ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΘΕΜΑΤΑ

Κάποιοι άγιοι και οι όσιοι της εποχής μας


http://www.emprosnet.gr/isite/2008/10/21/48957_b_TN_SAPANTAKOS.JPG

Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ*
21/10/2008

Το επίθετο άγιος ετυμολογείται από το ουσιαστικό άγος, που σήμαινε στην αρχαία ελληνική γλώσσα το μίασμα ή την κατάρα, αλλά επίσης το σέβας και την ευλάβεια. Από αυτόν το λόγο και το επίθετο άγιος είχε στα αρχαία ελληνικά δύο αντίθετες σημασίες:

1) ιερός, ευσεβής, αγνός, πιστός αφιερωμένος στο θεό και
2) επάρατος και εναγής

Εδώ όμως μας ενδιαφέρει το ουσιαστικοποιημένο επίθετο άγιος, που στα σημερινά ελληνικά σημαίνει μιαν όσια και καθαγιασμένη προσωπικότητα, η οποία, για την υποδειγματική ζωή της ή το μαρτυρικό υπέρ πίστεως θάνατό της ή και για τα δύο μαζί, έχει καταταγεί (συνήθως μεταθανατίως) σε μιαν ειδική κατηγορία κεκοιμημένων, ανώτερη και από τους ευσεβέστερους πιστούς.

Παρόμοια με το «άγιος» σημασία έχει και η λέξη «όσιος», μολονότι στην εκκλησιαστική πρακτική ο άγιος είναι μία βαθμίδα ανώτερος από τον όσιο. Κάνοντας μιαν ασεβή παραβολή, μπορούμε να πούμε πως οι άγιοι είναι σαν τους αξιωματικούς του στρατού, ενώ οι όσιοι σαν τους υπαξιωματικούς. Αυτό είναι φανερό και από τη χρήση των αντίστοιχων όρων. Άγιους αποκαλούμε συνήθως τους δεσποτάδες, ενώ όσιους τους ηγούμενους και όσιες τις ηγούμενες. Λέμε «ο Άγιος Φλωρίνης» και υπονοούμε τον επίσκοπό της ή «η οσία ηγουμένη» και εννοούμε την προϊσταμένη ενός μοναστηριού.

Βεβαίως, η εφαρμογή των όρων αυτών στις συγκεκριμένες περιπτώσεις είναι συμβατική και συχνά καταχρηστική, γιατί υπάρχουν δεκάδες αν όχι εκατοντάδες επίσκοποι και ηγούμενοι (και ηγούμενες) που δεν έχουν κανένα από τα προσόντα (αγνότητα, ταπεινοφροσύνη, ανιδιοτέλεια, ευσέβεια, υποδειγματική ζωή και άλλα πολλά), που θα τη δικαιολογούσε.

Αναφορικά με την ταπεινοφροσύνη, για να μην ανατρέξω στον Παπαδιαμάντη, που παρομοίαζε πολλούς επισκόπους με αρχομανείς ασιάτες σατράπες, υπενθυμίζω τα καμώματα μιας γνωστής και μη εξαιρετέας ηγουμένης, που μόνο ταπεινοφροσύνη δε μαρτυρούν. Ο Ιησούς ο Ναζωραίος και οι μαθητές του ήταν απλοί και ταπεινοί άνθρωποι που κυκλοφορούσαν με τα πόδια, συνήθως ξυπόλυτοι και φτωχοντυμένοι. Καμμιά σύγκριση, λοιπόν, με κάποιους ή κάποιες που υποτίθεται πως τους εκπροσωπούν επί γης.

Όσο για την ανιδιοτέλεια, θα θυμίσω στους αναγνώστες μου αυτά που έγραψα στο σημείωμα της περασμένης Τρίτης, για την κυριαρχία του χρήματος. Μπορεί ο Εφραίμ και οι όμοιοί (ή όμοιές) του, να δηλώνουν ορθόδοξοι χριστιανοί, έχουν όμως ενστερνιστεί την προτεσταντική αντίληψη, πως το χρήμα είναι υπέρτατη αξία, που η κατοχή του μαρτυρεί τη θεία χάρη και πως για την απόκτησή του αξίζει τον κόπο για να παραβούν όλους τους κανόνες της (χριστιανικής ή μη) ηθικής και όλα τα άρθρα του ποινικού κώδικα. Να σημειώσω πως αυτό το τελευταίο δεν το είπε ο Μαξ Βέμπερ αλλά ο Καρλ Μαρξ.

Το πρόβλημα είναι πως, κάνοντας όλες αυτές τις επικερδείς (ή μάλλον κερδοσκοπικές) μανούβρες, οι άγιοι και οι όσιοι της εποχής μας επικαλούνται πως το κάνουν με ιερό ή όσιο σκοπό: από την αναστήλωση των εκκλησιαστικών ή μοναστηριακών κτισμάτων έως την αρωγή αναξιοπαθούντων. Μπορεί εν μέρει να είναι και έτσι, όμως όταν αυτό (η αναστήλωση ή η αρωγή) γίνεται εν κρυπτώ και παραβύστω, τότε δικαιολογημένα προκαλούνται υποψίες.

Από τον καιρό της αθηναϊκής δημοκρατίας, που δε δίστασε να δικάσει το νικητή του Μαραθώνα για κάποιες οικονομικές ατασθαλίες και από την εποχή της Μάγκνα Κάρτα, που καθιέρωσε πως η διαχείριση του δημοσίου χρήματος πρέπει να ελέγχεται με αδιάβλητο τρόπο, θεμέλιο μιας κοινωνίας που θέλει να λειτουργεί σωστά, είναι η διαφανής διαχείριση του χρήματος, χωρίς να εξαιρείται το εκκλησιαστικό χρήμα.

Και οι πιο ευλαβείς θρησκευόμενοι και τα πιο ευπειθή μέλη του ποιμνίου θέλουν (και έχουν δικαίωμα) να ξέρουν πού πάνε τα χρήματά τους. Η τακτική κάποιων κληρικών (ονόματα δε λέμε) να μη δίνουν λογαριασμό, υπονομεύει το κύρος της ίδιας της Εκκλησίας και σιγά-σιγά ενδυναμώνει την άποψη, που ως τώρα μόνο το ΚΚΕ και ο Συνασπισμός έχουν διατυπώσει καθαρά, ότι η μόνη δίκαιη και υγιής λύση στο πρόβλημα είναι ο χωρισμός της Εκκλησίας από το Κράτος και η φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας.

*O Δημήτρης Σαραντάκος γεννήθηκε στη Mυτιλήνη, σπούδασε χημικός μηχανικός και μετά τη συνταξιοδότησή του εκδίδει το σατιρικό περιοδικό «το Φιστίκι» και κάνει τον συγγραφέα. Το τελευταίο (ένατο στη σειρά) βιβλίο του, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο» τυπώθηκε το 2006 στη Mυτιλήνη και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «το Φιστίκι».

 




Σελίδες Δημ. Σαραντάκου