Σημείωση: Το κείμενο αυτό γεννήθηκε από μια συζήτηση το 1994 με τον καθηγητή Μιχάλη Μερακλή, ο οποίος μερίμνησε και για τη δημοσίευσή του αργότερα στη Νέα Εστία -ας τον ευχαριστήσω για μία ακόμη φορά, για πολλά. Το παραθέτω εδώ κατά το ήμισυ. Εκρινα ότι το πρώτο μέρος του άρθρου, όπου εξεταζόταν η σχέση της συλλογής παροιμιών του Γ. Ρήγα με το έργο του Παπαδιαμάντη, είχε υπερβολικά ειδικό χαρακτήρα. Εκτός αυτού, μάλλον είχε και ένα σοβαρό λάθος


Ο Παπαδιαμάντης ως πρωτογενής μαρτυρία

Το παρόν κείμενο προέρχεται από άλλη, ευρύτερη, εργασία μου με τον (προσωρινό) τίτλο "Παροιμιολογικά και φρασεολογικά στον Παπαδιαμάντη". Σε αυτήν έχω επιχειρήσει να αποδελτιώσω τις παροιμίες, παροιμιακές φράσεις, στερεότυπες και μεταφορικές εκφράσεις και τα λοιπά φρασεολογικά στοιχεία που απαντούν στα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Η αποδελτίωση των κειμένων της λογοτεχνίας μας γενικά, και του Παπαδιαμάντη ειδικότερα, έχει κατ' επανάληψιν κριθεί απαραίτητη από πολλούς ειδήμονες. Ωστόσο, καθ' όσον γνωρίζω τουλάχιστον, παρόμοια εργασία για τον ειδικό αυτό τομέα, δεν έχει μέχρι στιγμής δει το φως της δημοσιότητας.

Πολλά και ποικίλα μπορεί να είναι τα οφέλη από μια τέτοια αποδελτίωση. Το υλικό που προκύπτει θα βοηθήσει λεξικογραφικές εργασίες, ιδίως επειδή τα φρασεολογικά είναι ο περισσότερο "φευγαλέος" από λεξικογραφική άποψη τομέας. Υπάρχει, έπειτα, η ιστορική πλευρά: μπορούμε αποδελτιώνοντας να συναντήσουμε την πρώτη (μέχρις αποδείξεως του εναντίου) γραπτή εμφάνιση μιας έκφρασης, στοιχείο πολύ σημαντικό συν τοις άλλοις και για την "ετυμολόγησή" της. Μπορούμε επίσης να ανιχνεύσουμε την εξέλιξη μιας παροιμίας ή μιας έκφρασης, από τις παλαιότερες μορφές της στη σημερινή. Γενικότερα, το υλικό της αποδελτίωσης θα βοηθήσει ποικίλες φιλολογικές πλέον έρευνες σχετικά με τον αποδελτιούμενο συγγραφέα.

Στο άρθρο μου αυτό θα επιχειρήσω να εξετάσω περιπτώσεις στις οποίες η αποδελτίωση του έργου του Ππδ. συμπληρώνει τα όσα γνωρίζουμε για διάφορες παροιμίες ή εκφράσεις, ή παρέχει παλαιότερους τύπους ή και εντελώς αθησαύριστες παροιμίες.

Ας αρχίσουμε με μια περίπτωση απλή: η έκφραση "θα πω", παρεμβάλλεται, λέει ο Γ. Ρήγας (Σκιάθου λαϊκός πολιτισμός, Τόμ. 3, σ. 83) ανάμεσα ή στην αρχή της ομιλίας, χωρίς ιδιαίτερη σημασία. Αυτό είναι σωστό. Επιπλέον, μελετώντας τις (πάνω από δέκα) εμφανίσεις της έκφρασης στο έργο του Ππδ. βλέπουμε ότι σε όλες ανεξαιρέτως τις περιπτώσεις, η έκφραση χρησιμοποιείται από γυναικεία πρόσωπα. Μπορούμε λοιπόν να την εντάξουμε με ασφάλεια όχι απλώς στο σκιαθίτικο, αλλά ειδικότερα στο "γυναικείον ιδίωμα". Παρατηρούμε επίσης ότι συνήθως η έκφρ. προδίδει αγανάκτηση, ανησυχία, κατάπληξη, οργή, παράπονο ή κάποιο άλλο παρόμοιο έντονο συναίσθημα της ηρωίδας. Μερικά παραδείγματα:

-- Πού θα πάτε, θα πω; Παλαβώσατε, θα πω;... Με τέτοιον καιρό!...
"Στο Χριστό στο Κάστρο" (2.279.1)

(Ολες οι παραπομπές γίνονται από την κριτική έκδοση των Απάντων του ΝΔΤριανταφυλλόπουλου, και ακολουθούν το ίδιο σύστημα αναφοράς [τόμος.σελίδα.γραμμή]).

Σου χρειαζότανε μια φοβερή, ανεράιδα, να την κουβαλήσης εδώ απ το Πόρτο, θα πω;
"'Ερμη στα ξένα" (4.79.21-22)

-- Θα πω, κόλλησες; 'Εχω κατεβασμένο το φαΐ, θα κρυώση, έλα, πάμε.
"Η ασπροφουστανούσα" (4.565.1)

Τ' ήθελε να την πάη στα Μνημούρια, θα πω, τι ήθελε;
"Η τύχη απ' την Αμέρικα" (3.339.32)

-- Δεν ακούει, θα πω, αυτός ο χριστιανός; Τόσο ταμάχι στη δουλειά; Τώρα νύκτωσε πλια... Γιάννη! Γιάννη!...
"Η φόνισσα" (3.466.25-26)

Μαθαίνουμε λοιπόν, χάρη στον Παπαδιαμάντη, πολύ περισσότερα στοιχεία για αυτή την απλή σκιαθίτικη έκφραση. Η εντύπωση ενισχύεται και από ανάλογα αποσπάσματα του έργου του Μωραϊτίδη, του άλλου μεγάλου Σκιαθίτη λογοτέχνη.

Εκτός από τη σημασιολογική πλευρά, έχουμε και τη γεωγραφική. Οι εκφράσεις που χρησιμοποιούν οι ήρωες του Ππδ. αλλά και ο αφηγητής των διηγημάτων, τουλάχιστον στα σκιαθίτικα διηγήματα, είναι κατά γενική παραδοχή, σκιαθίτικες. Μπορούμε λοιπόν έτσι να διευρύνουμε το "γεωγραφικό πεδίο" μιας έκφρασης, που έως τώρα είχε καταγραφεί ως επιχωριάζουσα σε άλλες περιοχές. 'Ετσι, η έκφραση "με σόφισε ο διάβολος" δίνεται ως μανιάτικη από τον Κ. Κάσση (Ο λαϊκός λόγος στη Μέσα Μάνη, Τόμ. Β', σ. 238). Ομως, η έκφρ. υπάρχει και στον Παπαδιαμάντη ("Για τα ονόματα", 3.401.28): "Δια να εκδικηθή τον Αποστόλην, ιδού τι τον εσόφισεν ο διάβολος να πράξη". 'Ετσι, μια θεωρούμενη ως τοπική έκφραση αποκτά πανελλήνια πιστοποιητικά. [Ο Ν. Πολίτης έχει τη συγγενική έκφραση "με φώτισε ο διάβολος", ως κεφαλληνιακή. Και αυτή απαντά στον Ππδ. ("Ο πανδρολόγος", 3.375.29), αλλά όχι σε καθαρή μορφή].

Εκτός αυτού, στον Παπαδιαμάντη διασώζονται ορισμένες φορές παλαιότεροι τύποι παροιμιών και εκφράσεων που σήμερα έχουν άλλη μορφή. Η πιο απλή περίπτωση είναι η: "το κάτω-κάτω" αντί του σημερινού "στο κάτω-κάτω", αλλά αυτή απαντά και σε όλους τους συγγραφείς του 19ου αι. που αποδελτίωσα. 'Ισως πιο ενδιαφέρουσα είναι η έκφρ. "τρεις κούκκοι" αντί της σημερινής "τρεις κι ο κούκκος", ιδίως αν σκεφτούμε ότι στους Αχαρνής υπάρχει "κόκκυγες γε τρεις", το ίδιο και στον Ησύχιο (βλ. Ν.Π.Ανδριώτη "Αντίστοιχα εκφραστικά μέσα...", Ελληνικά, Τόμ. 15, σ. 13). Στον "Λαμπριάτικο ψάλτη" (2.530.28-30) διαβάζουμε:

Εχω κ' εκείνο τον αχαϊρευτο τον υποτακτικό μου το Γαβριήλ, οπού δεν φελά τίποτε... έχω και τη γριά την Ευπραξία, ένα σωρό κόκκαλα, νά' χουμε την ευκή της... τρεις κούκοι!

'Ισως να είναι λογοπαίγνιο του ομιλούντος, ίσως να είναι σύμπτωση, ίσως όμως και να είναι απόηχος της αρχαιότερης μορφής της έκφρασης. Ασφαλέστερο τεκμήριο έχουμε στο επόμενο παράδειγμα:

Η γνωστή παροιμία "Μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μη δώστε" είναι σαφής στη σημασία της. Προβληματική όμως είναι η διαπίστωση της προέλευσής της. Ο Ν.Πολίτης την έχει περιλάβει στον 1ο τόμο της συλλογής του (σ. 444) παρατηρώντας: "Οι σκύλοι είναι επιζήμιοι στο μύλο γιατί τρώνε το αλεύρι. Εδώ, όχι μόνο τους επιτρέπεται η είσοδος, αλλά και δωρεάν". Ο Πολίτης φανερά δεν ήταν ικανοποιημένος από την εξήγηση αυτή, και αργότερα, στον 3ο τόμο της Λαογραφίας (σ. 696-7) με αφορμή επιστολή αναγνώστη, υποθέτει ότι αρχική μορφή της παροιμίας θα πρέπει να ήταν "Χίλιοι μύριοι αλέσετε κι αλεστικά μη δώσετε" και εξηγεί με ποιό τρόπο η παροιμία εξελίχθηκε στη γνωστή μορφή. (Ανασκόπηση της διαμάχης Πολίτη και Χατζηδάκι σχετικά με αυτή την παροιμία, με παράθεση όλων των αποθησαυρισμένων μορφών της, και εμπεριστατωμένη ανερεύνηση του πιθανού αρχικού τύπου μπορεί κανείς να βρει στο άρθρο του Δ. Λουκάτου "Πιθανοί αρχικοί τύποι σε τρεις παροιμίες, Ελληνικά, Τόμ. 15, σ. 76 κ.ε. Ο Δ. Λουκάτος προτείνει ως αρχική μορφή το "Μπάτε φίλοι αλέστε..."). Πάντως, η υπόθεση του Πολίτη ενισχύεται από τον Παπαδιαμάντη. Πράγματι, στην "Ασπροφουστανούσα" (4.566.16) υπάρχει ο τύπος "Εμβάτε χίλιοι αλέσετε", ενώ στα "Δύο τέρατα" (4.323.19) ο αφηγητής, ο ίδιος ο Ππδ.εν προκειμένω διότι το διήγημα είναι σαφώς βιωματικό, χρησιμοποιεί τη μορφή "Μπάτε χίλι' αλέσετε..." Και στις δύο περιπτώσεις, δίνεται μόνο το α' σκέλος της παροιμίας, φαινόμενο συχνότατο στον Ππδ. άλλωστε. Αλλά και αυτό μόνον αρκεί για να επιβεβαιώσει την πρόταση του Πολίτη και να καταρρίψει νεότερες απίθανες εξηγήσεις που ανάγουν τη γέννηση της παροιμίας (με τη μορφή "μπάτε σκύλοι αλέστε") σε επεισόδιο της Φραγκοκρατίας!

Να σημειώσουμε εν παρόδω ότι ο Ν. Πολίτης στις μεν Παραδόσεις του ανατρέχει στο έργο του Ππδ, όχι όμως και στις Παροιμίες του, τουλάχιστο στο τμήμα που έχει εκδοθεί -άλλωστε τα συγκεκριμένα διηγήματα γράφτηκαν αρκετά χρόνια μετά την έκδοση των Παροιμιών.

Ενα παρόμοιο παράδειγμα βρίσκουμε στο διήγημα "Ο πολιτισμός εις το χωρίον", όπου ο πατέρας του παιδιού μεθοκοπούσε και το είχεν "αλαλάξ τω Κυρίω" (2.239.17-18, τα εισαγωγικά του Παπαδιαμάντη). Στο Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας, στον 1ο τόμο, λ. αλαλάζω, διαβάζουμε ότι η φράση αυτή, παρμένη από την Παλαιά Διαθήκη (Ψαλμ. 99,1) λέγεται επί μεγάλου θορύβου και ταραχής, ένεκα χαράς ή δυστυχήματος, π.χ. "γίν'κι του αλαλάξατε τω Κυρίω". Με μόνο οδηγό μου το ένστικτο, εικάζω εδώ ότι ο Ππδ. μας διασώζει όχι απλώς έναν άλλο τύπο της έκφρασης, αλλά ίσως και τον αυθεντικό, τον γνήσιο λαϊκό τύπο της. Ισχυρίζομαι δηλαδή ότι ο λαός έλεγε συνήθως ή πάντοτε "αλαλάξ τω Κυρίω" (η παραφθορά των εκκλησιαστικών εκφράσεων είναι κανόνας) και ότι οι συλλογείς του Ιστορικού Λεξικού, άνθρωποι κατά τεκμήριο εγγράμματοι, ιερείς, δάσκαλοι ή σπουδαστές, που γνώριζαν και τον "σωστό" τύπο, το "αλαλάξατε", ενδέχεται να έχουν εδώ διορθώσει τον γνήσιο λαϊκό τύπο (το "αλαλάξ"), ο οποίος διασώζεται χάρη στον Παπαδιαμάντη.
(Η κριτική έκδοση διορθώνει το χωρίο σε "αλαλάξ' τω Κυρίω", δηλ. προσθέτει μια απόστροφο. Δεν είμαι βέβαιος ότι αυτό αποδίδει την πρόθεση του συγγραφέα).

Τέλος, το έργο του Παπαδιαμάντη είναι πηγή για την αποθησαύριση παροιμιών και εκφράσεων που δεν απαντούν στις υπάρχουσες συλλογές (Πολύ συχνά, ο ίδιος μας δηλώνει ρητά στη ρύμη της αφήγησής του ότι πρόκειται για παροιμία ή κλείνει τη φράση μέσα σε εισαγωγικά). Θα αναφέρω ορισμένα μόνον παραδείγματα, αλλά με άκρα επιφύλαξη, δεδομένου ότι δεν έχω διεξέλθει εξαντλητικά την παροιμιολογική βιβλιογραφία: οι παροιμίες και οι εκφράσεις αυτές ενδέχεται να απαντούν σε συλλογές που δεν έχω ερευνήσει.

- ως να επάτει "βαμβακάκια" (αλαφροπατώντας) [Πεντάρφανος, 4.62.4]
- κόρη "του μεντεριού" (καλομαθημένη) [Θάνατος κόρης, 4.185.16]
- ας είναι μοναχή της! (απευχή για αναξιοπαθούσα) [Σταχομαζώχτρα, 2.115.4]
- είναι καλό μυστρί (ξέρει να τα μπαλώνει σε συζήτηση) [Μαύρα κούτσουρα, 4.473.28]
- με το νάμι τους βγαλμένο [Μάννα και κόρη, 4.512.15 και αλλού]
- ντέρτι δικό μου, κασαβέτι δικό σου [Πεντάρφανος, 4.59.17]

Πρόκειται για μικρό δείγμα που προέρχεται από πρόχειρο κοίταγμα σε ένα μικρό κλάσμα των αποδελτιωμένων λημμάτων. Αρκεί πιστεύω για να καταδείξει την αξία του έργου του Παπαδιαμάντη ως πρωτογενούς μαρτυρίας.

Κλείνοντας, σημειώνω εν παρόδω: την τελευταία φράση, η οποία δηλώνεται ρητά ως παροιμιακή από τον Ππδ. στη συνέχεια του διηγήματος, δεν μπόρεσα να τη βρω σε άλλη συλλογή. Στο γλωσσάρι του 4ου τόμου της κριτικής έκδοσης εξηγούνται απλώς οι δυο λέξεις, ντέρτι και κασαβέτι, χωρίς όμως να εξηγείται η έννοια της παροιμίας. Αρωγός μας έρχεται και πάλι η αποδελτίωση της λογοτεχνίας, όχι του Παπαδιαμάντη εδώ, αλλά του Λουντέμη! Στο "Ενα παιδί μετράει τ' άστρα" (σ. 82) διαβάζουμε:

-- Κι ύστερις; Τι σε βλάβει εσένα;... Δικό μου ντέρτι, δικό σου κασαβέτι; Μπάαα!

Το ερωτηματικό στο τέλος της φράσης πιστεύω πως κάνει περισσότερο διάφανο και το νόημα: Αφού είναι δικός μου καημός, εσύ τι νοιάζεσαι;
'Αλλη μια απόδειξη του πόσο χρήσιμη μπορεί να φανεί στην παροιμιολογική έρευνα η αποδελτίωση της λογοτεχνίας!




© 1994-1998 Νίκος Σαραντάκος

Γράψτε μου / Mail me


This page has been visited times.