Το σκετς που ακολουθεί παίχτηκε το 1994 σε γιορτή του Συλλόγου Ελλήνων Λουξεμβούργου και είναι εμπνευσμένο από τη ζωή των (λίγο πάνω από 1000) Ελλήνων του Λουξεμβούργου, οι οποίοι στη μεγάλη πλειοψηφία τους είναι κοινοτικοί υπάλληλοι. Δίστασα πριν το εκθέσω εδώ, γιατί δεν ξέρω ποιές από τις αναφορές θα γίνουν κατανοητές από τον αναγνώστη που δεν γνωρίζει το χώρο. Ισως όμως το κείμενο να γίνει μια αφορμή για να γνωρίσει ο αναγνώστης το χώρο...

Πάντως, ο χαρακτήρας του Βαγγέλη πιστεύω ότι εκφράζει αρκετά καλά τους πιο πολλούς από εμάς, και δεν διστάζω να πω ότι είχε γίνει πολύ δημοφιλής στον μικρόκοσμό μας.

Για την ιστορία, τον κύριο ρόλο του Βαγγέλη ερμήνευσε ο Λεωνίδας Κιούσης, ενώ Θανάσης ήταν ο Νίκος Τσίπης.

Mια ζωή τον θυμάμαι να φεύγει...
Σκετς σε έξη εικόνες

Χώρος του έργου, η Πλας ντ' Αρμ, η κεντρική πλατεία του Λουξεμβούργου. Ο Βαγγέλης είναι υπάλληλος των Κοινοτήτων, νέος στην αρχή του έργου.

Εικόνα 1η

Βαγγέλης: -- Α πα πα! Οχι κύριε! Δεν υποφέρεται!
Θανάσης: -- Τι έγινε ρε Βαγγέλη; Τι έπαθες;
Β.: -- Δεν υποφέρεται, λέω! Η ζωή εδώ, δεν υποφέρεται!
Θ.: -- Κάτσε ακόμα... Φρέσκος είσαι... Θα συνηθίσεις. Δεν βλέπεις εμάς;
Β.: -- Τι να συνηθίσω ρε; Εδώ να συνηθίσω; Ελλάδα ρε και πάλι Ελλάδα! Δε λέω, καλά λεφτά παίρνουμε, αλλά με τι τίμημα, κύριε; Ρε συ, εδώ δεν ξημερώνει η μέρα.
Θ.: -- Δεν ξημερώνει; Και τι κάνει;
Β.: -- Μας κοροϊδεύει! Ξημερώνει δήθεν. Ρε συ, τρεις μήνες έχω εδωπέρα και ήλιο δεν έχω δει ακόμα. Ξέχασα πώς είναι. Ρε σεις, πώς αντέχετε;
Θ.: -- Τα παραλές. Επεσες και σε κακή εποχή. Αν ερχόσουνα καλοκαίρι...
Β.: -- Ποιό καλοκαίρι ρε; Ποιό καλοκαίρι; Που ρώτησα πότε έπεσε πέρσι καλοκαίρι και μου απαντήσανε "Τετάρτη"! Θα φύγω ρε, θα φύγω!
Θ.: -- Κάτσε ρε συ, να πιούμε έναν καφέ.
Β.: -- Αποκλείεται, δεν προλαβαίνω, έχω να πάω στην αντιπροσωπεία για το αυτοκίνητο.
Θ.: -- Το Σάββατο τι κάνεις; Είσαι για κανένα ματς;
Β.: -- Αμπα, έχω να πάω στο ΙΚΕΑ. Θα φύγω ρε, θα φύγω (Φεύγει).

Εικόνα 2η
Λίγους μήνες αργότερα

Θανάσης: -- Ρε Βαγγέλη! Σαν τα χιόνια! Χάθηκες.
Βαγγέλης: -- Είχα τους γέρους μου, ρε συ Θανάση, ήρθαν να με δούνε. Ε, ξέρεις, τους πήγα από δω, τους γύρισα από κει, Βιάντεν, Εχτερναχ, Τριρ, Βρυξέλλες, όλα τα αξιοθέατα. Οπως καταλαβαίνεις, τα νεύρα μου σπάσανε!
Θ.: -- Γιατί; Δεν τους άρεσε το Λουξεμβούργο;
Β.: -- Κάθε άλλο! Τους άρεσε και πολύ μάλιστα! Γι' αυτό σπάσαν τα νεύρα μου! "Και τι ωραίο, και τι πράσινο, και τι καθαρό, και τι μικρούλικο, και πόσο ήσυχη είναι η ζωή εδώ, και πόσο ταχτοποιημένη, και πόσο τυχεροί είστε που ζείτε εδώ, και τι ωραίο σπίτι, και τι ωραίο αυτοκίνητο, αχ, γιε μου, εδώ να κάτσεις!" Τι εδώ να κάτσω, ρε μάνα, να γίνω Λούξος; Τι τυχερός, ρε πατέρα, έτσι είναι οι τυχεροί; Που μου ήρθατε για μιάμιση βδομάδα και νομίσατε ότι τα είδατε όλα;
Θ.: -- Τους έκανε καλό καιρό όμως...
Β.: -- Γι' αυτό πιο πολύ με πιάσαν τα νεύρα μου, κύριε! Γιατί δε με πιστεύανε κιόλας! Συνωμοσία, κύριε! Τρεις βδομάδες ομίχλη, και μόλις πάτησαν το πόδι τους οι γονείς μου, ως δια μαγείας άνοιξη! Συνωμοσία! Δεν θα βρέξει, έλεγα μέσα μου, να δείτε τι εστί βερύκοκκο και τι μαρτύρια περνάμε; Οχι κύριε! Ούτε σταγόνα δεν έριξε, επί δέκα μέρες ούτε σταγόνα! Και φυσικά, εννιάμιση το πρωί έφυγε το αεροπλάνο της επιστροφής, δέκα παρά είκοσι είχε κιόλας αρχίσει να χιονίζει! Και μετά μου λες να μη φωνάζω! 'Ασε το άλλο!
Θ.: -- Ποιό άλλο;
Β.: -- Με τους Λούξους! Και τι συμπαθητικοί που είναι οι καημένοι, και τι ευγενικοί! Βγήκα από τα ρούχα μου, σου λέω!
Θ.: -- Σα να τα παραλές. Εχουνε και τα καλά τους. Καλοί είναι οι καημένοι.
Β.: -- Ναι, ξέρω, οι κακοί είναι στη φυλακή. Αλλά τι σου τα λέω; Εσύ μου φαίνεται αφομοιώθηκες, έγινες ένα με δαύτους. Εννοια σου όμως, κύριε! Δεν είμαστε όλοι σαν και σένα! Εγώ, δεν είμαι έτσι. Αμα κλείσω τη διετία, εγώ, θα την κάνω. Από δω παν κι οι άλλοι! Μπουχός ο Βαγγέλης, μην τον είδατε! Θα πάρω και τη Μπεμβέ μου και την οικοσκευή μου, κι αντίο ντελ πασάτο. Εφυγααα! (Φεύγει).

Εικόνα 3η
Δυο χρόνια αργότερα

Θανάσης: -- Ρε το Βαγγέλη! Τι έγινε ρε αδερφέ; Θα κάτσεις;
Βαγγέλης: -- Πού να κάτσω; Για να κάτσω είμαι; Φεύγω! Φεύγω! Θα φύγω!
Θ.: -- Πας στην πόλη;
Β.: -- Ποια πόλη, ρε; Πόλη είναι αυτή ή νεκροταφείο πολυτελείας; Η Κάτω Λυκορράχη στην Ελλάδα, κάτοικοι 34, πιο πολλή ζωή έχει, ρε. Ρε συ, προχτές που είχε γλυκιά βραδιά, πώς τόπαθε, είπα να περπατήσω. Πήγα απ το Μπελαίρ, πήρα γραμμή τη Γκαστόν Ντίτριχ ως εκεί που τελειώνει, στην Ωμπεπίν, από κει στο Σαντρ Οσπιταλιέ, κατέβηκα απ τη Βαλ Σαιντ Αντρέ στο Ρόλινγκεργκρουντ, ανέβηκα Φαγιανσερί, Λίμπερτσμπεργκ, πάρκο, και πάλι πίσω Μπελαίρ, δυο ώρες δρόμο. Ρε συ, σ αυτές τις δυο ώρες, ξέρεις πόσους πεζούς συνάντησα;
Θ.: -- Πόσους;
Β.: -- Ενα σκύλο! Ανθρωποι μηδέν στο δρόμο, μόνο ένας σκύλος! Και τι σκύλος;
Θ.: -- Τι σκύλος;
Β.: -- Σκύλος Πορτογάλος!
Θ.: -- Πορτογάλος; Και πού το ξέρεις;
Β.: -- Αφού μου έκανε "Γουάου"! (με πορτογαλική προφορά αυτό)
Θ.: -- Ωχ πια, σε βαρέθηκα. Αφού τόσο δε σ αρέσει το μέρος γιατί κάθεσαι;
Β.: -- Κάθομαι; Εγώ ρε κάθομαι; Μοιάζω εγώ μ' αυτούς που κάθονται; Εσείς κύριε μπορεί να συνηθίσατε, και να αράξατε για τα καλά εδώ, αλλά εγώ δεν είμαι τέτοια πάστα. Είμαι Ελληνας εγώ, ρε, θα φύγω! Τώρα, να πάρω την προαγωγή, αυτό περιμένω, και την κοπάνησα.
Θ.: -- Προαγωγή; Ξέρεις, ο Χατζησταύρος μούπε ότι όπου νάναι βγαίνουν.
Β.: -- Βγαίνουν, ε; Και κείνος είναι μέσα;
Θ.: -- Εννοείται, αλλιώς δεν θα μου τόλεγε.
Β.: -- Α το σκουλήκι! Α τον γλείφτη! Το συκώτι θα του φάω, προσφυγή θα του κάνω! Ακούς ο Χατζησταύρος προαγωγή! (Παύση, σκέφτεται) Βέβαια, αυτός τόχει πάρει απόφαση, θα μείνει εδώ, άλλες χαρές δεν έχει στη ζωή. Ας την πάρει ο καημένος την προαγωγούλα του. Εμένα τι με νοιάζει, σάμπως θα κάνω καριέρα; Εγώ θα φύγω, κύριε, θα φύγω. Στα τέτοια μου η προαγωγή. (Μικρότερη παύσηΑλλά θα του το φάω το συκώτι δεν μου τη γλυτώνει. Α τον κερατά! (Φεύγει).
Θ.: -- Πού πας;
Β.: -- (απομακρυνόμενος) Εχω ραντεβού με το μεσίτη για κείνο κει το οικόπεδο στο Χαρχαλντάνζ και...

Εικόνα 4η
Τρία-τέσσερα χρόνια αργότερα

Βαγγέλης: -- Ρε σεις, εδώ είστε; Κάθεστε στην Πλας Ντ'Αρμ και θαυμάζετε το πρωτοφανές γεγονός, τον ήλιο;
Θανάσης: -- Καλά είναι, πίνουμε τη μπύρα μας, κοιτάμε τους ανθρώπους...
Β.: -- Ποιούς ανθρώπους, ρε; Ανθρωποι είναι αυτοί εδώ, ή η δυσκοιλιότητα προσωποποιημένη; Θα φύγω, ρε, θα φύγω! Δεν τους αντέχω πια! Ακου να δεις τι έγινε τις προάλλες. Είχα που λες βγάλει κριθαράκι στο μάτι, παίρνω τηλέφωνο να κλείσω ραντεβού στον οφθαλμίατρο, ήτανε 10 Μαρτίου, έτσι; "Στις 28 Ιουνίου", μου λέει η γραμματέα, "σα βου κονβιέν;" Τι μου κονβιέν μωρή ζαλισμένη; Ως τις 28 Ιουνίου ποιός ζει και ποιός πεθαίνει; Ως τότε, μωρή αλαφιασμένη, ή θάχω γίνει καλά ή θάχω στραβωθεί, αόμματος, κόσμο ακούω και κόσμο δε βλέπω, τι να το κάνω το κολοραντεβού σου; Και μετά μου λέτε γιατί φωνάζω... Ασε το άλλο! Εχεις αγοράσει κάτι και σου χαλάει. Πας να στο φτιάξουν. Αμ δε! Αδύνατον να το φτιάξουμε εδώ, σου λένε, πρέπει να το στείλουμε στο εργοστάσιο. Στις Βρυξέλλες, στη Στοκχόλμη, στη Γη του Πυρός, περάστε σε τρία τέρμινα να το πάρετε πίσω. Οι ίδιοι τίποτα δεν κάνουν, μόνο στέλνουν, μαζεύουν λεφτά, και σκάβουν, σκάβουν, σκάβουν! Σκάβει ο ΟΤΕ τους, σκάβει η ΔΕΗ τους, σκάβουν για το νερό, σκάβουν για το κέρατό τους το τράγιο. Κλείνουν τις τρύπες για δυο μέρες, ύστερα ξηλώνουν πάλι την άσφαλτο για να βάλουνε, λένε, αντιολισθητικό οδόστρωμα. Μμ! αυτό μας μάρανε. Βάζουν το οδόστρωμα, ανοίγουν πάλι τρύπες για το γκάζι. Κλείνουν τις τρύπες απ το γκάζι, ανοίγουν τις τρύπες για το ρεύμα, κλείνουν τις τρύπες απ το ρεύμα, ανοίγουν τις τρύπες για το τηλέφωνο. Τρύπες, τρύπες, τρύπες! Σκάβουν, σκάβουν, σκάβουν. Κι εσύ να κάθεσαι σα μαλάκας να τρως τα μποτιλιαρίσματα στη μάπα. Με ρωτούσε χτες ο γιος μου, μπαμπά, ποιός είναι ο βασιλιάς του Λουξεμβούργου; Ο διευθυντής των τεχνικών υπηρεσιών του Δήμου, του απάντησα. Εχει βάλει ένα ολόκληρο κράτος να σκάβει, να σκάβει, να σκάβει. Αλλά εμένα δεν με ξέρετε καλά, όχι. Δεν θα κάτσω εδώ να σκάσω, όχι. Τώρα, να συμπληρώσω τη δεκαετία, να τσεπώσω την αποζημιωσάρα μου, και την έκανα! Την έκανα κύριοι! Φεύγωω! (Φεύγει).

Εικόνα 5η
Πέντε-έξη χρόνια αργότερα

Θανάσης: -- Βαγγέλη, κάτι στεναχωρημένο σε βλέπω. Ετρεξε τίποτα; Δεν περάσατε καλά κάτω;
Βαγγέλης: -- Τι να τρέξει ρε, τι να τρέξει. Ακου δεν περάσαμε καλά κάτω! Παράδεισος ήταν κάτω, Παράδεισος!
Θ.: -- Τότε γιατί έχεις τέτοια μούτρα;
Β.: -- Γιατί γύρισα στην Κόλαση! Θέλει και ρώτημα; Ρε συ, όταν τ' αεροπλάνο πήγαινε να σηκωθεί από το Ελληνικό, με πιάνει έτσι μια πλάκωση, ένα παράπονο, "Πού πάμε, ωρέ Ελληνες!", φωνάζω, "το σκεφτήκαμε καλά;". "Πού πάμε; Τι αφήνουμε πίσω μας και τι πάμε να βρούμε, το συλλογιστήκαμε;". Εδώ ξεχάσαμε τον ήλιο μας, ξεχάσαμε τη θάλασσά μας, ξεχάσαμε τη γλώσσα μας. Η κόρη μου ρε, είδα κι έπαθα να την ξεμάθω να λέει "έχω τέσσερα χρόνια" όπως λένε οι Γάλλοι, και να μάθει "είμαι 4 χρονώ", και τι μου είπε προχτές; Είχε χαλάσει η τηλεόραση, μου λέει, "μπαμπά, η τηλεόραση δεν πηγαίνει". Πού να πάει κορίτσι μου η τηλεόραση; Βόλτα στην Κορνίς; Δεν πηγαίνει μπαμπά, δεν έχει εικόνα. Κατάλαβες; Αντέγραφε το "νε μαρς πα" η καημενούλα. Πάει, τα ξεχάσαμε όλα. Αλλά εγώ όχι, εγώ θυμάμαι ακόμα κύριε, θυμάμαι! Τώρα, να βγάλω από την καμπούρα μου εκείνο το ρημάδι το δάνειο, να μεγαλώσουν και λιγάκι τα παιδιά... Θα μου πεις, πέρασε η δεκαετία. Ε και; Δεν θα δώσουνε καμιά εθελουσία έξοδο, κανένα ντεγκαζμάν, τώρα που θα γίνει η διεύρυνση και θάρθουνε οι Αυστριακοί, οι Νορβηγοί, οι Εσκιμώοι, οι διάολοι οι μαύροι, πού θα πάει, δεν θα δώσουνε κανένα ντεγκαζμάν που λέγαμε, να αδειάσει ο τόπος; Θα δώσουνε. Είναι κι εκείνη η Μαρία Ντολόρες, η γυναίκα μου, δεν θέλει να μείνει μόνιμα στην Ελλάδα, αλλά θα την καταφέρω. Πήρα και το πιάτο, να βλέπουμε ελληνική τηλεόραση, να τη συνηθίσω, κατάλαβες; Να μεγαλώσουν λίγο και τα παιδιά, να ο μεγάλος δυο χρονάκια θέλει να βγάλει το δημοτικό. Σιγά μην τον αφήσω να πάει γυμνάσιο εδώ! Οχι κύριε! Θα φύγω, θα φύγω! (Φεύγει).

Εικόνα τελευταία
Πολλά χρόνια αργότερα


Θανάσης: -- Τι έγινε ρε Βαγγέλη; Πώς παν τα κέφια; Κάτι χρόνια έχω να σε δω.
Βαγγέλης: -- Ας τα λέμε καλά. Να, είχαμε πάει διακοπές, σ εκείνο το ρημάδι το εξοχικό που πήραμε με χρονομίσθωση στα Κανάρια, αλλά τι να το κάνεις; Θάλασσα έχει, ήλιο έχει, Ελλάδα δεν είναι.
Θ.: -- Τα παιδιά, πώς πάνε;
Β.: -- Δόξα τω Θεώ, καλά πάνε. Ο μεγάλος δίνει φέτος το μπακαλορεά, λέω να τον στείλω Λόντον Σκουλ οφ Εκονόμικς, να κάνει το ΕμΜπιΕι, λένε είναι καλό. Τελειώνει κι η μικρή όπου νάναι το γυμνάσιο, τι τα θέλεις, περνάν τα χρόνια. 'Αμα τελειώσει, εγώ θα θέλω τρία χρονάκια για τη σύνταξη, πού θα πάνε, θα περάσουνε κι αυτά, θα φύγω. Ναι κύριε, θα φύγω. Δεν είμαι εγώ σαν τους άλλους, δεν θα κάτσω εγώ να φάω τη ζωή μου στο Λουξεμβούργο, όχι! Ούτε λεπτό δεν κάθομαι, θα φύγω!!! (Φεύγει).


© 1994-1998 Νίκος Σαραντάκος

Γράψτε μου / Mail me

This page has been visited times.