν του απόμενε παρά να κολλήσει στο στήθος του ένα εξωτικό άνθος και να βγει, γόης και ξανθός, για την κατάχτηση του κόσμου. Βγήκε, έλαμψε διάττοντας, γοήτεψε, μόνο και μόνο για να καταπέσει σκληρά, να νικηθεί, να ζήσει μαύρα αμετανόητα χρόνια πίκρας και θανάτου πριν το θάνατο, να ερημωθή ψυχικά, να κλειστεί με αδάμαστη την αγέρωχη στάση του, παραδομένος στους τεχνητούς του παραδείσους, ηθικό και σωματικό ράκος. Τελευταίος σπαραγμός στον πύργο της απέραντης συναισθηματικότητός του ήρθε ο θάνατος της μητέρας του· ο δε περσινός θάνατος και του πατέρα του, τού έλυσε τα χέρια κι από τον τελευταίο τυπικό γήινο δεσμό, ώστε η θανατική του καταδίκη νάχει γίνει πια στην ψυχή του από μέρα σε μέρα ανέκκλητα εκτελεστή. Τρία τέσσερα γράμματά του που θα παραθέσω στο τέλος, χρονολογημένα από το 1940 ως σήμερα, δεν αφήνουν καμμιάν αμφιβολία στις παραπάνω σκέψεις.

 

            Ξανάρχομαι τώρα στην παρακολούθηση των «φιλολογικο – αισθητικών» ενδιαφερόντων του Λαπαθιώτη, ύστερ΄ από την κυριαρχική ενθρόνιση του Oskar Wilde σαν δεσποτικού άρχοντα της ψυχής του, γιατί αυτά έχουν άμεση σημασία στην όλη του υπόσταση.

 

            Φυσικά, ολόκληρη η φιλολογία που είχε για βάση της την ερωτική παρέκκλιση, τον έρωτα «των εις άκρον αισθητών», του ήταν πολύ αγαπητή· ανταποκρινόταν στον πόθο της ψυχής του, στο σκοπό της αποκλειστικής επανάστασης της ζωής του. Πρώτ΄ απ΄ όλα η πλούσια φιλολογία της αρχαίας Ελλάδας, με τους πλατωνικούς διαλόγους επί κεφαλής. Το ίδιο τα σοννέτα του Σαίξπηρ· στην αοριστία του γένους που χαραχτηρίζει τα περισσότερα, ήθελε να βλέπει την επαλήθευση κάποιας γνώμης πως ο υμνούμενος σ΄ αυτά δεν ήταν ο φυσιολογικός έρωτας. Η νεώτερη, η σύγχρονή του φιλολογία, είτε ήταν αυτή που καθαρά έδειχνε το αντικείμενό της και θαρραλέα, σαν τον τρυφερώτατο «Dédé» του Αχιλλέα Εσσεμπάκ ή ένα δυο μυθιστορίες του Μιρμπώ, είτε άλλη φιλολογία, που του ήταν υποβλητικά αγαπητή, μόνο και μόνο γιατί από μέσα εκεί απουσίαζε η κοινότυπη γυναικεία μορφή· έτσι «Οι αδελφοί Ζεμγκαννό» του Ε. Γκογκούρ, «Ο αδελφός μου Υβ» του Λοτί. Εννοείται όμως πως όλα τούτα ήταν δευτερεύοντα στολίδια, και τεράστια ήταν η απόσταση που χώριζε αυτά τα αισθητικά passe temps από τη βαθειά και δεσποτική πίστη και λατρεία του Θεού Οσκάρ. Στο δωδεκάθεο ή πολύθεο τούτο την πρέπουσά του τιμητική θέση είχε αναμφισβήτητα και ο Καβάφης, μύστης κι αυτός στη θρησκεία, μεγάλος συνάμα ποιητής, άλλης τεχνοτροπίας, εντελώς ξένης προς το μουσικό πάθος του Λαπαθιώτη.

 

            Η μουσικότητα – πάθος εξίσου έντονο με τον ερωτικόν αισθητισμό – τον έσπρωχνε, καθώς και κάποια ροπή προς τους μεγαλόπνοους ηρωισμούς, στο ν΄ αγαπά από τον Claudel τα δύο του καλοκαιρινά ποιήματα (την «Καντάτα» και τον «Πρωτέα») και την «Annonce», μόνο και μόνο για τον αρμονικώτατο λυρισμό τους, και τον «Tête - dOr» για τη χαοτική του και ηρωική υπόσταση· το ίδιο ο θαρραλέος ηρωισμός του Whitman (που του μετάφρασε και μερικά τραγούδια) τον είχε για έναν καιρό συνεπάρει· το ίδιο οι πλατειοί οραματισμοί του Verhaeren.

 

            Όσο για τη σύγχρονή του ή λίγο παλιότερη ελληνική λογοτεχνία, προς τι άλλο θα οδηγιόταν η αγάπη του, παρά σε ό,τι ήταν νοσταλγικό, με style, καλλιεργημένο ή προσωπικό, με μουσικότητες και μακρυά της άμουσης, γραμματειακής ποίησης. Εξαίρετη και εγκάρδια θέση κατείχε ο Παπαδιαμάντης, οι αβρότητες τού από τη μοίρα σφραγισμένου Χρηστομάνου· εγκάρδια ήταν και η φιλία του για τον Άγγελο Σικελιανό. Θυμάμαι με πόση ορμή βγήκε να στηλιτεύσει κάποιες βιαστικές ή ανώριμες πολεμικές που είχαν γίνει και που είχαν στόχο ορισμένα φανερώματα της δράσης του. Αλλά θυμάμαι και τούτο το χαραγμένο στην πρώτη ακόμα φάση της ζωής μου, πως ένα θείο δειλινό, εδώ και 27 χρόνια, με παράλαβε ο Λαπαθιώτης, με πήγε να βρούμε τον Σικελιανό, και τραβήξαμε οι τρεις σ΄ έναν μακαριστό περίπατο για την Καισαριανή. Αυτή στάθηκε η πρώτη μου γνωριμία με τον Άγγελο, και βέβαια δεν μπορεί να ξεχαστεί.

 

            Θέλησα μ΄ επιμονή να ξαναζωντανέψω όλες τις λεπταίσθητες μορφές που βρέθηκαν διαρκείς ομοτράπεζοι στο συμπόσιο της ωραιοπαθούς ζωής του Λαπαθιώτη. Σε κανένα δεν πρέπει να φανεί τούτο παράξενος τρόπος, γιατί ο παλμός όλων τούτων των «εταίρων» ήταν παλμός της ίδιας της καρδιάς του Λαπαθιώτη, στο αίμα του είχαν όλοι μεταγγιστεί, και η εξαΰλωση που υπήρξε το έργο του, ήταν πεμπτουσία βγαλμένη απ΄ όλη τούτη την ανθοδέσμη αποσταγμένη. Ανάμεσά τους και ανάμεσα στις σισύφειες και τανταλικές γοητείες που του διαχύναν, γοητείες σαν τις φευγαλέες ή απόκοσμες μορφές του Poe, και του Dante Gabriel Rosseti, τρέμουσα, μετέωρη, στη διαρκή αγωνία του ταυτισμού του με τις φίλες ψυχές στεκόταν η λαμποκοπούσα αίγλη του Λαπαθιώτη, αίγλη για ένα θρίαμβο που όλο κι ερχόταν και που όλο ανέγγιχτος ήταν. «Son cœur était un luth suspendu.» Η δίκαιη περηφάνεια του, η κάποια αλαζονεία του, η κάποια περιφρόνησή του προς τους αμύητους εκείνων των ευτυχών καιρών, είχε ένα ελατήριο πολύ φυσικό, ατράνταχτο. Ποιος άλλος στον τόπο μας, ποιος άλλος σε πολλούς άλλους τόπους, είχε για συντροφιά του τόσο ψυχική και εγκαρδιακή αυτό τον όμιλο των διαλεχτών, αυτή τη σύναξη των καταχτητών της ωραιότητας στην ουσία της την ασύλληπτη; Με αρκετά φιλάρεσκη όσο και φιλοπαίγμονα διάθεση στ΄ όνομά του «Ναπολέων» εύρισκε μια συμβολική μεταφορά καταχτητικού θρίαμβου στα ωραιόπαθα πεδία της Αισθητικής· ασφαλώς τον καιρό εκείνο ούτε καν οπτασιαζόταν την Αγία Ελένη, που θα μεταβαλλόταν κάποτε ο Παράδεισος της «γωνίας Οικονόμου και Κουντουριώτη, Αθήναι». Εδώ πρέπει να μνημονεύσω τούτο : Στη διάρκεια ενός ταξιδιού μου στη Σερβία το 1919, τούστειλα κάποιο χαιρετισμό από το Zagreb. Όταν γύρισα, έλαβα κάποιο του γράμμα, όπου φαίνεται ξεσκεπάζεται καθαρά η διπλή αυτή διάθεση, όσο και αν το λογοπαίγνιο, φυσικά, είναι το δυνατώτερο :

 

«A Takis, explorateur d’ Agram,

Napoléon, vainqueur de Wagram.»

 

            Παιχνίδια, θα βρεθούν πολλοί να πουν, τιποτένια πράγματα. Δεν το νομίζω. Τίποτα στον τόσο καθολικά υπεραισθητικό καταρτισμό του Λαπαθιώτη δεν είναι χωρίς ψυχικήν απήχηση και σημασία. Στον άρχοντα αυτόν της ελαφρότατης nuance, ο κάθε του λόγος, η κάθε του πεννιά, ήταν «καθαρή Ποίηση». Και όσο για παιχνίδια, μήπως το ωραιότερο ποσοστό της τέχνης και της ζωής δεν μας έρχεται ή δεν πρέπει τουλάχιστον να μας έρχεται από το γελαστό δρόμο του παιχνιδιού;

 

            Τέτιος λοιπόν ο λαμπρός αισθητικός διάκοσμος, όπου μέσα θρόνιαζε η ψυχικότητα του πιο εξαϋλωμένου Έλληνα. Βαθειά, ιερατική στην προσήλωσή της, ασκητική μανιακή ωραιοπάθεια, αποκλειστική του κάθε άλλου, και που μόνο ανεχόταν για πρόσκαιρα στολίδια της τις μαρμαρυγές ενός παροδικού grotesque ή arabesque, μονάχη αναλαμπή κάποιου είδους ζωής, στη θανατικήν αταραξία, στον κρυφό αγώνα. Τα μαύρα διαμάντια, τα ίδια που στόλιζαν σαν θεσπέσια crux pectoralis την πλανητική ψυχή του Edgar Allan Poe.

 

            Την εποχήν εκείνη (1909 – 1917 το πολύ) κυριάρχησε σαν μετέωρο αλησμόνητο αλλά σύντομο η μοναδική μορφή του Λαπαθιώτη. Ζωή και Τέχνη σ΄ ένα κοινόν αμάλγαμα, είτε καλύτερα η Ζωή, με κάποια δόση παρεξήγησης τραγικής που είχε μέσα της όλο το καταστροφικό σπέρμα του μέλλοντος, η Ζωή καταργημένη, εξατμισμένη στην υψικάμινο της Τέχνης. Μόνο της αριστοκρατικό γνώρισμα η εκζήτηση του υπερτέλειου· μόνος της επαναστατικός σκοπός ο προπαγανδισμός της πλατωνο-ουαϊλδικής πολιτείας. Στοιχεία ουτοπίας και τα δύο, νεκρά, αφύσικα, μιασματικά για τον πολύν κόσμο, ασθενικά. Σπάνια και έκπαγλα ωραία φυτά της θερμοκηπικής καλλιέργιας. Η ζωή του τότε, θρίαμβος διαρκής. Αντιστραμμένη κι αυτή στις ώρες της (αντιστροφή που της έμεινε πιστός, όπως σε όλες του τις πεποιθήσεις, ως το τέλος), άρχιζε μόλις κατά τις τέσσερες το απομεσήμερο. Τούτο ήταν το πρωινό της. Μια δυο ώρες ρεμβασμός στο πιάνο. Το βραδάκι η θαμπωτική κοσμική εμφάνιση, με τις άψογες αμφιέσεις, το ξανθό λεπτότατο πρόσωπο, τη σαγήνη του εκλεπτυσμένου, τη σφραγίδα ενός πελώριου λουλουδιού στο στήθος, το σκόρπισμα προς το κοινό ενός σαγηνευτικού χαμόγελου. Τι τέτιες εμφανίσεις δεν έβλεπε η κοσμική πλατεία και εξέδρα του Νέου Φάληρου ή το αριστερό πεζοδρόμιο της οδού Σταδίου. Τους συντρόφους του σ΄ αυτές τις κοσμικές εξόδους τους διάλεγε κι αυτούς ανάλογα αισθητικά φανταχτερούς ή υποβλητικούς, και ήταν ο κύκλος τους πολύ στενός. Αγαπούσε πολύ να διαβαίνει στα κοσμικά πλήθη συνοδεύοντας μιαν ωραία κ΄ επιβλητική ξαδέρφη του ή έναν πολύ νέο, απόκοσμης ομορφιάς, φίλο του. Κατόρθωσε να εξαϋλώσει αισθητικά ακόμα και το στρατιωτικό χακί. Κάποτε, και μάλιστα τότε που ήταν ο πατέρας του Υπουργός των Στρατιωτικών και πασίγνωστος με την επανάσταση του Γουδιού και τους κοινοβουλευτικούς αγώνες του, διάλεξε ο Λαπαθιώτης να κάνει τη στρατιωτική του υπηρεσία (λίγων εβδομάδων)· ε, λοιπόν, είναι αφάνταστο το ποια χάρη κατόρθωσε να προσδώσει στην άχαρη στρατιωτική στολή, μπαίνοντας μέσα της. Περιττό να πω πόσο θεωρούσε καταναγκαστικό μαρτύριο αυτή την υπηρεσία, παραλληλίζοντάς το με κόλαση και κρίνοντάς το εφάμιλλα με τη σκληρή παραμονή στο κάτεργο του Oscar Wilde. Τότε έγραψε στο περιοδικό «Ελλάς» του Ποταμιάνου, που ήταν από τους ενδοξώτερους συνεργάτες του, τους «Παιάνες», με την επιγραφή του Dante στην είσοδο της Κόλασης, και με έναν ψυχικό θρήνο ανάλογο με τη «Μπαλλάντα του Ρίντιγκ» του Wilde. Στη μέση του υπέροχου αυτού πεζού τραγουδιού φιγουράρει ο ήρωάς του μαζί με τον ξάδερφό του κ. Σπ. Τρικούπη, συνεργάτη και τούτον του φύλλου, ντυμένοι τη στρατιωτική τους στολή.

 

            Η γοητεία που εξασκούσαν αυτές οι διπλές, οι σοφά και μελετημένα συνταιριαγμένες εμφανίσεις, φιλολογικά πρωτοπορειακές και κοσμικά θαμπωτικές, στον κόσμο, ήταν μεγάλη. Λες και ο νέος Απόλλωνας μετασαρκώθηκε και ήρθε να περπατήσει ανάμεσά μας. καθώς ο Hoelderlin φαντάσθηκε τους αρχαίους θεούς, νάρχονται κάθε τόσο σε σπάνια διαστήματα προς εμάς, και να τους χαίρονται μερικοί, αλλά όλοι να θαμπώνονται από κάποια μυστικήν αίσθηση, πως «θεός εγγύς».

 

            Τότε έγραψε στην «Ηγησώ», στη «Νέα Σκέψη», στην περίφημη «Ανεμώνη», βραχύβια περιοδικά ερμητικού ουαϊλδισμού και υπεραπόλυτου αισθητισμού και νεοσυμβολισμού. Σαλώμες, κόκκινα φεγγάρια, τεχνητές τέλεια σκηνοθετημένες ατμόσφαιρες ερέθιζαν την αγωνία που κάλπαζε για να κάνει τα μυστικά του ωραίου υποχείρια. Συνεργάτες του ήσαν ο Χαρίλαος Παπαντωνίου (αδελφός του Ζαχαρία), πλατωνικός αυτός, ο Μανώλης Μαγκάκης, μεταφραστής των σονέττων του Σαίξπηρ, ο Ραΐσης, ο Σαλούτσης, ο Ροδοκανάκης, όλοι τους νεκροί σήμερα, όλοι τους με κάποιαν αισθητικήν αξία, αλλά πολύ, πάρα πολύ πίσω από τον Λαπαθιώτη, που λες και το Κάλλος το είχε οριστικά δαμάσει και το νεμόταν όπως ήθελε. Ίσως ο Πλάτων Ροδοκανάκης στεκόταν πιο ψηλά από τους άλλους, με πάθος που προσέγγιζε στη ζωηρότητα και την ένταση το πάθος του Λαπαθιώτη, ο Ροδοκανάκης του «Θριάμβου». Αλλά όλοι οι άλλοι αισθανόσουν πως κάναν και μεγάλη δόση «φιλολογία», δεν είχαν αφοσιώσει την ψυχή τους και τη ζωή τους στο θυσιαστήριο της άμωμης Τέχνης. Πάνω στον πόλεμό μας το Βαλκανικό, δημοσίευσε ο Λαπαθιώτης πάλι στην «Ελλάδα» την καταπληχτική του, από πρωτοπορειακή έποψη και θαρραλέαν εμφάνιση, «Μπαλλάντα σε Λα Μπεμόλ Μινόρε», εμπνευσμένη από τις συφορές τις intimes του κάθε πολέμου. Άρχιζε έτσι (αξίζει να την αναπολήσομε) :

 

«Γρηούλες μανάδες, οι μανάδες

(βαράτε νταούλια και βιολιά

και οι ταμπουράδες και οι ζουρνάδες)

γρηούλες μανάδες οι μανάδες,

 

– κι οι κοπελούδες οι κερένιες

(όχου λαγούτα και βιολιά)

κι οι κοπελούδες οι κερένιες

με τις βαρειές, τις βαρειές έννιες –

 

συμμαζωχτές και κακομοίρες

(βαράτε νταούλια και βιολιά)

συμμαζωχτές και κακομοίρες

με τους μοναχογιούς οι χήρες.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .»

 

και που τέλειωνε μ΄ έναν τολμηρότατο μουσικό στίχο, όπου η μετατοπισμένη τομή, πούκοβε τη λέξη «χαροκαμένες» στη συλλαβή «κα», ήταν σα λόγχη που σπάραζε τη μητρική καρδιά :

 

«οι χαροκα-μένες μανάδες»

 

            Άλλωστε και ορισμένοι στίχοι της λατινικής πρόζας Stabat Mater του είχαν εντυπωθεί όχι μόνο από τη μουσικότητά τους (ξέχασα να το πω παραπάνω), αλλά και από την τραγικότητά τους, μια τραγικότητα που η ψυχή του πάντα συμπονούσε, το κάθε τι που είχε να κάνει με τη μητρική αγάπη, και με βάση θαρρώ βαθύτερη τη λατρεία του προς τη δική του Μητέρα, που ήταν ο πόλος, ο μόνος ανθρώπινος πόλος της ψυχής του. Τα υπόλοιπά του ήταν ουράνια κ΄ έξω του κόσμου. Ιδού οι στίχοι :

 

Pertrasivit gladius

 

ο ένας, και

 

Dum pendebat filius

 

ο άλλος.

 

            Τον ίδιο καιρό, ο Λαπαθιώτης έγραψε και μιαν άλλη λεπτότατη μπαλλάντα του σαν παραμύθι, «Το βασιλόπουλο». Κάπως έτσι (όλ΄ αυτά από μνήμη τ΄ αναγράφω) :

 

«Το πανώριο βασιλόπουλο

μια φορά κ΄ έναν καιρό

μια φτωχιά παιδούλα αγάπησε,

τραλαρά και τραλαρό·

 

κ΄ ήταν, ήταν η αγάπη του

φοβερή και τρομερή

κι όλη μέραν εμαράζωνε

κ΄ έλυωνε σαν το κερί…»

 

            Δυστυχώς δεν θυμάμαι τη συνέχεια. Της ίδιας εποχής είναι και το λαμπρό πεζό τραγούδι (μαλλαρμεϊκό μαζί και ουαϊλδικο) που άρχιζε : «Νυμφαίες, λευκές νυμφαίες…» θαμό, μιασματικό όνειρο, καθώς και ο υποβλητικός «Θάνατος της Γιαγιάς».

 

            Η εφημερίδα «Εστία», προμαχώνας πάντοτε του συντηρητικού πνεύματος, δεν άφηνε ευκαιρία, με τον Τσοκόπουλο επί κεφαλής, να διακωμωδεί αυτά τα μοναδικά για την ποίησή μας φανερώματα. Την πρώτη μπαλλάντα την ξαναδημοσίευσε ολόκληρη με τίτλο «Μπαλλάντα σε Λα Τρελλόρ». Στάθηκε όμως ανίκανη η «Εστία» ν΄ ανακόψει την ένταση της αίγλης που σκορπούσε τον καιρόν εκείνο ο Λαπαθιώτης, αίγλης συνειδητής στους λίγους, αλλά υποβλητικής και σαν από κάποια διαίσθηση ειπωμένης στους άλλους τους πολλούς. Ίσα ίσα, αυτή η χρησιμοποίηση εύκολου πνεύματος αύξαινε τη διαφήμιση.

 

            Περνούσε λοιπόν η ζωή του Λαπαθιώτη ύστερ΄ από τις κοσμικότητες, στις πιο νυχτερινές της ώρες· η μοναξιά, ο ρεμβασμός, οι περίπατοι στους κήπους, τ΄ αηδόνια, ο θρύλος ύποπτων σχέσεων, το μυστήριο, η εξιχνίαση από μια διψασμένη για ωραίο ψυχή του ανεξιχνίαστου μέσα στα σκοτάδια. Έρχονταν οι πρωινές ώρες, τρεις, τέσσερες, πέντε, γύριζε στο σπίτι του, και τότε ήταν η ώρα της δουλειάς, της δημιουργίας του. Και κατά τις εφτά, οχτώ το πρωί, ο ύπνος αυτού που κατάργησε τη μέρα σα μια θορυβώδη πραγματικότητα, έξω από τους μυστικούς του κόσμους, κρύα, ψυχρή και ξένη στα κλίματά του.

 

            Ο μεγάλος πόλεμος και οι εσωτερικοί μας διχασμοί προσπάθησαν κάπως να του διεγείρουν κάποια αμυδρά ενδιαφέροντα, που πηγή τους ήταν πάλι αισθητική κατά βάθος. Ο έρωτάς του προς τη Γαλλία, κοιτίδα του δικού του ωραίου, που την έβλεπε να πέφτει θύμα αχαριστίας από την πολιτική του τόπου, τον έκανε να κυκλοφορήσει σε κρυφά «πετώντα φύλλα» την κραυγή του «Γαλλία, Γαλλία, χαρά της Οικουμένης». Στο πλευρό του πατέρα του, βρέθηκε αξιωματικός ανθυπολοχαγός διερμηνέας για ένα φεγγάρι. Πήγε μαζί του στην Αίγυπτο, αλλά, καθώς φαντάζεται κανείς, κάθε άλλο παρά ευδοκίμησε σ΄ αυτή του την, ας την πούμε, δράση. Γρήγορα ξαναγύρισε στο γνώριμό του ασκητισμό, αφού αντίκρυσε εκεί κάτω μονάχα το μυστήριο της Σφίγγας.

 

*

* *

 

            Αλλά ό,τι στάθηκε τονωτικό μιας πρόωρης και ζηλευτής ανόδου, δεν ήταν γραφτό να διαρκέσει. Η δόση λίγο-λίγο μεγάλωνε, και η διέγερση αξίωνε πια, για να έρθει, πολλές υποχωρήσεις. Η ψυχική δηλητηρίαση είχε αρχίσει. Το μετέωρο όλο και μάκραινε, το φως του χαμήλωνε. Η δύναμη εκείνη η θαυμαστή, που από μικρό παιδί, με τα ρίγη της μουσικής πρώτα, τον οδήγησε δίπλα στους μεγαλύτερους ωραιοπαθείς και στις πιο αδιαφιλονείκητες αξίες του κόσμου μας, κατάπεσε, και τόσο μονομιάς, που βλέπαμε ένα Λαπαθιώτη, φάσμα εκείνου που είχαμε γνωρίσει, να στέκεται ανίκανος να παρακολουθήσει τον κυκεώνα που είχε δημιουργηθεί αμέσως ύστερ΄ από τον πόλεμο. Όχι πως δεν το προσπαθούσε. Ούτε είχε στην αρχή συνείδηση της κατάπτωσής του. Αλλά τούλειπε η προσαρμογή. Ένας φαταλισμός, μια μονομανία για τη ματαιότητα της κάθε προσπάθειας τον έδερνε. Και πώς θάταν αλλιώτικα; Ήταν τόσο ενεργός, τόσο οξύς ο ερεθισμός που του ανάλωσε στα λίγα χρόνια του πυριφλεγέθονα τη νιότης του όλη την ουσία. Λίγο-λίγο ασφαλώς, με τη νυχτερινή ταχτική ενδοσκόπηση, θα του ήρθε και η πικρή συνείδηση αυτού που του είχε συμβεί. Άδικη πίκρα ίσως, αν σκεφθεί κανείς πως ό,τι έδωκε ήταν συμβολή άξια και ακέραια με το παραπάνω. Αλλά θα μπορούσε ποτέ, αυτός ο δεύτερος Ναπολέοντας, να είναι ευτυχισμένος στην ερημιά της εξορίας του; Την ίδια νοσταλγική πτώση δε δείχνει και η εξομολόγηση του Ταμερλάνου, από τον Poe;

 

            Και προσέτι, δεν ήταν μόνο της ψυχής τα φαρμάκια. Παράλληλα ερχόταν η φθορά της παιδιάστικης εκείνης μοιραίας ομορφιάς, σαν καθρέφτης αλάθευτος του εσωτερικού του δράματος. Μια δυνατή μονάχα κλωστή τον σύνδεε στον καθημερινό του βίο με το γλυκό παρελθόν, μιαν αυταπάτη που όδευε κι αυτή φανερά στην ίδια θανατερή διεύθυνση : η ύπαρξη της Μητέρας. Όταν πια, ύστερ΄ από σπαραχτικά οδυνηρή αρρώστεια, ήρθε η ώρα του θανάτου της, ε, τότε κόπηκε για πάντα η κλωστή. Φανταχτερό παράδειγμα της αδυναμίας του για τη ζωή, αυτή η εξάρτησή του στα πενήντα χρόνια του από την αγκαλιά της μητέρας, αυτό το φροϋδικό πλέγμα, τι άλλο δείχνει παρά πως δεν ήταν αυτό το αιώνιο καλομαθημένο παιδί προορισμένο για τη ζωή. Ο θάνατος της Μητέρας απ΄ τη μια μεριά, μαχαιριά πρώτη, και ο εφιάλτης του πορτραίτου του Dorian, μαχαιριά δεύτερη.

 

            Μοναδικός καρπός της σκληρής αυτής εποχής του οριστικού θανάτου πριν από τον άλλο, τον προχθεσινό, συμβολικός κι αυτός, το τύπωμα μιας μοναδικής συλλογής, το 1939, που αποπνέει, τι άλλο, θάνατο! Συμβολικός κατά τούτο, γιατί περιφρονεί ολόκληρή του την ποιητική δημιουργία, που είτε δεν τη δημοσίευσε ποτέ του, είτε τη σκόρπισε σε κάθε είδους περιοδικά, και σ΄ εποχή του μεγαλύτερου παγκόσμιου οργασμού, των φωτεινότερων φανερωμάτων και προσπαθειών της τέχνης, συμμαζώνει το πένθος της ψυχής του, την απέραντη βαρεμάρα του, τη δίψα του προς το θάνατο, και αποφασίζει να μας φανερωθεί με αποκλειστικά τούτο του το επίσημο φανέρωμα :

 

«Να ζω δίχως λόγο, και δίχως σκοπό...»

 

ή πάλι :

 

«Κι αφού καμμιάν άλλη

χαρά δεν αισθάνη [ η καρδιά μου ]

- να σβήση, όπως σβήνουν

τ΄ ανώφελα τ΄ άνθη...»

 

ή, στο ίδιο τραγούδι, το τόσο πικρά αληθινό και υποβλητικό :

 

«σαν κάποιοι χαμένοι

κι αλλόκοτοι στίχοι,

που δεν τους μαντεύουν,

ενώ κλείνουν τόσα,

γιατ΄ είναι γραμμένοι

σ΄ ερμηντική γλώσσα...»

 

            Παρομοίωση και πάλι της καρδιάς του. Τι πικρότερη αυτοκριτική και άδικη αυτοκαταδίκη, ενός παθολογικά απελπισμένου, ενός καινούργιου, αλλά ειλικρινούς παλλόμενου Βέρθερου, που η απελπισία του έχει ελατήρια μονάχα ωραιοπαθή κ΄ αισθητικά.

 

            Για το άφθονο κριτικό του έργο αυτών των σκοτεινών χρόνων δε λέγω άλλο παρά πως το χαραχτηρίζει η απόλυτη λεπτότητα και το πάθος του για την τελειότητα της τέχνης που αγάπησε.

 

            Συμπεραίνω πως μια τέτια ολοκληρωμένη υπόσταση, μια τέτια θαυμαστή όσο και σπανιότατη πληρότητα, μια τέτια βαρύτιμη θυσία από τα βάθη της καρδιάς βγαλμένη και με το αίμα πληρωμένη, μια τέτια αληθινά τίμια υπόθεση κατέναντι της άδολης Τέχνης, δεν μπορεί να μην αποτελέσει σταθμό. Η συμβολή του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη που σ΄ εμάς, στη γενιά μας με το ένα πόδι στην όχθη της πριν τον πόλεμο του 14 Τέχνης και το άλλο στον σημερινό κυκεώνα, στάθηκε σαν ένα υπερφυσικό ελληνικό ον, που ισορρόπησε ό,τι πιο αυστηρά εκλεχτικό είχε παρουσιάσει ο περασμένος αιώνας στα τέλη του και η απαρχή του καινούργιου, δεν μπορεί παρά νάναι συμβολή πλήρης και ολοκληρωμένη, αγαπητή και θαυμαστή. Την αστραπιαίαν άνθησή του τη θαυμάζομε σαν κάτι που έχει απόλυτη, ξεκάρφωτην αξία, καθώς θαυμάζομε ένα σπάνιας ωραιότητας στείρο φυτό. Μπροστά στην έκπαγλην ομορφιά, ξεχνάμε την κάθε προσαρμογή, χρησιμότητα ή ωφελιμιστική πρόθεση ή δύναμη ζωής. Και μπροστά στη μακρόσυρτη φθορά του, μας έρχεται η διάθεση να γονατίσομε με δέος. Όσο για το τελευταίο, το τελειωτικό χτύπημα του πιστολιού στην καρδιά του, αναπολώ τούτη τη βαθειά σκέψη του Πασκάλ :

 

            «Είναι καλό πράγμα να βαρεθής και να κουραστής στην αναζήτηση του αληθινού καλού, γιατί έτσι φτάνεις στην ανάγκη ν΄ ανοίξεις την αγκαλιά σου προς τον Ελευθερωτή».

 

*

* *

 

            Με τη δημοσίευση μερικών γραμμάτων του Λαπαθιώτη, που μούστειλε και που αντί για άλλη σφραγίδα έχουν εκείνη του βαθύτατα μελετημένου θανάτου, θα τελειώσω το φιλικό μου τούτο και γλυκά θλιβερό μνημόσυνο. Ας ακουσθή και η ίδια του η φωνή, αυτούσια, της φιλίας, για τελευταία φορά :

 

1) Γράμμα από 11 Φεβρουαρίου 1937.

 

(Απάντηση στο συλλυπητήριό μου για το θάνατο της Μητέρας του.)

 

                Τάκη μου,

                Ναι, ως προχτές, όλα ήταν σταματημένα εκεί που τάξαιρες! Αλλά τώρα χάλασε η τάξη τους... – Σ΄ ευχαριστώ και σένα και τη Μητέρα σου, που με συμπονέσατε, εσάς, που, μ΄ όλη την απομάκρυνση, στέκεστε, πάντα, τόσο κοντά μου...

 

                                                                Και σε φιλώ,

                                                                Ναπολέων Λαπαθιώτης

 

2) Γράμμα από 6 Μαρτίου 1940.

 

                Καλέ μου Τάκη,

Ω, τα γλυκά κι αγαπημένα πράγματα, που μου θυμίζεις! Τώρα, που ετοιμάζομαι, σιωπηλά, για τη μεγάλη εξαφάνιση (πολύ κοντά ο καιρός, πιο πολύ κοντά) ένας ζεστός αέρας περασμένων ξαναφυσάει μέσ΄ απ΄ τις γραμμές σου, και με κάνει, πάλι, να ριγώ...

Εσύ που στάθηκες, πάντα, τόσο κοντά μου, - κι ας μη βλεπόμαστε σαν άλλοτε, - είσαι σε θέση να τα δης, αυτά, και να τα πης! Όσο για τους άλλους, τι μας νοιάζει;... Σε λίγο, θάμαστε, κι αυτοί, κι εμείς, καπνός!        

 

                                                                Σ΄ αγαπώ πάντα,

                                                                Ναπολέων Λαπαθιώτης

 

3) Γράμμα από 16 Μαρτίου 1940.

 

(Απάντηση τραγική σε προσπάθειά μου να του αναχαιτίσω τη διάθεση θανάτου, με το απλοϊκό μέσο της αναζωπύρησης των αναμνήσεων.)

 

                Πολύ φίλε,

                Το θαυμάσιο πανόραμα του μέλλοντος, που η αγάπη σου θέλησε, τόσο καλοπροαίρετα, να πλάση προ των οφθαλμών μου, αρκούντως εξετίμησα, αλλ΄ αυτό οράται, δυστυχώς, μόνον εκ του δικού σου παραθύρου! Απ΄ το δικ΄ομου – γιατί, κι εγώ, κρατώ ανοιχτό, προς τα εκεί, ένα παράθυρο – δε βλέπω, φευ!, την τόση ροδινότητα, και τα τόσα έξοχα, που δείχνει το δικό σου! – Εκτιμώ, χωρίς να είμαι αχάριστος, τα όσα, ευμενέστατα, μου επεδαψίλευσεν η άχαρη ζωή μας, - αλλά μου είναι, ανεπιστρεπτεί, αφανισμένα...

                Και είμαι κουρασμένος, κουρασμένος!

                Βέβαια, δεν προεξοφλώ τίποτε, η τέχνη μακρά και το μέλλον αόρατον! – αλλά με τι, με τι να εξαλείψω την πικρή γεύση, που νοιώθω μέσ΄ στο στόμα;...

                Αν, επιστρατεύοντας εντέχνως όλα τα θεληματικά εκείνα όνειρα, που υποκρύπτουν οι παλιές, οικείες φράσεις μας, μπορούσες ν΄ αποσείσης τα φοβερά φαντάσματα, που μορφάζουν, πέρα, στον ορίζοντα, και μ΄ απειλούν με τ΄ άσαρκά τους δάχτυλα!

                Κι αν η αγάπη σου, - που δε μπορεί να συγκριθή παρά με τη δική μου, - αν η απαράμιλλη αγάπη σου, εξορκίζη, μια μικρή στιγμή, τον δαίμονα, - αυτός ξαναγυρίζει, μόλις σιωπήσης, και μου ψιθυρίζει, πολύ σιγά, στ΄ αυτί, το ανάλγητο εκείνο “Nevermore”!

                Και τι να κάνω τότε; τι να κάνω;

                Τι να σου πω, που είμαι κουρασμένος!

                Σ΄ευχαριστώ για το γλυκό σου μάλωμα, - και σε φιλώ.

 

                                                                Δικός σου

                                                                Ναπολέων Λαπαθιώτης

 

            Το γράμμα τούτο φέρνει επικεφαλής  του μια τραγική παραλλαγή του στίχου, που συνηθίζαμε να λέμε, του Moréas :

 

«Car le mal, qui s’ est fait pire,

me condamne à ne plus rire

 

4) Γράμμα από 8 Ιουλίου 1943.

 

(Πέντε μέρες ύστερ΄ από το θάνατο της Μητέρας μου.)

 

                Τάκη μου, 

                Με βαθειά πίκρα (αποκλειστικά για σένα, και για μας, κι όχι για Κείνη, γιατί όσους φεύγουν, εγώ τους μακαρίζω, κι ας το πω κι αυτό, και τους ζηλεύω...) μαθαίνω πως ήρθε η Μεγάλη Ώρα για τη Μητέρα!

                Την πίκρα μου αυτή, -πόσο αδερφική, το ξαίρεις,- σου τη στέλνω με τούτο μου το γράμμα.

                Και θάθελα να μπορούσα, μήτε καν αυτό, μήτε καν αυτό, μόνο να σούπαιρνα το χέρι, και να σου τόσφιγγα, απάνω στην καρδιά μου, σιωπηλά...

 

                                                                Σαν αδερφός σου

                                                                Ναπολέων Λαπαθιώτης

 

5) Γράμμα από 8 Νοεμβρίου 1943.

 

(Το τελευταίο για να μου συστήσει για κάποια δουλειά ένα φίλο του ποιητή, τον κ. Ανδρέα Μοθωνιό. Παραλείπω την αρχή.)

 

                Πολύ φίλε,

                ... Πολύ προσεχώς (επειδή, ενδεχόμενο ν΄ αποχωρήσω της ζωής αυτής) θα σου στείλω και μια φωτογραφία μου, - για να με θυμάσαι. Και θα σου στείλω πάλι με τον επιφέροντα φίλο. Φαντάζομαι να τη θέλης. Εγώ, πάντως, θέλω να σου τη στείλω. Αυτά.

 

                                                                Σ΄ αγαπώ πάντα,

                                                                Ναπολέων Λαπαθιώτης

 

            Δυστυχώς, το ενδεχόμενο έγινε πράξη, αλλά τη φωτογραφία δεν την έλαβα ποτέ [1], [2].

 

            Και ένα είναι θετικό, πως το ψυχικό κενό που μου αφήνει είναι ανυπολόγιστο. Έστω και η ιδέα πως το φάσμα του Λαπαθιώτη ζούσε κάπου, μου ήταν ενισχυτικό για τους δρόμους της τέχνης και της ζωής.

 

            Μολονότι με κάποιαν αίσθηση ιεροσυλίας φανερώνω τα γράμματα τούτα, τόσο αγαπητά μου και οικεία, όμως νόμισα χρέος μου να δώσω το τραγικό τούτο προανάκρουσμα του θανάτου στην τρυφερώτερή του πρόοδο, γιατί δείχνει πολύ περσότερα απ΄ οσαδήποτε γραφόμενα, έστω και τα πιο εγκάρδια, έστω και τα πιο φιλικά.

 

            Θέλω να ελπίζω, πως το άφθονο κ΄ επιμελημένα εργασμένο ποιητικό του έργο, το ανέκδοτο, έτσι που τόξερα στα συρτάρια του γραφείου του τοποθετημένο με στοργή, κάποιος θα βρεθή κληρονόμος, συγγενής ή άλλος, να το αποδώσει στη δημοσιότητα· είναι άλλωστε και χρέος του, υποθέτω. Δηλώνω δε και δημόσια, πως θα είναι για μένα μεγάλη ψυχική χαρά, μέσα στη σημερινή λύπη, να μπορέσω να βοηθήσω με οποιονδήποτε τρόπο. Θαρρώ πως κάτι τέτιο ήταν και η εκδηλωμένη επιθυμία του τραγικού μου φίλου.

 

Τ.Κ. Παπατζώνης

 

 

Περιοδικό Νέα Εστία, τ. 398-399, 1 και 15.1.1944, σ. 86-95.

Επιστροφή στον Λαπαθιώτη

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

 



[1] Στα χαρτιά μου βρίσκεται – το αναγράφω για την ιστορία – τυπωμένο κ΄ ένα πρόγραμμα «Θεάτρου Ποικιλιών» περίοδος θερινή 1901. Αυτό το θέατρο ήταν παιδικό, θα ήταν τότε δώδεκα χρονών ο Λαπαθιώτης. Εκεί αναγγέλλεται : Πρόλογος. «Ποίημα χαιρετιστήριον επί τη ενάρξει του θεάτρου, όπερ θ΄ απαγγείλη αυτός ο ποιητής κ. Ν.Λ. Λαπαθιώτης». Παίζονται διάφορα μονόπρακτα και δίπρακτα, καθώς «Η εξ Άδου Παραγγελία» του Λάσκαρη. Πλοκή θαυμασία, γέλως άφθονος. Παίζανε ο Ε. Βρονσεράδ, Ν. Λαπαθιώτης, Α. Γρούνδμαν, δις Μ. Αγελάστου, Κ. Κόλμαν, όλοι φίλοι και συμμαθητές. Και, τούτο είναι το πιο ενδιαφέρον, «υπό μελέτην» ήταν «Νέρων ο τύραννος», έμμετρον δράμα εις πράξεις δύο, υπό του ποιητού κ. Ν.Λ. Λαπαθιώτη. Ο ίδιος μετάφραζε και άφθονα Μολιέρο. Ας σημειωθεί και πάλι, το 1901, για να φανεί η πρωιμότητά του.

[2] Μια και ανιστόρησα τόσα και τόσα από τα οικεία πράγματα που με συνδέσαν με τη ζωή του Λαπαθιώτη, θάναι ίσως παράλειψη αν δεν αναφέρω και κάτι συγκλονιστικό που μου συνέβη τη νύχτα του θανάτου του. Έως τις 11 τη νύχτα της Παρασκευής με Σάββατο, 7 με 8 Ιανουαρίου, συνεργαζόμουν με τον Καθηγητή κ. Levesque για μια μετάφραση της «Μητέρας Θεού» (τραγουδιού κατ΄ εξοχήν του θανάτου, καθώς είναι γνωστό). Στις 11 έφυγε ο κ. Levesque και συνέχισα το διάβασμά μου. Όταν κατά τα μεσάνυχτα η γυναίκα μου, που αμυδρότατην ιδέα είχε για τον Λαπαθιώτη και που δεν τον είχε γνωρίσει ποτέ, αλλά μόνο από μακρυά ιδεί να με χαιρετάει εδώ και οκτώ χρόνια στην Κηφισιά, μου λέει απρόοπτα : «Τι να κάνει άρα γε ο φίλος σου ο κ. Λαπαθιώτης;» Ας σημειωθεί πως δεν μου είχε ποτέ μιλήσει γι΄ αυτόν. Και τότε εγώ της είπα με λίγα λόγια το πόσο βρίσκεται κοντά στο θεληματικό θάνατο. Την ίδιαν ώρα που κάναμε το διάλογο αυτό, έμαθα την επομένη πως σκοτώθηκε. Τι άλλο ήταν αυτό, παρά το τελευταίο χαίρε, η τελευταία τηλεπαθητική του σκέψη, ίσως, προς το φίλο του, που μου έφθασε όχι απ΄ ευθείας, αλλά διαμέσου του προσώπου που στέκει πιο κοντά μου απ΄ όλα, της γυναίκας μου. Ο Πόε πολλά θα αισθανόταν εξ αφορμής τούτου του περιστατικού.