Το λουλούδι της φωτιάς: Ένα διπλό διήγημα του Μυριβήλη

 

Ο Στρατής Μυριβήλης, γεννημένος το 1890 στη Συκαμιά της Λέσβου, στρατεύθηκε εθελοντής το 1912 και πολέμησε στους βαλκανικούς πολέμους και στη συνέχεια στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και στη Μικρασιατική εκστρατεία. Από τις πολεμικές εμπειρίες του εμπνεύστηκε το αριστούργημά του, τη Ζωή εν τάφω, που χωρίς υπερβολή τον τοποθετεί ανάμεσα στους κορυφαίους αντιμιλιταριστές λογοτέχνες της Ευρώπης. Έχει γράψει όμως και άλλα πολεμικά (ή αντιπολεμικά) έργα, ανάμεσα στα οποία και το Λουλούδι της φωτιάς, που θα μας απασχολήσει σ’ αυτό το σημείωμα.

 

Γιατί το αποκαλώ διπλό διήγημα; Γιατί έχει δημοσιευτεί δυο φορές, με άλλο τίτλο την πρώτη φορά, και με αρκετές διαφορές ανάμεσά τους. Για όσους βιάζονται, να πω ότι η δεύτερη μορφή του διηγήματος είναι εκτενέστερη κατά 60%. Προσθέτει εκτενή εισαγωγή κι επίλογο, έχει κάποιες δευτερεύουσες διαφορές σε σχέση με την πρώτη, δεν παραλείπει τις ωμές περιγραφές και τα φονικά, αλλά ενώ στην πρώτη μορφή οι φαντάροι βιάζουν τις κοπέλες, στη δεύτερη μορφή η εμφάνιση ενός λοχαγού αποτρέπει την ατίμωση.

 

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Το 1928 ο Μυριβήλης εκδίδει, στη Μυτιλήνη, τη συλλογή «Διηγήματα». Η συλλογή έχει πέντε διηγήματα: Πόλεμος. Οι χωρατατζήδες. Θυσία στον ήλιο. Το Βγενάκι. Οι δυο κάλπηδες. Το πρώτο διήγημα, «Πόλεμος» είναι και το εκτενέστερο και το πιο δυνατό. Ύστερα από 24 χρόνια, το 1952, εκδίδεται η συλλογή διηγημάτων του Μυριβήλη «Το κόκκινο βιβλίο». Το πρώτο διήγημα του βιβλίου λέγεται «Το λουλούδι της φωτιάς». Είναι ο «Πόλεμος», σε ξαναδουλεμένη και επαυξημένη μορφή.

 

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Μυριβήλης ξαναδουλεύει εκδομένο κείμενό του. Χαρακτηριστικά, η Ζωή εν τάφω στη σημερινή της οριστική μορφή, έχει υπερδιπλάσια έκταση από την αρχική (έκδοση Μυτιλήνης 1924). Κάποιοι Μυτιληνιοί λόγιοι λένε χαριτολογώντας ότι στις επόμενες εκδόσεις ο Μυριβήλης «πρόσθεσε δύο επίθετα μπροστά από κάθε ουσιαστικό» και γι’ αυτό αυξήθηκε η έκταση του έργου, αλλ’ αυτό είναι υπερβολή και ίσως άδικη. Έχουν προστεθεί πολλά εντελώς νέα κεφάλαια, είναι όμως αλήθεια ότι το έργο έχει γίνει φλύαρο σε κάποια σημεία. Τέλος πάντων, στην πρώτη μορφή η Ζωή εν τάφω είναι περισσότερο μια μαρτυρία, στην οριστική είναι λογοτέχνημα· αλλά το θέμα μας είναι ο Πόλεμος και πώς μετατράπηκε στο Λουλούδι της φωτιάς.

 

Για όσους θέλουν να διαβάσουν τα δυο διηγήματα, έχω ήδη ανεβάσει στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ και τον Πόλεμο και το Λουλούδι της φωτιάς, φυσικά χάρη στην πολύτιμη βοήθεια των φίλων που έκαναν την ψηφιοποίηση των κειμένων. Προχωράω τώρα σε αναλυτική σύγκριση.

 

Και ξεκινάμε με σύντομη περίληψη της υπόθεσης του Πολέμου, δηλ. της πρώτης μορφής: Ο αφηγητής είναι εικοσάχρονος εθελοντής στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο, στην 5η Μεραρχία. Δέχονται αιφνιδιαστική επίθεση από τον εχθρό και στην πανικόβλητη υποχώρησή τους περνάνε μέσα από τα Σταροχώρια. Οι χωριάτες επιτίθενται στους στρατιώτες, σκοτώνουν και βασανίζουν απάνθρωπα πολλούς. Όμως η 5η Μεραρχία ανασυντάσσεται, ανακαταλαμβάνει τα Σταροχώρια κι ο αρχιστράτηγος, ο γιος του Βασιλιά, διατάζει σκληρά αντίποινα: να εκτελεστούν όλοι οι ενήλικοι άντρες και να καούν τα χωριά. Η διμοιρία του αφηγητή εφαρμόζει τα αντίποινα. Φτάνουν σε ένα ξεμοναχιασμένο εξοχικό αρχοντόσπιτο, όπου βρίσκουν σε μια αποθήκη μια οικογένεια Τούρκων και μέσα στο σπίτι έναν επιβλητικό γέρο και, καλά κρυμμένες, τις δυο κόρες του. Ο γέρος Τούρκος παρακαλεί τους στρατιώτες να μη στείλουν τις κόρες του στο τζαμί, όπου πρέπει να συγκεντρωθούν τα γυναικόπαιδα, αλλά να περιμένουν να ξημερώσει. Περιμένοντας να ξημερώσει, οι δυο κοπέλες φιλοξενούν πλουσιοπάροχα τους καταπονημένους στρατιώτες, σερβίροντάς τους όλα τα καλά. Κάποια στιγμή, ένας εθελοντής φαντάρος από την Πόλη, πάει να βάλει χέρι σε μια κοπέλα, αλλά ο αφηγητής και ο φίλος του ο Μύρωνας τον εμποδίζουν. Όμως σε λίγο καταφθάνει στο σπίτι ο ανθυπασπιστής Τζουμέρκας και ο συσχετισμός των δυνάμεων αλλάζει: ο ανθυπασπιστής διατάζει τις κοπέλες να χορέψουν τσιφτετέλι, παρά τις αντιρρήσεις του αφηγητή και του Μύρωνα· ο εθελοντής από την Πόλη παίζει σ’ ένα αυτοσχέδιο ταμπούρλο τον σκοπό, οι φαντάροι δένουν τον γέρο πατέρα, οι κοπέλες θέλοντας και μη χορεύουν, και όταν πια οι ορμές έχουν ανάψει, σχεδόν αναπόφευκτα, ο ανθυπασπιστής παίρνει παράμερα τη μία κοπέλα και παραδίνει την άλλη να τη βιάσουν ομαδικά οι άλλοι φαντάροι. Την άλλη μέρα γίνεται η εκτέλεση των αντρών του χωριού· η τύχη το φέρνει και ο αφηγητής βρίσκεται στο απόσπασμα που εκτελεί τον γέρο πατέρα των κοριτσιών και η γαλάζια του ματιά μένει αποτυπωμένη στη μνήμη του για πάντα.

 

Δημοσιευμένο 24 χρόνια αργότερα, το «Λουλούδι της φωτιάς» έχει πολύ μεγαλύτερη έκταση (11.200 λέξεις έναντι 6.900, αύξηση 60%) αν και διατηρεί τον σκελετό της υπόθεσης. Ενώ ο «Πόλεμος» μπαίνει κατευθείαν στο θέμα, στο «Λουλούδι της φωτιάς» υπάρχει εκτενής (1100 λέξεις) εισαγωγή, όπου ο αφηγητής θυμάται πώς, όταν ήταν μαθητής στο «σκλαβωμένο νησί» του, ο δάσκαλός τους ο Αναγνώστου (υπαρκτό πρόσωπο, παρεμπιπτόντως) τούς δίδασκε για τη μεγάλη ιδέα, για την Ανάσταση του Γένους και την ελευθερία που θα έρθει.

 

Μετά την εισαγωγή, το Λουλούδι αφηγείται την ίδια ιστορία με τον Πόλεμο. Εδώ ίσως πρέπει να κάνω μια παρένθεση. Συζητώντας με ανθρώπους που είχαν διαβάσει και αγαπήσει το ένα ή το άλλο διήγημα, διαπίστωσα ότι στη μνήμη τους είχε αποτυπωθεί (λαθεμένα) πως η υπόθεση εκτυλίσσεται κατά τη μικρασιατική εκστρατεία. Από λίγες ενδείξεις (οι φυγάδες κατέφευγαν στην Αλβανία, αρχιστράτηγος ήταν ο διάδοχος) συμπεραίνουμε πως η υπόθεση εκτυλίσσεται στη Μακεδονία ή στην Ήπειρο στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο. Οι ενδείξεις που επιτρέπουν τη χρονολόγηση είναι θεληματικά λίγες και στη δεύτερη γραφή του διηγήματος ο Μυριβήλης τις απαλείφει όλες εκτός από μία.

 

Συγκρίνοντας λοιπόν τις δύο μορφές, τον Πόλεμο με το Λουλούδι, διαπιστώνουμε πως άλλοτε ο συγγραφέας προσθέτει κάποιες νέες προτάσεις που δεν επηρεάζουν την πλοκή, ενώ άλλες παράγραφοι επαναλαμβάνονται σχεδόν αυτολεξεί. Αξίζει να αντιπαραβάλουμε δυο διαδοχικές παραγράφους που δείχνουν τις δυο αυτές μεθόδους:

 

Πόλεμος, 1928

Λουλούδι της φωτιάς, 1952

Κατόπι έγινε η ανασύνταξη. Πήραμε ενισχύσεις, κάναμε τη μάχη του Κούμανο βουτηγμένοι ως το λαιμό μέσα στη λάσπη και ξαναπήραμε τα μπρος. Έτσι τα Σταροχώρια ήτανε πάλι δικά μας. Κι ο αρχιστράτηγος, που ’τανε ο ίδιος ο γιος του Βασιλιά, διάταξε: Όλα τα Σταροχώρια να καγούν συθέμελα, να ρημαχτούνε πέρα για πέρα. Κι όλοι οι χωριάτες από δεκάξη χρονώ κι απάνω να ντουφεκιστούνε.

Όλ’ αυτά τα λένε στον πόλεμο με μια λέξη όλο δικαιοσύνη: «Αντίποινα».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κάποτε έφεξε η μέρα, σταμάτησε η βροχή, κάποτε σταθήκαμε. Και έγινε η ανασύνταξη. Βιαστικά, με πείσμα, με μανία κινήθηκαν όλα. Ζωντανά, κάρα, ανθρώποι. Ξεκουραστήκαμε, φάγαμε ψωμί, συνήρθαμε. Πήραμε ενισχύσεις και κάναμε τη μάχη του Κ* βουτηγμένοι ως το λαιμό μέσα στη νερουλή λάσπη. Έτσι μεμιάς ξαναπήραμε τα μπρος. Τα Σταροχώρια ήτανε πάλι στα χέρια μας. Όμως ετούτη τη φορά ήμασταν αλλιώτικοι. Μια μανία μας είχε συνεπάρει για το γδικιωμό. Ο αρχιστράτηγος που ήταν το βασιλόπαιδο, διάταξε: «Όλα τα Σταροχώρια να καγούν συθέμελα. Να μην πειραχτεί καμιά γυναίκα, κανένα παιδί. Όμως όσους χωριάτες βρείτε μέσα, από δεκάξι χρονώ κι απάνω, να ντουφεκιστούν». Αυτό στον πόλεμο το λένε με μια λέξη που μοσκοβολά από δικαιοσύνη: «αντίποινα». Απομείναμε οπισθοφυλακή, να κάνουμε αυτό το ξεκαθάρισμα στ’ ανταρτοχώρια.

 

 

Χυθήκαμε μες τα χωριά σαν ένα μεγάλο τσούρμο λυσσασμένων ζώων, που τ’ αδύνατα, τα λερά τους μέλη τρέμαν απ' το σουβλερό κρύο, τα γόνατά τους λιγούσανε απ’ την κούραση και τα δόντια τους χτυπούσανε απ’ την πείνα της εκδίκησης.Ήτανε όλο ξωχόσπιτα τριγυρισμένα με αψηλόν αυλότοιχο, πούχε μόνο μια μεγάλη πόρτα για να μπαίνουν τα κάρα τα ζα κι οι αθρώποι. Αυτή η πόρτα ήτανε χιλιομανταλωμένη. Από μέσα, ένα γύρω στον αυλότοιχο ήτανε οι αποθήκες για τα γεννήματα και ντάμια για τα ζα. Και στη μέση το σπίτι. Οι πιότεροι χωριάτες, ξέροντας την τιμωρία που τους περίμενε για τη μπαμπεσιά τους, αδειάσανε το χωριό και φύγανε όπως-όπως μπροστά, μαζί με το στρατό που κυνηγούσαμε. Μα απόμειναν και καμπόσοι. Όσοι δεν προκάνανε να φύγουνε προς τα σύνορα της Αρβανιτιάς για να γλυτώσουν απ’ την τιμωρία. Αυτούς, πατούσαμε τα σπίτια και τους πιάναμε. Τις γυναίκες με τα παιδιά τις χωρίζαμε και τις κλείναμε στο τζαμί του χωριού, βάζοντας δυνατή φρουρά για να τις γλυτώσουμε απ' τα ξαναμμένα ένστιχτα των φαντάρων. Τους άντρες που ήτανε φόβος να ξανασηκώσουνε ντουφέκι πίσω μας, τους σκοτώναμε. Κατόπι ανοίγαμε το τζαμί, ξαπολνούσαμε, τα γυναικόπαιδα που ήτανε μαντρισμένα μέσα, βάζαμε φωτιά στο χωριό και φεύγαμε σ’ άλλο για να κάνουμε τα ίδια.

Χυθήκαμε σαν ένα μεγάλο κοπάδι λυσσασμένα ζα, που τ’ αδύνατα, τα λερά τους μέλη τρέμαν από το σουβλερό κρύο, τα γόνατα λυγούσαν από την κούραση και τα δόντια σφίγγονταν από την πείνα του γδικιωμού. Ήταν αναριοχτισμένα χωριά, όλο ξωχόσπιτα τριγυρισμένα με ψηλόν αυλότοιχο, που είχε μόνο μια μεγάλη πόρτα να μπαίνουν τα κάρα, τα ζωντανά κι οι ανθρώποι. Εσωτερικά, ένα γύρω στον αυλότοιχο ήταν οι αποθήκες για τα γεννήματα, οι στάβλοι για τα ζα. Και στη μέση το σπίτι. Στέριο, τετράγωνο, με λίγα μικρά παράθυρα. Οι πιότεροι χωριάτες, ξέροντας τι τους περίμενε ύστερ’ από το κάμωμά τους, είχαν αδειάσει τα χωριά και φύγανε όπως όπως, ακλουθώντας το νικημένο στρατό που κυνηγούσαμε. Φόρτωσαν στους βαριούς αραμπάδες τα γυναικόπαιδα και φύγανε. Μα απόμειναν και καμπόσοι. Αυτοί που δεν πρόφτασαν, και οι λίγοι, οι φανατικοί. Πατούσαμε τα σπίτια και τους πιάναμε. Τις γυναίκες και τα παιδιά τις χωρίζαμε και τις κλείναμε στο τζαμί του χωριού, βάζοντάς τους δυνατή φρουρά, να τις γλιτώσουμε από τα ξαναμμένα ένστιχτα των φαντάρων. Τους άντρες, που ήτανε φόβος να μας ξαναχτυπήσουν πισώπλατα, τους ντουφεκάγαμε. Κατόπιν ανοίγαμε το τζαμί, ξαπολνούσαμε τα μαντρισμένα γυναικόπαιδα, βάζαμε φωτιά στο χωριό και φεύγαμε σε άλλο για να κάνουμε τα ίδια.

 

 

Στην πρώτη παράγραφο, η δεύτερη μορφή είναι αρκετά εκτενέστερη από την πρώτη. Έχουν προστεθεί προτάσεις που χωρίς να επηρεάζουν την πλοκή δίνουν ανάσες στο κείμενο. Αντίθετα, η δεύτερη παράγραφος επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτολεξεί. Έχει απαλειφθεί η αναφορά «προς τα σύνορα της Αρβανιτιάς» που βοηθάει να τοποθετήσουμε χρονικά το διήγημα και έχει προστεθεί ότι κάποιοι από αυτούς που έμειναν πίσω ήταν «οι λίγοι φανατικοί», αλλά κατά τα άλλα πρόκειται για το ίδιο κείμενο με κάποιο στιλιστικό χτένισμα.

 

Στη συνέχεια, καθώς οι φαντάροι μπαίνουν στο αρχοντόσπιτο και έρχονται σ’ επαφή με τους ενοίκους τους, η δεύτερη μορφή διαφοροποιείται από την πρώτη αρχικά επειδή στον Πόλεμο υπάρχουν πολύ περισσότερες φράσεις στα τούρκικα, οι οποίες στο Λουλούδι μεταφράζονται· λογικό, καθώς η δεύτερη μορφή απευθύνεται σε ευρύτερο κοινό, το 1950, με πολύ λιγότερη εξοικείωση με τα τούρκικα απ' ό,τι οι Μυτιληνιοί του 1928. Έτσι, το    - Έβετ. Ήμουνα λοχίας. Τσαούς ιντίμ.

γίνεται - Μάλιστα· λοχίας ήμουνα. Τσαούσης· τότες που πολεμούσαμε τους Μοσκόβηδες…

 

Αμέσως μετά, το Λουλούδι εισάγει ένα νέο πρόσωπο, που δεν υπάρχει στον Πόλεμο, τον παράλυτο αδερφό του οικοδεσπότη, που μένει κατάκοιτος και ανήμπορος στο δωμάτιό του. Οι φαντάροι περιεργάζονται τον κατάκοιτο για να βεβαιωθούν ότι δεν υποκρίνεται. Όλο αυτό το επεισόδιο (800 λέξεις) είναι καινούργια προσθήκη.

 

Στη συνέχεια, οι φαντάροι βρίσκουν κρυμμένες τις κοπέλες, δέχονται να περιμένουν να ξημερώσει, κι αυτές αρχίζουν να τους σερβίρουν ένα πλουσιοπάροχο δείπνο. Η ευωχία περιγράφεται περίπου αυτολεξεί και στα δυο διηγήματα. Μόνο ο «σπανός, ζουριάρης εθελοντής από την Πόλη» αποκτά όνομα στη δεύτερη γραφή του διηγήματος: Μπασματζής, ενώ μαθαίνουμε και μερικές ακόμα πληροφορίες γι’ αυτόν, φυσικά όχι κολακευτικές: Ο στρατιώτης αυτός ήταν, από τα παραπήγματα ακόμα, ο πιο αχόρταγος του λόχου. Έτρεχε να κάνει όλες τις αγγαρείες στο μαγειρείο, μόνο και μόνο για να μαζέψει τα περισσέματα από το καζάνι του συσσιτίου. Τα κατέβαζε όλα και ποτές δεν χόρταινε μηδέ κι έβαζε ένα δράμι κρέας απάνω του. Απορούσε κανείς που πήγαινε τόσο φαΐ. (νέα προσθήκη).

 

Στη συνέχεια, κάνει την εμφάνισή του ο ανθυπασπιστής Τζουμέρκας. Η περιγραφή του έχει ενδιαφέρουσες διαφορές: η δεύτερη μορφή είναι σαφώς πιο επεξηγηματική, αποφεύγει όμως τη φράση Παλιοελλαδίτης, «Έλληνας» που λένε οι φαντάροι μας της πρώτης μορφής.

 

Πόλεμος, 1928

Λουλούδι, 1952

Ήταν ένας σαραντάρης σακαράκας. Παλιοελλαδίτης, «Έλληνας» που λένε οι φαντάροι μας. Παλιά καραβάνα. Ζαρωμένο κορμί, σκεβρό, με ψαρά μαλλιά. Είχε πλακωτή μύτη και στενό κούτελο γερμένο προς τα πίσω σαν των αιλουροειδών. Τα ματάκια του έψαχναν, έγδυναν θαρρείς τις δυο κοπέλες, γεμάτα αδιαντροπιά. Είναι κάτι ματιές χειρότερες απ’ τις πιο βρώμικες αισχρολογίες. Μοιάζουν με χειρονομίες απόκοτες.

 

Θα ήταν καμιά πενηνταριά χρονώ άνθρωπος. Μόνιμος, αμόρφωτος, τελματωμένος εδώ και πολλά χρόνια σε τούτον τον αμφίβιο βαθμό, που δεν είναι πια υπαξιωματικού και δεν είναι ακόμα αξιωματικού. Παλιά καραβάνα της ειρηνικής στρατώνας, που δεν είχε ελπίδα ν’ ανέβει ούτε ως το πρώτο αστέρι της επωμίδας του. Ζαρωμένο το σκαρί του, σκεβρωμένη ράχη, ψαρά, ανάρια μαλλιά. Τα μάτια του πασπάτευαν τις κοπέλες επιδειχτικά. Είναι ματιές χειρότερες από τις πιο βρόμικες αισχρολογίες. Ματιές, χειρονομίες.

 

Στη δεύτερη μορφή του διηγήματος, ο ανθυπασπιστής έχει μαζί του τσιγάρα τα οποία προσφέρει στους ατσίγαρους φαντάρους κι έτσι κερδίζει αμέσως τη συμπάθειά τους. Αυτή η λεπτομέρεια λείπει από την πρώτη μορφή.

 

Ο χορός των κοριτσιών, που περιγράφεται με μεγάλη τέχνη, έχει συντομευτεί κάπως στη δεύτερη μορφή (που, θυμίζουμε, είναι εκτενέστερη συνολικά). Έχει όμως προστεθεί μια σημαντική λεπτομέρεια: σε μια στιγμή ο αφηγητής αναζητεί τον Μύρωνα, τον φίλο και συμπαραστάτη του, και διαπιστώνει την απουσία του. 

 

Στη συνέχεια, ο ανθυπασπιστής αρπάζει τη μια κοπέλα και προτρέπει τους φαντάρους να «γλεντήσουν» την άλλη. Και εδώ έχουμε τη μεγαλύτερη διαφοροποίηση της πλοκής. Ενώ στον Πόλεμο ο βιασμός γίνεται και συνεχίζεται μέχρι το πρωί (Ούτ’ εγώ ούτε ο φίλος μου κάναμε τίποτα γενναίο, σημειώνει λιτά ο αφηγητής), στο Λουλούδι η συνειδησιακή κρίση του αφηγητή περιγράφεται εκτενέστερα, μέχρι που, την κρίσιμη στιγμή, κάνει την εμφάνισή του ο λοχαγός και σώζει την τιμή του ελληνικού στρατού.

 

Ο λοχαγός, μια πατρική, ασκητική μορφή με ρουμελιώτικη προφορά τούς κατσαδιάζει, προστάζει τον ανθυπασπιστή να παρουσιαστεί το πρωί στην αναφορά για να τιμωρηθεί και οδηγεί τις κοπέλες στο τζαμί, μαζί με τ’ άλλα γυναικόπαιδα του χωριού. Όμως, δεν ήταν τυχαία η εμφάνισή του· μαθαίνουμε πως τον είχε ειδοποιήσει ο Μύρωνας, που έφυγε κρυφά όταν το γλέντι άρχισε να παίρνει άσχημη τροπή. Όλο αυτό το επεισόδιο (320 λέξεις) έχει προστεθεί στη δεύτερη μορφή του διηγήματος, ενώ στην πρώτη ο βιασμός δεν αποτρέπεται.

 

Στη συνέχεια, έχουμε την επόμενη μέρα: στον Πόλεμο οι περιγραφές είναι λιτές, στο Λουλούδι αρκετά εκτενέστερες. Έπειτα, στο Λουλούδι υπάρχει ένα νέο επεισόδιο: ενώ ο στρατός έχει βάλει φωτιά στα σπίτια, ο αφηγητής και ο φίλος του θυμούνται τον παράλυτο του αρχοντόσπιτου. Τρέχουν να τον σώσουν, αλλά το σπίτι ήδη καίγεται· ανήμποροι να τον πλησιάσουν, μπορούν μόνο να δουν το μαρτύριό του καθώς καθηλωμένος περιμένει το τέλος του. Βγαίνοντας έξω, αντικρίζουν το μιναρέ του τζαμιού που φλέγεται και μοιάζει φλεγόμενο τριαντάφυλλο, το λουλούδι της φωτιάς που έδωσε τον τίτλο στο διήγημα.

 

Τέλος, ο επίλογος: στον Πόλεμο είναι μια σύντομη παράγραφος 50 λέξεων:  Από τότες χρόνια πέρασαν και διαβαίνουν ολοένα. Όμως μέσα μου κάθεται μια κρύα γαλάζια ματιά. Τη νιώθω που απόμεινε μέσα μου ακίνητη, στυλωμένη και αθάνατη. Ζει και υπάρχει μέσα στο αίμα μου, σα μόλεμα και σαν αρρώστια. Και θαρρώ πως μόνο μαζί με την ψυχή μου θα φύγει από πάνω μου. Στο Λουλούδι ο επίλογος πιάνει 500 λέξεις και η κατάληξή του είναι περισσότερο αμφίθυμη: Μια ειρηνική γαλάζια ματιά που την κρατώ αθάνατη. Ζει και υπάρχει μέσα μου, στο αίμα μου. Κυκλοφορεί με το αίμα μου. Πότε σαν ευλογία και πότε σαν μόλεμα, σαν αρρώστια που με μπόλιασε. Ξέρω πως μόνο μαζί με την ψυχή μου θα χαθεί αυτή η ματιά. Γι’ αυτό θέλω να την περισώσω όσο είναι καιρός.

 

Η λογοτεχνική αξία είναι μεγάλη και στις δυο παραλλαγές· κάποιοι θα γοητευτούν περισσότερο από τη δωρική λιτότητα της πρώτης γραφής, άλλοι θα εκτιμήσουν την πιο φροντισμένη δεύτερη γραφή. Όμως, η χολιγουντιανή, θα έλεγε κανείς, επέμβαση του λοχαγού στο Λουλούδι, που σώζει την τιμή των κοριτσιών και κυρίως του στρατού, μου φαίνεται πως αδικεί το δεύτερο διήγημα και μειώνει την αξία του. Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο δημιουργός έκρινε σκόπιμο να τυπώσει τη δεύτερη, ριζικά αλλαγμένη μορφή, στην οποία άλλωστε δεν παραλείπει ούτε τα φονικά και τις ωμότητες ούτε τις άγριες περιγραφές της πρώτης μορφής, πέρα από τον βιασμό. Ίσως στη διακαή επιθυμία του να γίνει ακαδημαϊκός, κάτι που κατάφερε εφτά χρόνια αργότερα ύστερα από επανειλημμένες αποτυχημένες προσπάθειες, ο Μυριβήλης να έκρινε καλύτερο να παραλείψει την ατιμωτική σκηνή. Κάποιοι θα θυμηθούν μια άλλη, πολύ πιο γνωστή, αλλαγή κειμένου του Μυριβήλη· εννοώ την αφαίρεση του «Μακεντόν ορτοντόξ» από την οριστική έκδοση της Ζωής εν τάφω. Ασφαλώς μπορεί κανείς να παραλληλίσει τις δύο περιπτώσεις.

 

Πριν κλείσω, μια παρατήρηση. Δεν ισχυρίζομαι ότι την ομοιότητα των δύο διηγημάτων την ανακάλυψα εγώ, πιθανόν όμως να μην έχει αλλού δημοσιευτεί κάποια σχετική νύξη. Τουλάχιστον δεν μπόρεσα να βρω άλλο βιβλίο που να τη μνημονεύει, έμαθα όμως ότι η καθηγήτρια Νίκη Λυκούργου του ΑΠΘ, που ασχολείται χρόνια πολλά με τον Μυριβήλη, έχει διδάξει στους φοιτητές της την ομοιότητα μεταξύ των δύο διηγημάτων. Καθώς ο Πόλεμος σήμερα είναι εκτός εμπορίου (χωρίς να το παινευτώ, μόνο στις σελίδες μου μπορείτε να τον βρείτε), ελπίζω το σημερινό δημοσίευμα να συμβάλει στο να διαβαστεί ξανά, είτε στη μία είτε στην άλλη μορφή του, ένα πολύ αξιόλογο διήγημα.

 

Επιστροφή στα Διάφορα

 

Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου

 

Ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου