Εμπρός

 

Εμπρός λοιπόν, ας βγάλομε κι εμείς εφημερίδα,

αφού καμιά δεν ξέρουμε καλύτερη δουλειά·

αβάντι να λυσσάξομε κι εμείς για την πατρίδα,

προτού να μας λυσσάξουνε του κόσμου τα σκυλιά.

 

Αν μια φορά τουλάχιστον καλαμαράς δεν γίνεις,

του πατριώτη τ’ όνομα ποτέ δεν θα τ’ ακούσεις·

πρέπει και συ τη γνώμη σου για κάθε τι να δίνεις,

και μία πέννα να βαστάς κι ας είσαι και Μπουρδούσης.

 

Χαρτί ευρίσκεται πολύ και άφθονο μελάνι,

με μια πεντάρα μοναχά σου δίνουν πέννες τρεις·

λοιπόν τι άλλο θέλουμε; … αυτό και μόνο φθάνει,

κι ας έχει δόξα ο Θεός κι η φίλη μας πατρίς.

 

Τι διάβολο θα γράψουμε, για τούτο δεν μας νοιάζει·

φθάνει να πιω ένα καφέ, να πιω κι ένα τσιγάρο,

κι ιδέες το κεφάλι μου αμέσως κατεβάζει,

κι αμέσως τον κατήφορο εις το χαρτί θα πάρω.

 

Τι θα γραφεί μες στο Ρωμηό καθόλου δεν με μέλει…

κάθε Ρωμηός που ξαπλωθεί ολίγο στη λιακάδα,

από ιδέες υψηλές ευρίσκει όσες θέλει…

για γνώσεις άλλο τίποτε εδώ εις την Ελλάδα.

 

Θα είμαι δημοκρατικός κατά τας περιστάσεις

μα θα ’μαι και βασιλικός, θα είμαι ό,τι θέλω·

θε να γυρεύω κάποτε κι εγώ επαναστάσεις,

αλλ’ όμως και στους βασιλείς θα βγάζω το καπέλο.

 

Αφού ποτέ λογαριασμό στο κράτος δεν θα δίνω,

γιατί κι εγώ το κέφι μου σαν άλλους να μην κάνω;

Ρωμηός δεν είμαι; ε! λοιπόν θα γίνω ό,τι γίνω,

και βασιλιά στο γούστο μου κανένα δεν θα βάνω.

 

Πάντα με στίχους θα μιλώ μες στων Ρωμηών τη σφαίρα,

κι ούτε κανένα Έλληνα ποτέ θα χαιρετώ,

εάν με στίχους δεν μου πει κι αυτή την καλημέρα…

εις όλες τις ιδέες μου το μέτρο θα κρατώ.

 

Κι ίσως οι στίχοι πιο αργά της μόδας καταντήσουν,

και ίσως οι Πανέλληνες φυτρώσουν στιχουργοί,

και τίποτε παράξενο με στίχους να μιλήσουν

κι ο βασιλεύς κι οι βουλευταί και οι Πρωθυπουργοί.

 

Θα είναι αριστούργημα… ψυχή μου στα Πατήσια!

λοιπόν στους στίχους πέσετε γυναίκες, άνδρες, όλοι·

κι έτσι με στίχων τάγματα πιστεύω ολοΐσια

να πάμε καβαλάρηδες στην ξακουσμένη Πόλη.

 

 

Δημοσιεύτηκε στην πρώτη σελίδα του πρώτου τεύχους του Ρωμηού, της έμμετρης εφημερίδας που έβγαζε ο Σουρής, στις 2 Απριλίου 1883. Ο Μπουρδούσης που αναφέρεται στο ποίημα ήταν διάσημος ζητιάνος, τύπος της Αθήνας. Πέθανε λίγο αργότερα, και ο Σουρής έγραψε σχετικά, στο τρίτο τεύχος του Ρωμηού για «των δρόμων τον ξυπόλητο ιππότη».

 

Η έκφραση «ψυχή μου στα Πατήσια!» ήταν παροιμιακή –δηλώνει το αποκορύφωμα της ανέμελης καλοπέρασης, απόηχος μιας εποχής όπου οι Αθηναίοι πήγαιναν για πικ-νικ και εκδρομές στα κατάφυτα Πατήσια για να ξεσκάσουν.

 

Εκσυγχρόνισα την ορθογραφία, αν και διατήρησα, τιμής ένεκεν, τον τύπο «Ρωμηός».

 

Επιστροφή στον Γ. Σουρή
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου



Γράψτε μου / Mail me