Δημήτρης Ραβάνης - Ρεντής

Παντοτινό παράδειγμα αγωνιστή και δημιουργού
Αναμφίβολα υπάρχουν εκατοντάδες δημιουργοί που και μ’ ένα μοναχά έργο τους κατάφεραν να κερδίσουν την παγκόσμια αποδοχή. Υπάρχει όμως και μια ιδιαίτερη “οικογένεια”, αυτή των αφανών πρωτοπόρων που μπορεί να μην έγιναν διάσημοι, αλλά το έργο τους αποτέλεσε αναπόσπαστο κομμάτι του λαϊκού πολιτισμού.
Είναι οι δημιουργοί που ποτέ δε διαχώρισαν τον αγώνα από τη δημιουργία, αυτοί που ανήκουν και οι ίδιοι στο λαό, εμπνέονται από αυτόν και τραγουδούν τους αγώνες του. Οι εργάτες του χεριού και του πνεύματος που δημιουργούν όχι για το κέρδος αλλά για την κοινωνική πρόοδο.
Υπάρχουν πολλά παραδείγματα τέτοιων καλλιτεχνών, το έργο των οποίων είναι δυστυχώς άγνωστο στους περισσότερους και ιδίως στη νεολαία. Κι όμως η νέα γενιά δεν έχει παρά να κερδίσει σπουδαία μαθήματα ζωής από την επαφή με το έργο αυτό και τους δημιουργούς του.

 

Ένας αφανής μα τόσο γνωστός…
Ξεχωριστός εκπρόσωπος του καλλιτεχνικού αυτού “χώρου” και ο Δημήτρης Ραβάνης Ρεντής, ο γλυκύτατος “Μίμης” με το αξέχαστο χιούμορ και το αστείρευτο ταλέντο. Ασχολήθηκε με όλα τα είδη του λόγου, από την ποίηση και το θέατρο μέχρι τον κινηματογράφο και τη δημοσιογραφία. Κομμουνιστής δημιουργός και αγωνιστής της ΕAMικής Εθνικής Αντίστασης και του ΔΣΕ, ο Ρεντής αποτελεί πραγματικά ένα από τα φωτεινότερα παραδείγματα αφανούς αλλά ξεχωριστού καλλιτέχνη που σφράγισε με το έργο του το λαϊκό πολιτισμό. Χιλιάδες έχουν έρθει σ’ επαφή με το πολύπλευρο έργο του, έχουν σιγοτραγουδήσει τα τραγούδια του χωρίς να γνωρίζουν το δημιουργό που βρίσκεται από πίσω. Ο ίδιος έγραψε τραγούδια που έχουν μεγαλώσει γενιές ολόκληρες αγωνιστών όπως το “Παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους”, το “Σαν ατσάλινο τείχος” και το “Ο Μπελογιάννης ζει”,  και επιδόθηκε γενικότερα σε μια πλουσιότατη καλλιτεχνική παραγωγή χωρίς να γνωστοποιεί σχεδόν ποτέ την ταυτότητά του…

Πολεμιστής με τ’ όπλο και την πένα
Ο Ρεντής γεννήθηκε το 1925 στην Αθήνα, στην πλατεία Βικτωρίας, τη γειτονιά όπου θα ξεκινήσει τους νεανικούς του αγώνες μέσα από την ΕΠΟΝ και αργότερα απ’ το ΚΚΕ.
Η πρώτη του λογοτεχνική απόπειρα έρχεται μόλις στα δεκαπέντε του χρόνια με τη σατυρική επιθεώρηση “Ο Αρχικένταυρος”, που παίχτηκε για την προπαγάνδιση του ΕΑΜ, από έναν ερασιτεχνικό θίασο. Το 1942 συνεργάζεται με τον Γρηγόρη Ξενόπουλο στην “Διάπλαση των παίδων” και δημοσιεύει αντιστασιακούς στίχους στον ΕΠΟΝίτικο και ΕΑΜίτικο παράνομο τύπο.
Αργότερα εντάσσεται στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού “Νεανική φωνή”, μαζί με την Αλκη Ζέη, τον Τάσο Λιγνάδη και άλλους. Εκεί δημοσιεύει ποιήματά του με το ψευδώνυμο “Στέφος Ροδάνθης”, το πρώτο από μια σειρά καλλιτεχνικών ψευδωνύμων (Φώτης Αθηναίος, Δήμος Ροδάς, Φους-Φους κ.ά), που θα χρησιμοποιήσει όλα τα επόμενα χρόνια είτε για να προστατευθεί στα χρόνια της παρανομίας είτε απλά για λόγους σεμνότητας και χιούμορ.
Ως υπεύθυνος πολιτισμού στα Αετόπουλα και στην ΕΠΟΝ συμβάλλει αποφασιστικά στην πολιτιστική έκρηξη της Εθνικής Αντίστασης. Οργανώνει τις “Πολιτιστικές ομάδες κρούσης”, που γυρνούν τις γειτονιές παρουσιάζοντας στο λαό το “Θέατρο του δρόμου”, ανεβάζει έργα στο βουνό με τους μαχητές του ΕΛΑΣ και οργανώνει το καλλιτεχνικό συγκρότημα του ΔΣΕ. Για την προσφορά του θα προλάβει ήδη μέχρι το 1949 να τιμηθεί με… δύο καταδίκες σε θάνατο!
Μετά την ήττα του εμφυλίου βρίσκει καταφύγιο στις Λαϊκές Δημοκρατίες -και κυρίως στη Ρουμανία- για δεκαεννιά χρόνια. H περίοδος αυτή αποδείχθηκε μια από τις πιο δημιουργικές της ζωής του, αφού δουλεύοντας σε μια σοσιαλιστική κοινωνία που παρείχε όλες τις προϋποθέσεις για την απρόσκοπτη καλλιτεχνική δημιουργία είχε την ευκαιρία να αναπτύξει μια αξιοζήλευτη δραστηριότητα.
Χάρη στο Πρώτο βραβείο του Ελληνικού Κρατικού Θεατρικού Οργανισμού που του απονέμεται το 1962 ο δρόμος για τον επαναπατρισμό του είναι πια ανοιχτός και επικυρώνεται από κυβερνητική απόφαση του 1966. Η υλοποίηση της απόφασης αυτής όμως καθυστέρησε δύο χρόνια με αποτέλεσμα να επιστρέψει στην Ελλάδα το 1968 μέσω Γαλλίας. Η επιστροφή του στη Χούντα σήμανε –για ακόμα μια φορά- μια ζωή μέσα στο κυνηγητό και την παρανομία. Αρχικά συλλαμβάνεται και αργότερα αφήνεται ελεύθερος αφού πρώτα του αφαιρούνται η ελληνική ιθαγένεια και το δικαίωμα προς εργασία. Μην μπορώντας να εκδώσει κανένα έργο του, κερδίζει το ψωμί του γράφοντας με ψευδώνυμα επιτυχημένες σειρές για το ραδιόφωνο (“Το σπίτι των ανέμων” κ.ά.) αλλά και βραβευμένες διαφημίσεις, την αμοιβή των οποίων εισέπρατταν γνωστοί και φίλοι για λογαριασμό του.
Μετά την πτώση της Χούντας συνεχίζει την πετυχημένη δουλειά σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές σειρές, ενώ το 1974 εκδίδει το πρώτο βιβλίο του στην Ελλάδα, την ποιητική συλλογή “Ρεπορτάζ για ένα ζεστό Νοέμβρη”, που γράφτηκε μέσα στην καρδιά των γεγονότων του Πολυτεχνείου και αρχικά μοιράστηκε σε χειρόγραφα από χέρι σε χέρι.
Tο 1976 μετακομίζει στην Καλλιθέα όπου θα μείνει μέχρι το τέλος της ζωής του. Η καινούρια του γειτονιά θ’ αποτελέσει γι’ αυτόν νέο πεδίο δράσης, θα στηρίξει τη δημιουργία του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου και θα αφιερωθεί στη διαπαιδαγώγηση της νεολαίας συνεχίζοντας έτσι τον αγώνα μιας ολόκληρης ζωής.  Όπως άλλωστε έγραφε και ο ίδιος στη διαθήκη του με την οποία άφηνε όλα του τα υπάρχοντα -δηλαδή τα γραπτά του- στο ΚΚΕ, «ο δημιουργός, όπως με δίδαξε το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας δεν μπορεί να μένει κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους, παρατηρητής και “κριτής”, αλλά ν’ αγωνίζεται στα πεζοδρόμια, τον ίδιο αγώνα της εργατικής τάξης και του λαού»…

Ακούραστος εργάτης του αγώνα και του πνεύματος  
Παρά τις απίστευτες δυσκολίες, την παρανομία, και τα οικονομικά προβλήματα, η λογοτεχνική παραγωγή του Ρεντή είναι εκπληκτική τόσο σε όγκο όσο και σε ποιότητα, αφού αποτελείται συνολικά από 32 εκδομένα έργα, 15 ανέκδοτα, 21 ποιητικές συλλογές, 24 θεατρικά, 50 μονόπρακτα, σενάρια για πολλές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, 10 ραδιοφωνικές εκπομπές με 1000(!) συνολικά επεισόδια και 22 τηλεοπτικές εκπομπές.
Σε όλη αυτή τη δραστηριότητα αναπόσπαστο κομμάτι και η δημοσιογραφία μέσω  της μακροχρόνιας συνεργασίας του με το “Ριζοσπάστη” και τον “902” κατά την οποία βοήθησε απλόχερα πολλούς νέους δημοσιογράφους στα πρώτα τους βήματα. 
Τιμήθηκε πολλές φορές για το έργο και την ανεκτίμητη προσφορά του. Ανάμεσα στα βραβεία και αυτό της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Δημοκρατικών Νεολαιών, το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης στη Ρουμανία και το Πρώτο βραβείο του Ελληνικού Κρατικού Θεατρικού Οργανισμού για το έργο του “Νεκρή Γραμμή”. Το ίδιο έργο θα βραβευτεί και πάλι από το Φεστιβάλ Ιθάκης το 1980 αλλά και από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1993. Επίσης έλαβε και το πρώτο βραβείο “Κώστα Ελευθερουδάκη” για το παιδικό βιβλίο “Το πιο παράξενο ταξίδι”.

Σπάνιο υπόδειγμα ήθους και χαρακτήρα
Ο Ρεντής αποτέλεσε παράδειγμα ήθους για όσους είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν. Ολοι τον θυμούνται για την εργατικότητα, τη συνέπεια, τη σεμνότητα, τη γλυκύτητα, το χιούμορ. Την αγάπη του για τον απλό άνθρωπο και τη νεολαία, τη συνεχή φροντίδα του για το Κόμμα και το “Ριζοσπάστη”. Είναι χαρακτηριστικό το ότι όποτε γινόταν αναφορά στους αγώνες, το έργο και την τεράστια προσφορά του, προσπαθούσε πάντα να “ξεγλιστρήσει” λέγοντας πως «ε, κάτι λίγο έκανα κι εγώ, όχι τίποτα σπουδαίο», ενώ όταν τον ρωτούσαν για ποιο λόγο απέφευγε τόσο επίμονα κάθε αναφορά στ’ όνομά του, απαντούσε «δε μ’ αρέσει να πιάνω πολύ τόπο»…
Ο Ρεντής όσο κι αν έβαζε τη σεμνότητα πάνω από την αυτοπροβολή, όσο κι αν μιλούσε μέσα από τα έργα του και όχι μέσα από τις “δημόσιες σχέσεις”, όσο κι αν κρυβόταν πάντα πίσω από τα ψευδώνυμά του, τελικά δεν ξεχάστηκε, δεν πέρασε στη λησμονιά και την αφάνεια.
Απλά το έργο του “δέθηκε” τόσο με τον πολιτισμό μας, τα στοιχεία του δημιουργού ήταν πάντοτε τόσο καλά “κρυμμένα”, ώστε δύσκολα πια διακρίνονται τα “τυπικά” χαρακτηριστικά. Κι έτσι πρέπει να είναι το έργο ενός κομμουνιστή που συνδυάζει την καλλιτεχνική δημιουργία με τον αγώνα για τις λαϊκές ανάγκες. Ενός δημιουργού που δεν πασχίζει να γίνει γνωστός μέσα απ’ το έργο του αλλά απεναντίας αφήνει να “μιλήσει” το ίδιο το έργο, να μιλήσει για την αγωνία, τα όνειρά του για τον άνθρωπο και ολόκληρο τον κόσμο…
Δημιουργοί σαν το Ρεντή δε γίνεται αλλά ούτε επιτρέπεται να ξεχαστούν.
Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που δε συμβιβάζονται με τη μοιρολατρία και την υποταγή, με τα σάπια πολιτιστικά πρότυπα που μας κατακλύζουν καθημερινά. Πάντα θα υπάρχουν ασυμβίβαστοι νέοι και προοδευτικοί άνθρωποι που θ’ ασφυκτιούν σ’ αυτόν τον “πολιτισμό” της χυδαιότητας και του εμπορίου και θ’ αναζητούν διέξοδο. Άνθρωποι που θα θυμούνται το μαχητή του ΔΣΕ, τον ποιητή της Αντίστασης, τον “εργάτη” της πεζογραφίας, του θεάτρου και του κινηματογράφου, το μάχιμο δημοσιογράφο και τον τρυφερό παραμυθά των παιδιών…

Μ.Η.


Εκδήλωση της ΚΝΕ για το Δ. Ραβάνη-Ρεντή
Στις 30/11/2008 πραγματοποιήθηκε από την ΚΝΕ εκδήλωση στο “Συρμό” αφιερωμένη στη ζωή και το έργο του Ρεντή. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης έγινε μια ολοκληρωμένη παρουσίαση της ζωής του αλλά και της πορείας του εργατικού κινήματος από τα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά κι έπειτα. Παράλληλα, διαβάστηκαν αποσπάσματα από το έργο του και παίχτηκαν κάποια από τα γνωστότερα αντάρτικα τραγούδια του. Ανάμεσα στους παρευρισκομένους και η σύντροφος του Ρεντή, Αλεξάνδρα Κρέμου, που με επιστολή της προς την ΚΝΕ τόνισε πως «Η εκδήλωση στο σύνολό της δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από καταξιωμένους καλλιτέχνες, κατόρθωσε να δώσει το κλίμα και την τραγικότητα της περιόδου και με συγκίνησε βαθύτατα… Είναι παρήγορο που υπάρχουν ακόμα νέοι σαν τα παιδιά της ΚΝΕ που αρνούνται ν’ ασχοληθούν με ψυχοφθόρες ασχολίες και δίνουν τον εαυτό τους “στα ωραία και τα υψηλά”…»

Εργα του Δημήτρη Ραβάνη Ρεντή
Ποίηση: “Μπαλάντα στην ειρήνη”, “Ο Μπελογιάννης ζει”, “Τούτη τη γη τη λεν Ελλάδα”, “Το τραγούδι των δρόμων”
Πεζογραφία:  “Το ημερολόγιο της προσφυγιάς”, “Τα παιδιά της Αθήνας”, “Το όγδοο πάτωμα”, “Το φιμωμενό φως”
Θέατρο: “Στη σκοπιά”, “Τραγούδι για τον Μπελογιάννη”, “Με μπροσούρες και τεφτέρια”, “Το φιλόδεντρο”
Ανέκδοτα έργα: “Λουλούδι της Μονεμβασιάς”, “Μαρτυρώντας, πολεμώντας, τραγουδώντας”, “Ποιητικά παιχνίδια”, “Η πτώση του Ικαρου”

 

Δημοσιεύτηκε στο τ. 957 της εφημ. Οδηγητής, Ιαν. 2009


Επιστροφή στη σελίδα του Δ.Ραβάνη-Ρεντή