Δημοσιεύω εδώ ένα απόσπασμα από το βιβλίο «Η συνάντηση του Παλαιού Κόσμου με τον Νέο» του Δημήτρη Σαραντάκου (συγκεκριμένα, το 4ο κεφάλαιο του πρώτου μέρους). Το βιβλίο είναι έτοιμο προς έκδοση αλλά… αναζητείται εκδότης. Να σημειωθεί ότι υπάρχουν χάρτες και εικόνες που δεν τις έχω σκανάρει για να τις μεταφέρω εδώ, οπότε βλέπετε μόνο το κείμενο.

 

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4ο

Οι ευρωπαϊκές εξερευνήσεις

 

       Ο δυτικός κόσμος στο τέλος του Μεσαίωνα  ­

         Με καθυστέρηση αρκετών δεκαετιών, οι ευρωπαϊκές εξερευνήσεις ακολούθησαν τις κινεζικές, δίνοντας έτσι στον 15ο αιώνα την ονομασία «ο αιώνας των μεγάλων εξερευνήσεων», οι οποίες άλλαξαν την όψη του κόσμου. Μέσα σε εκατό περίπου χρόνια τα όρια του γνωστού, στους Κινέζους αφενός και στους Ευρωπαίους αφετέρου, κόσμου, διευρύνθηκαν όσο ποτέ άλλοτε και ο πλανήτης ενοποιήθηκε γεωγραφικά.

Σε αντίθεση με τις κινεζικές εξερευνήσεις που ξεκίνησαν από τη βούληση ενός μεγαλοφάνταστου και φιλόδοξου αυτοκράτορα, να επεκτείνει την επιρροή του, οι ευρωπαϊκές είχαν βαθύτερα, οικονομικά και κοινωνικά, αίτια. Στην δυτική άκρη της Ευρασίας, η Ευρώπη βρισκόταν στις αρχές του 15ου αιώνα στο μεταίχμιο του Μεσαίωνα και των Νεώτερων Χρόνων. Ήταν περιοχή σχετικώς αραιοκατοικημένη*, φτωχή, χωρισμένη σε πολλά μικρά κράτη, που τα σπάραζαν συνεχείς πόλεμοι. Η εποχή που ονομάστηκε Αναγέννηση και συμπίπτει χρονικώς με την εποχή των εξερευνήσεων, είναι εξαιρετικά αντιφατική. Παράλληλα με την εμφάνιση λαμπρών διανοιών, που με φωτεινό οδηγό την παράδοση της ελληνικής και ρωμαϊκής Αρχαιότητας, πραγματοποίησαν εξαιρετικά επιτεύγματα σε όλους τους τομείς της Τέχνης και έκαναν τα πρώτα τολμηρά βήματα σε πολλούς τομείς της Επιστήμης, είχαμε την εξάσκηση της πιο αιματηρής τρομοκρατίας εκ μέρους του ιερατείου. Υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια του 15ου και 16ου αιώνων θανατώθηκαν στις πυρές της Ιεράς Εξέτασης πάνω από 40.000 άνθρωποι, τα τρία τέταρτα των οποίων ήταν γυναίκες, που κατηγορήθηκαν σαν μάγισσες.

Ενώ μεσουρανούσαν πνεύματα σαν τον Λεονάρντο ντα Βίντσι, τον Μιχαήλ Άγγελο, τον Φράνσις Μπέικον, τον Γαλιλαίο, τον Κέπλερ και τον Κοπέρνικο, την ίδιαν εποχή στο ιερατείο και στους υποταγμένους σ΄αυτό διανοούμενους ή  επιστήμονες κύκλους, επικρατούσαν οι πιο οπισθοδρομικές αντιλήψεις, που ήθελαν σαν βασική πηγή γνώσεων την Αγία Γραφή, με τον Αριστοτέλη και τους μαθητές του σε συμπληρωματικό ρόλο, το δε πνεύμα και των μορφωμένων ακόμη Ευρωπαίων  σκότιζε ο φιλοσοφικός δογματισμός και το δηλητηρίαζε η θρησκευτική μισαλλοδοξία.

Παρ' όλα αυτά η Ευρώπη έκρυβε μέσα της ένα δυναμισμό που έλειπε και από την απέραντη, ενωμένη και βαθύτατα πολιτισμένη Κίνα, από τις πυκνοκατοικημένες, πλούσιες και πολιτισμένες Ινδίες, από τον Κόσμο του Ισλάμ, που παρά τα πλήγματα που είχε υποστεί από τους Μογγόλους έσφυζε από ζωή, ακόμα και από τη Δυτική Αφρική (αραβική και σουδανική), γιατί εδώ, στην Ευρώπη, σ΄ αντίθεση με τις αυτές τις περιοχές του πλανήτη, αναπτύσσονταν νέες παραγωγικές δυνάμεις και μπαίνανε οι βάσεις για την αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων.  Πραγματικά στο μωσαϊκό των φεουδαρχικών κρατών, που αποτελούσαν τον ευρωπαϊκό κόσμο, ξεχώριζαν ορισμένες πόλεις της Βόρειας Ιταλίας, της Φλάνδρας και της Γερμανίας, όπου την εξουσία δεν την είχαν οι ευγενείς, αλλά μια καινούργια κοινωνική τάξη, η τάξη των τραπεζιτών, των εμπόρων, των ναυτικών, των υφαντουργών, των μεταλλουργών, των τεχνιτών, με μια λέξη η αστική τάξη.

Οι αστοί αυτοί ασφυκτιούσαν μέσα στα θεσμικά, οικονομικά και πολιτικά πλαίσια που επικρατούσαν κατά το μεσαίωνα και δημιουργούσαν άπειρα εμπόδια στο εμπόριο και στην μεταποίηση, που τότε περνούσε από το οικοτεχνικό και βιοτεχνικό στάδιο στο στάδιο της μανιφακτούρας. Ενώ από τη μία πλευρά, με όπλο το χρήμα που διέθεταν, αποσπούσαν από τους φεουδάρχες όλο και μεγαλύτερες πολιτικές ελευθερίες και προνόμια, από την άλλη, στην προσπάθειά τους να κινήσουν με ταχύτερους ρυθμούς τους οικονομικούς μηχανισμούς της μεσαιωνικής κοινωνίας, ενδιαφέρονταν ζωηρά για κάθε γεωγραφική πληροφορία, για κάθε τεχνική βελτίωση Πλήθος μικρές και μεγάλες ανακαλύψεις και εφευρέσεις, γνώσεις και πληροφορίες που προέρχονταν από διάφορες πηγές, συσσωρεύονταν συνεχώς και τελικά προκάλεσαν αληθινή έκρηξη στον τομέα των ταξιδιών και των εξερευνήσεων.

Από την πλευρά τους οι ανώτερες τάξεις της Ευρώπης διψούσαν για μεταξωτά ρούχα, για πολύτιμες πέτρες, για αρώματα και καλλυντικά και για καρυκεύματα που θα έκαναν πιο εύγευστα τα βαριά και μονότονα φαγητά τους*.  Όλα αυτά όμως βρίσκονταν κατά κύριο λόγο στην πλούσια πολιτισμένη και εξωτική Ασία και κατά δεύτερο στην επίσης πλούσια αν και λιγότερο πολιτισμένη Αφρική και επειδή φτάνανε στην Ευρώπη περνώντας από πολλά χέρια, ακολουθώντας περίπλοκους και μακρινούς δρόμους γίνονταν πανάκριβα. Γι΄ αυτό από την Ευρώπη σύντομα έλειψαν τα πολύτιμα μέταλλα, καθώς τα αρχαία χρυσωρυχεία και αργυρωρυχεία είχαν σχεδόν εξαντληθεί ενώ οι εισαγωγές πολύτιμων προϊόντων από την Ασία και την Αφρική πληρώνονταν πάντα με χρυσό και άργυρο, φτωχαίνοντας ακόμα περισσότερο τις ευρωπαϊκές χώρες.

         Η αναζήτηση νέων δρόμων έξω από τη Μεσόγειο­

         Το εμπόριο στη Μεσόγειο ήταν από τον 11ο αιώνα μονοπώλιο των ιταλικών πόλεων και κυρίως της Βενετίας και της Γένουας, που είχαν εξελιχθεί σε ισχυρές ναυτικές και εμπορικές δυνάμεις. Οι Γενουάτες και Βενετοί έμποροι είχαν εξασφαλίσει σκανδαλώδη προνόμια από τους τελευταίους βυζαντινούς αυτοκράτορες, προνόμια που καταβαράθρωσαν την οικονομία του Βυζαντινού Κράτους και βρίσκονταν σε πολύ καλές σχέσεις με τους σουλτάνους της Αιγύπτου, τους ηγεμόνες της Συρίας και με την ανερχόμενη δύναμη των Οθωμανών.

          Στα μέσα του 15ου αιώνα, η Βενετία κατείχε τις Δαλματικές ακτές, τα Επτάνησα, τη νότια Μεσσηνία (Μεθώνη, Κορώνη, Ναυαρίνο), το Ναύπλιο, τη Χαλκίδα, την Κρήτη, την Κύπρο,  ενώ οι Κυκλάδες αποτελούσαν το υπό την επιρροή της Δουκάτο του Αιγαίου. Η Γένουα κατείχε τα νησιά του Βόρειου Αιγαίου, (Χίο, Λέσβο, Λήμνο), τη συνοικία του Γαλατά στην Κωνσταντινούπολη και ορισμένες πόλεις στην Κριμαία, (Κάφφα, Χερσώνα κ.ά.). Οι Καταλανοί ναυτικοί και έμποροι, που προσπάθησαν από τον 14ο αιώνα να εισχωρήσουν στην Ανατολική Μεσόγειο, αποχτώντας ερείσματα στην Ελλάδα, δεν πέτυχαν τελικά αξιόλογα αποτελέσματα.

         Τα πολύτιμα προϊόντα της Ασίας έφταναν στην Ευρώπη από τέσσερις δρόμους:

         - από το δρόμο της θάλασσας, δηλαδή από τον Ινδικό ωκεανό και την Ερυθρά θάλασσα ή τον Περσικό κόλπο, ως τα λιμάνια της Αιγύπτου και της Συρίας, όπου τα παραλάμβαναν οι Βενετοί και Γενοβέζοι έμποροι.

         - από το νότιο δρόμο των καραβανιών, (τον αρχαίο μεγάλο δρόμο του μεταξιού), ο οποίος από τις Ινδίες ή την Κίνα κατάληγε, νοτίως της Κασπίας, στην Περσία και εκεί διχαζόταν, ένα σκέλος του έφτανε ως την Τραπεζούντα και τη Σινώπη, όπου περίμεναν οι Γενοβέζοι έμποροι και ένα άλλο στα λιμάνια της Συρίας, όπου κυριαρχούσαν οι Βενετοί, έχοντας βάση την Κύπρο.

         - από το βόρειο δρόμο των καραβανιών, που από την Κίνα και την Κεντρική Ασία περνούσε βορείως της Κασπίας για να καταλήξει στα, (γενοβέζικα) λιμάνια της Κριμαίας.

         - από το δρόμο του Βορρά, που από τις στέπες της Σιβηρίας και της Ρωσίας έφτανε ως το Νόβγκοροντ, τη Νάρβα, το Τάλλιν, τη Ρίγα και άλλα λιμάνια της Βαλτικής, που ανήκαν στη Χανσεατική Ένωση.

         Έτσι όλα τα ευρωπαϊκά κράτη ήταν υποχρεωμένα να εμπορεύονται με την Ασία μέσω των εμπόρων της Βενετίας, της Γένουας ή της Χάνσας, που έχοντας το μονοπώλιο πουλούσαν τα ασιατικά αγαθά σε εξωφρενικά υψηλές τιμές και θησαύριζαν. Το ουσιαστικό κλείσιμο των δύο δρόμων των καραβανιών, μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης και της Τραπεζούντας και το διώξιμο των Γενοβέζων από την Κριμαία στο  δεύτερο μισό του 15ου αιώνα έκανε τα προϊόντα αυτά ακόμα πιο δυσεύρετα και ακριβά*. Έγινε λοιπόν επιτακτική ανάγκη η επαφή με την Ασία από άλλους δρόμους.         ­

Η Πορτογαλία βρίσκεται στην πρωτοπορία­

         Από όλα τα ευρωπαϊκά κράτη το μόνο που πληρούσε τους όρους για την αναζήτηση αυτού του νέου δρόμου προς την Ασία, τον 15ο αιώνα, ήταν το δυτικότερο από όλα, η Πορτογαλία. Ιδρυμένο τον 11ο αιώνα στο βορειότερο τμήμα του σημερινού κράτους, αρχικά υποτελές στην Καστίλη, το βασίλειο της Πορτογαλίας έγινε ανεξάρτητο το 1139 και το 1250 έφτασε στα τωρινά του όρια, διώχνοντας τους Μαυριτανούς από τα εδάφη του.

         Στη διάρκεια ολόκληρου του 14ου αιώνα η Πορτογαλία μένει απερίσπαστη από εσωτερικές και εξωτερικές περιπλοκές, που ταλάνιζαν τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη: η Αγγλία και η Γαλλία είχαν εμπλακεί στον Εκατονταετή πόλεμο. η Ισπανία κατατμημένη σε τρία βασίλεια πολεμούσε τους Μαυριτανούς, η Γερμανία και η Ιταλία ήταν διασπασμένες σε πλήθος μικρά και ανίσχυρα κρατίδια, η Ρωσία ήταν διασπασμένη και υποταγμένη στους Τάταρους και το Βυζάντιο έσβηνε.

         Η Πορτογαλία αντίθετα, απερίσπαστη, τακτοποίησε άριστα τα του οίκου της, οργάνωσε με τη βοήθεια Γενουατών ειδικών το πολεμικό και εμπορικό ναυτικό της και επιδόθηκε με επιτυχία στο εμπόριο και το ψάρεμα ανοιχτής θάλασσας, κλείνοντας σχετικές συμφωνίες με την Αγγλία, τη Βρετάνη, τη Νορμανδία και τη Δανία. Ιδιαίτερα στενές ήταν οι σχέσεις της με την Αγγλία και σε μικρότερο βαθμό με τη Δανία. Το 1472 οι βασιλείς της Πορτογαλίας Αλφόνσος Ε' και της Δανίας Χριστιανός Α', οργάνωσαν από κοινού μιαν εξερευνητική αποστολή προς τις θάλασσες του Βορρά. Στην αποστολή, που χρηματοδοτήθηκε κατά κύριο λόγο από την Πορτογαλία, πήραν μέρος ο Ζοάο Κόρτε Ρεάλ (João Corte Real) και Μαρτίνο Ζομέμ (Martino Jomem) από τη μία πλευρά και οι Γιαν Πότορστ (Jan Potorst) και Μτίτρικ Πίνιγκ (Mtitrik Pining) από την άλλη. Πιλότος ήταν ο επίσης Δανός Ιόν Σκολπ (Ion Skolp). Η αποστολή ξεκίνησε από την Ισλανδία και όπως φαίνεται έφτασε στην έρημη και δυσπρόσιτη ανατολική ακτή της Γροιλανδίας και από εκεί σ' ένα νησί στην έξοδο του κόλπου του Αγίου Λαυρεντίου, που το ονόμασαν Terra do Bacalhao (Γη του Μπακαλιάρου). Τίποτα περισσότερο δεν έγινε γνωστό για την αποστολή, τα μόνα αποτελέσματα της οποίας ενδιέφεραν περισσότερο τους ψαράδες.

         Ο Πίνιγκ πάντως συνέχισε τα ταξίδια του στις βόρειες θάλασσες και σα γνήσιος απόγονος των Βίκιγκ επιδόθηκε με επιτυχία στην πειρατεία. Για μικρό διάστημα έγινε κυβερνήτης της Ισλανδίας και τελικά εξορίστηκε το 1490 στη φθίνουσα νορμανδική αποικία της Γροιλανδίας, όπου χάνονται τα ίχνη του.

Λίγα χρόνια μετά την κοινή με τους Δανούς εξερευνητική αποστολή, οι Πορτογάλοι οργάνωσαν νέα, αυτή τη φορά από κοινού με Άγγλους. Η αποστολή ξεκίνησε το 1481 από το Μπρίστολ και όπως φαίνεται έφτασε στους ψαρότοπους των ακτών του Καναδά κι αυτό ήταν το κυριότερο αποτέλεσμα της. Η έλλειψη εμπορικού ενδιαφέροντος οδήγησε στην εγκατάλειψη των ταξιδιών αυτών και συνέβαλε στην αποσιώπησή τους από την Ιστορία

Παραλλήλως προς τις εξορμήσεις στον απώτατο βορρά, οι Πορτογάλοι, συνεχίζοντας έξω από τα εδάφη τους τον πόλεμο κατά των πρώην κατακτητών τους, έβαλαν για πρώτη φορά πόδι στην Αφρική, καταλαμβάνοντας το 1415 τη Θέουτα οχυρό λιμάνι του Μαρόκου, ενώ άρχισαν, διστακτικά στην αρχή, να ανοίγονται στον ωκεανό.

         Οι Πορτογάλοι δεν ήταν βεβαίως οι πρώτοι. Προηγήθηκαν Μαυριτανοί πειρατές, που έκαναν τολμηρά ταξίδια αρκετά μακριά από τις βάσεις τους στις δυτικές ακτές της Αφρικής, ενώ Νορμανδοί ναυτικοί είχαν φτάσει τον 14ο αιώνα ως τον κόλπο της Γουινέας. Εξ άλλου υπήρχαν και τα Κανάρια νησιά, οι Νήσοι των Μακάρων των αρχαίων Ελλήνων, που όντας πολύ κοντά στην Αφρική ήταν κατοικημένα από μια βερβερική φυλή και ήταν ήδη γνωστά στους Έλληνες, τους Φοίνικες και τους Ρωμαίους. Το 1339 ο Γενοβέζος Λαντσαρόττο Μαλοτσέλλο (Lanzzaroto Malocello) επισκέφθηκε ένα από τα Κανάρια νησιά, που σήμερα έχει το όνομά του (Λανσαρότε). Το 1341 μικρός πορτογαλικός στόλος εξερεύνησε τα Κανάρια, ενώ από το 1342 ως το 1366 Καταλανοί από τη Μαγιόρκα πραγματοποίησαν πολλά ταξίδια στο αρχιπέλαγος, φτάνοντας συχνά ως τις παρυφές των Αζορών.

         Το 1402 ως το 1405 Γάλλοι τυχοδιώκτες με αρχηγούς δυο μικροευγενείς νορμανδικής καταγωγής, τον Ζαν ντε Μπετανκούρ (Jean de Betancourt) και τον Γκαντφέρ ντε λα Σαλ (Gadefer de la Salle) εξερεύνησαν τα νησιά και κατόπιν ο Μπετανκούρ πέτυχε ως το 1425, με μεγάλη δυσκολία να τα κατακτήσει για λογαριασμό της Ισπανίας.

         Το 1418 οι Πορτογάλοι εξερευνητές Ζοάο Γκονσάλβες (João Gonsalves) Ζάρκο και Τριστάο Μπας Τεϊζέϊρα (Tristão Bas Teizeira) περιέπλεαν την Αφρικανική ακτή, αλλά τα πλοία παρασύρθηκαν από την τρικυμία δυτικότερα από τα Κανάρια νησιά και έφτασαν σ'ένα ακατοίκητο νησί, που εντούτοις το ανέφεραν παλαιότεροι ιταλικοί χάρτες, το οποίο αποίκησαν και ονόμασαν Πόρτου Σάντου (Porto Santo). Το καλοκαίρι του 1420 ο Ζάρκο με δύο πλοία πήγε πάλι στο νησί κι όταν οι άποικοι που είχαν εγκατασταθεί εκεί πριν ενάμισι χρόνο του μίλησαν για μια σκοτεινή γραμμή στο δυτικόν ορίζοντα που έμοιαζε να είναι στεριά, κατευθύνθηκε προς τα εκεί και ανακάλυψε ένα μεγάλο κατάφυτο και ακατοίκητο νησί, που το βάφτισε Μαδέϊρα (Madeira = Δασωμένη). Είναι η γνωστή μας Μαδέρα.

Οι Πορτογάλοι αποίκησαν αμέσως και το δεύτερο νησί, η γη του οποίου αποδείχτηκε ευφορότατη και η φύση του μαγευτική. Πολύ σύντομα  η Μαδέρα έγινε πλουτοφόρα πηγή εξαγωγής οικοδομικής ξυλείας και μιας ρητίνης που λεγόταν "αίμα δράκοντος" και ήταν περιζήτητη στην Ευρώπη για την παραγωγή βερνικιών. Οι εξαγωγές όμως αυτές βάσταξαν μόνο ένα χρόνο γιατί το 1421 ξέσπασε πυρκαγιά που κράτησε εφτά ολόκληρα χρόνια και είχε τέτοιαν έκταση ώστε να χρησιμοποιούν οι ναυτικοί τη λάμψη της σα μέσο προσανατολισμού, οι δε άποικοι να αναγκαστούν να καταφύγουν στα πλοία ή στο γειτονικό Πόρτου Σάντου. Η πυρκαγιά αποτέφρωσε ολοκληρωτικά τα δάση του νησιού, αλλά οι άποικοι άρχισαν να καλλιεργούν ζαχαροκάλαμο από την Αφρική και αμπέλια από την Ευρώπη δημιουργώντας νέες πηγές πλουτισμού. Πολύ σύντομα το κρασί της Μαδέρας απόχτησε παγκόσμια φήμη.

         Στο μεταξύ το 1427 άλλη πορτογαλική αποστολή εισχωρώντας ακόμα πιο βαθιά στον Ατλαντικό ανακάλυψε το αρχιπέλαγος των Αζορών, σύμπλεγμα δέκα μικρών και μεγάλων ακατοίκητων νησιών, η εξερεύνηση των οποίων ολοκληρώθηκε μόλις το 1440. Παράλληλα άλλα πορτογαλικά πλοία εξερευνούσαν συστηματικά τις δυτικές ακτές της Αφρικής και την κοντινή τους θάλασσα.

         Τα τρία αυτά νησιωτικά συμπλέγματα έπαιξαν για τους Πορτογάλους κατά κύριο λόγο και για τους Ισπανούς δευτερευόντως, ρόλο ανάλογο με εκείνον που έπαιξε η Μεσόγειος για τους Έλληνες τους Φοίνικες στην αρχαιότητα, για τους Βενετούς και τους Γενοβέζους στο Μεσαίωνα. Τους εξοικείωσαν με τη θάλασσα, τους έμαθαν την τέχνη της ναυσιπλοϊας και αποτέλεσαν πηγή πλούτου με τους γόνιμους  ψαρότοπους και τα εύφορα εδάφη τους.

         Τέλος το 1434 ο θαλασσοπόρος Ζιλ Εάννες (Gill Eannes) πέρασε αβλαβώς το τρομερό ακρωτήριο Μποζαντόρ (Bojador*), για το οποίο επικρατούσαν οι φοβερότερες φήμες.  Το ακρωτήριο αυτό εθεωρείτο το όριο του κατοικήσιμου τμήματος της Γης, νοτιότερα  από το οποίο άρχιζε η απροσπέλαστη Διακεκαυμένη Ζώνη, το όνομα της οποίας το έπαιρναν τοις μετρητοίς.

         Ο Ερρίκος ο Θαλασσοπόρος και το επιτελείο του­

         Οι πορτογαλικές επιτυχίες των αρχών του 15ου αιώνα τόσο κατά μήκος της αφρικανικής ακτής όσο και στον Ατλαντικό δεν ήταν τυχαία φαινόμενα. Ήταν αποτελέσματα μακρόχρονης επιστημονικής μελέτης και σχεδιασμού και της επιμονής, της οργανωτικής ικανότητας και της θέλησης ενός εξαιρετικού ανθρώπου, του τριτότοκου γιου του βασιλιά της Πορτογαλίας, του ινφάντη Ερρίκου (Enrique) του επιλεγόμενου Θαλασσοπόρου.

         Ο Ερρίκος ήταν άνθρωπος προικισμένος με μεγάλες αρετές και ικανότητες και ευτύχισε να έχει μητέρα μιαν αξιόλογη γυναίκα, η οποία φρόντισε να του δώσει μεγάλη μόρφωση. Πράγματι η αγγλίδα πριγκίπισσα Φιλίππα ήταν όχι μόνο όμορφη αλλά πολύ έξυπνη και, πράγμα σπάνιο για τον καιρό της, εξαιρετικά μορφωμένη και μετέδωσε και στους τρεις γιους της την έφεση για μελέτη και τη δίψα για γνώσεις. Ο πρώτος ο Εδουάρδος (Duarte), που έγινε βασιλιάς, ήταν συγγραφέας αξιόλογων βιβλίων, ο δεύτερος, ο Πέτρος (Pedro) ήταν διάσημος ουμανιστής και  διακρίθηκε ως πολύ καλός ποιητής και ο τρίτος ο Ερρίκος στράφηκε προς τα μαθηματικά και την αστρονομία και δοξάστηκε περισσότερο από τους αδελφούς του.

Αφού νεότατος πήρε μέρος στην εκστρατεία του πατέρα του στο Μαρόκο, όπου διακρίθηκε, αφιερώθηκε στην οργάνωση των θαλάσσιων εξερευνήσεων. Το 1416 εγκαταστάθηκε σε μια βραχώδη ακτή, κοντά στην πόλη Σάνγκρες (Sangres), ανατολικότερα από το ακρωτήριο του Αγίου Βικεντίου, του νοτιοδυτικότερου άκρου της Ευρώπης, όπου ίδρυσε ένα είδος σχολής αστρονομίας, γεωγραφίας και ναυσιπλοϊας, που τη συμπλήρωναν αστεροσκοπείο, μετεωρολογικός σταθμός και μικρό ναυπηγείο.

         Πολύ σύντομα στο Σάνγκρες συγκεντρώθηκαν οι καλύτεροι μαθηματικοί, αστρονόμοι, γεωγράφοι και χαρτογράφοι της Ευρώπης. Με πρωτοβουλία του Ερρίκου ιδρύθηκε η Ένωση των Μαθηματικών (Junta dos Mathematicos), που σύντομα έγινε το εγκυρότερο, στον τομέα του, επιστημονικό σώμα της Ευρώπης. Παράλληλα με τους επιστήμονες ο Ερρίκος δεχόταν στην έδρα του με την ίδια ευμένεια και κάθε είδους  τολμηρούς ναυτικούς ή ριψοκίνδυνους τυχοδιώκτες.

         Οι στόχοι του Ερρίκου ήταν επιστημονικοί, οικονομικοί και εμπορικοί και για να είμαστε δίκαιοι οι δύο τελευταίοι είχαν την προτεραιότητα. Πάντως η επιδίωξή τους έγινε με επιστημονική μεθοδικότητα. Ο Ερρίκος ήθελε κατά σειράν: να υπερφαλαγγίσει τους Μαυριτανούς*, να ανοίξει το δρόμο για το χρυσοφόρο Σουδάν**, να εξασφαλίσει τρόπον επαφής με το θρυλικό πλην απροσπέλαsτο και άγνωστης τοποθεσίας χριστιανικό «βασίλειο του πατρός Ιωάννη»***  και τέλος να βρει κάποιο δρόμο για τις Ινδίες που να μη μπορούν να θίξουν οι Βενετοί και οι Γενοβέζοι.

         Οι εξερευνήσεις οργανώθηκαν πάνω στη γενική αυτή γραμμή. Στην αρχή ο ρυθμός τους ήταν πολύ αργός, γιατί παρά τις προτροπές του Ερρίκου του Θαλασσοπόρου (ο οποίος παρά το παρωνύμιο του σπανίως ανοιγόταν στη θάλασσα), οι Πορτογάλοι ναυτικοί δίσταζαν να εισχωρήσουν στις άγνωστες θάλασσες και ο λαός δυσανασχετούσε για τους κινδύνους στους οποίους έμπαιναν με τα ταξίδια αυτά τα παιδιά του. Χρειάστηκαν  δεκαοκτώ χρόνια για να φτάσουν ως το τρομερό ακρωτήριο Μποζαντόρ και για να πεισθεί να προχωρήσει πιο πέρα από αυτό ο Ζιλ Εάννες έγινε αναγκαίο να ασκήσει πάνω του, ο συνήθως πράος Ερρίκος, ισχυρές πιέσεις, ενισχυμένες με κατάλληλες απειλές.

         Εφτά χρόνια μετά το αναγκαστικό κατόρθωμα του Εάννες οι Νούνιο  Τριστάο (Nunho Tristao) και Αντάο Γκονσάλβες (Andao Gonsalves), έφτασαν στο θεωρούμενο νότιο όριο της Σαχάρας, το Λευκό ακρωτήριο και τον ίδιο χρόνο ιδρύθηκε στον κόλπο του Αργκίμ ο πρώτος πορτογαλικός εμπορικός σταθμός που κύρια δραστηριότητα του ήταν η συγκέντρωση, συνήθως με ανταλλαγές από τους φυλάρχους των παραθαλάσσιων περιοχών, χρυσόσκονης και δούλων και η αποστολή τους στη Λισσαβόνα. Πολύ σύντομα το εμπόριο αυτό αποδείχτηκε πολύ κερδοφόρο και άρχισε να οργανώνεται πραγματικό κυνήγι των μαύρων δούλων, όταν η προσφορά των φυλάρχων  δεν επαρκούσε. Ο Ερρίκος, άνθρωπος ευσεβής και ελεήμων, αποδοκίμαζε το δουλεμπόριο και επισήμως το αγνοούσε, μολονότι οι δούλοι πουλιόντουσαν φανερά στη δουλαγορά της Λισσαβόνας. Πάντως δεν έκανε τίποτα για να το σταματήσει.

         Το 1447 οι Πορτογάλοι προχωρώντας νοτιότερα έφτασαν σε ακτές κατάφυτες και πυκνοκατοικημένες κι αυτό τους φάνηκε τόσο απροσδόκητο, ώστε ονόμασαν το τρίτο σημαντικό ακρωτήριο που συνάντησαν Πράσινο (Cabo Verde). Για αρκετά χρόνια δεν προχώρησαν πιο κάτω.

         Είχαν ήδη περάσει τριάντα χρόνια από τότε που ο Ερρίκος ίδρυσε το ναυτικό κέντρο του Σάνγκρες και χρειαζόταν οπωσδήποτε να αξιολογηθούν και να αξιοποιηθούν τα αποτελέσματα των εξερευνήσεων. Ο απολογισμός ήταν πλούσιος. Εξοπλίστηκαν και στάλθηκαν σε αποστολές 51 πλοία. Εξερευνήθηκαν οι δυτικές ακτές της Αφρικής σε μήκος σχεδόν 1000 λευγών, από τις οποίες οι 450 ήταν νοτίως του ακρωτήρίου Μποζαδόρ. Ανακαλύφθηκαν και εποικίστηκαν τα νησιά Πόρτου Σάντου, Μαδέρα και Αζόρες και τόσο το Σάνγκρες όσο και η Λισαβώνα έγιναν στα μέσα του 15ου αιώνα τα σπουδαιότερα ναυτικά κέντρα του κόσμου.

         Στα επόμενα δεκαέξι χρόνια ως το θάνατο του Ερρίκου το 1460 οι Πορτογάλοι προχώρησαν μονάχα ως τις 10 μοίρες βορείου πλάτους, αλλά εξερεύνησαν λεπτομερέστερα και χαρτογράφησαν τις ακτές και τα νησιά που είχαν ήδη ανακαλυφθεί. Ο εμπορικός σταθμός του Αργκίμ εξελίχτηκε το 1448 σε κανονική αποικία, με λιμάνι, φρούριο και την απαραίτητη φυλακή - αποθήκη για τους δούλους. Το 1448 επίσης ο Αντρέα Μπιάνκο (Andrea Bianco) εξερεύνησε επιμελώς τις ακτές από το Πράσινο ακρωτήριο ως τις εκβολές των δυο μεγάλων ποταμών της Δυτικής Αφρικής, του Σενεγάλη και του Γαμβία, το κάτω τμήμα των οποίων ανέπλευσε το 1455-56 ο Ντιέγκο Γκομέζ (Diego Gomez). Την ίδια χρονιά ένας ριψοκίνδυνος Βενετός, ο Αλβίζε Κα ντα Μόστο (Alvise Ca da Mosto), που ναυάγησε κοντά στο Σάνγκρες και μπήκε στην υπηρεσία του Ερρίκου, εξερεύνησε τα νησιά που βρίσκονται στα ανοιχτά του Πράσινου ακρωτηρίου, καθώς και τις εκατέρωθεν του ακτές  εισχωρώντας αρκετά βαθιά στην αφρικανική ήπειρο.

         Τελικά οι στόχοι του Ερρίκου επιτεύχθηκαν στο σύνολό τους, έστω κι αν στοίχισαν αστρονομικά για την εποχή ποσά, τόσο στον ίδιο όσο και στο βασιλικό θησαυροφυλάκιο, χωρίς να υπολογιστούν τα τεράστια χρέη που έμειναν εκκρεμή. Βέβαια ο ίδιος δεν έζησε να χαρεί τους καρπούς των προσπαθειών του. Πέθανε σε ηλικία 67 ετών στο Σάνγκρες το 1460, την επομένη της παραλαβής ενός καινούργιου παγκόσμιου χάρτη που σχεδίασε γι αυτόν ο βενετός βενεδικτίνος Φρα Μάουρο (Fra Mauro).

         Ο περίπλους της Αφρικής και ο δρόμος προς τις Ινδίες­

         Μετά το θάνατο του πρίγκιπα οι εξερευνήσεις συνεχίστηκαν με βραδύτερο ρυθμό. Δεν ήταν μόνο που έλειψε ο εμψυχωτής τους, ήταν και ο δισταγμός των ναυτικών να προχωρήσουν τόσο νότια, κάτω από άγνωστους ουρανούς, όπου οι οικείοι αστερισμοί και το προσφιλές πολικό αστέρι μόλις φαίνονταν χαμηλά στον βορινό ορίζοντα.

         Πάντως το 1461 ο Πέντρο ντε Σίντρα (Pedro de Sintra) έφτασε στη σημερινή Λιβερία και στη Σιέρρα Λεόνε και το 1469 ο βασιλιάς παραχώρησε στον Φερνάο Γκομέζ (Fernão Gomez) για πέντε χρόνια την εμπορική εκμετάλλευση των ακτών πέρα από τη Σιέρρα Λεόνε με αντάλλαγμα την πληρωμή 500 δουκάτων και την εξερεύνηση 100 λευγών ακτών κάθε χρόνο.

         Διαπιστώθηκε πως μετά το ακρωτήριο Πάλμας η ακτογραμμή έπαυε να κατευθύνεται προς νότο και πήρε κατεύθυνση προς ανατολάς. Αυτό προκάλεσε μεγάλον ενθουσιασμό γιατί όλοι πίστεψαν πως στο τέλος των ακτών βρισκόταν η θάλασσα των Ινδιών. Γρήγορα όμως απογοητεύτηκαν όλοι, όταν ο Φερνάντο Πό (Fernando Po) φθάνοντας στο μυχό του κόλπου της Γουινέας, όπου ανακάλυψε και το ομώνυμο του νησί (ενδεχομένως το ίδιο που είχε επισκεφθεί πριν από χίλια οκτακόσια χρόνια ο Άννων ο Καρχηδόνιος), διαπίστωσε πως η ακτή συνεχιζόταν προς νότο και πάλι. Παρά την απογοήτευση οι Πορτογάλοι συνέχισαν την εξερεύνηση κατευθυνόμενοι προς τον ισημερινό.

         Οι εξερευνήσεις σταμάτησαν και πάλι ως το 1481. Στο μεταξύ τον Αλφόνσο που πέθανε διαδέχτηκε ο ενεργητικός Ιωάννης Β' που παράλληλα με τη συνέχιση των εξερευνήσεων στην Αφρική αποπειράθηκε να εξερευνήσει σε συνεργασία με Άγγλους τον βόρειο Ατλαντικό, όπως είχε κάνει και ο προκάτοχός του σε συνεργασία με τους Δανούς, χωρίς όμως εντυπωσιακά αποτελέσματα*. Το 1482 χτίστηκε στον κόλπο της Γουινέας το οχυρό Σαο Ζόρζε ντα Μίνα (São Jorge da Mina) κι αμέσως μετά ο Ντιέγκο Κάο (Diego Cao) στάλθηκε να εξερευνήσει τις ακτές πέρα από τον ισημερινό.

         Ο Κάο έστησε τα παντράν** του στις εκβολές του ποταμού Ζαϊρ και σε άλλα δυο σημεία νοτιότερα, στις ακτές της Αγγόλας και της Ναμίμπιας, φτάνοντας ως τον Τροπικό του Αιγόκερου. Στο ταξίδι του αυτό ο Κάο ήρθε σε επαφή με τα σχετικώς πολιτισμένα κράτη του Κογκό και της Αγγόλας, που πολύ σύντομα συνάψαν στενές σχέσεις με την Πορτογαλία***.

         Τον Ιούλιο του 1487 ξεκίνησε από τη Λισσαβώνα νέα αποστολή από δύο πλοία με αρχηγό τον Βαρθολομαίο Ντιάς (Bartholomeo Dias) και σκοπό την ανακάλυψη του δρόμου για τις Ινδίες. Η αποστολή του Ντιάς ακολούθησε τα δρομολόγια των προηγουμένων ως το σημείο όπου ο Ντιέγκο Κάο είχε στήσει το τελευταίο παντράν του και συνεχίζοντας ο Ντιάς έστησε το δικό του στον κόλπο της Αγίας Ελένης. Εκεί όμως ξαφνική τρικυμία που παρέσυρε τα πλοία πολύ νότια στην ανοιχτή  θάλασσα και επί δεκατρείς ημέρες περιπλανήθηκαν στην άγνωστη αγριεμένη θάλασσα, παρατηρώντας με κατάπληξη να πέφτει πολύ η θερμοκρασία. Τελικά μπόρεσαν να στραφούν προς βορρά και να φτάσουν στην αφρικανική ακτή, η οποία, όπως διαπίστωσε με ικανοποίηση ο Ντιάς, είχε κατεύθυνση προς την ανατολή. Προσορμίστηκαν στο σημερινό Φλες Μπαίϋ, όπου άρπαξαν μερικά βόδια από τους νέγρους βοσκούς τους, που έφυγαν τρομαγμένοι μπροστά τους και συνέχισαν την πορεία τους.

         Τα πληρώματά όμως, που είχαν ταλαιπωρηθεί αφάνταστα από το μακρύτερο ταξίδι που επιχείρησαν ποτέ Ευρωπαίοι ναυτικοί, έδειξαν σημεία ανυπακοής. Ο Ντιάς τους έπεισε να συνεχίσουν, αλλά ύστερα από μeρικών ημερών πορεία αναγκάστηκε να σταματήσει. Έστησε το τελευταίο παντράν του στο Ρίο ντο Ινφάντε, το σημερινό ποταμό Γκρέητ Φις και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Σε λίγο αντίκρισαν τη νοτιότατη άκρη της Αφρικής που ο Ντιάς βάφτισε Τρικυμιώδες ακρωτήριο (Cabo Tormentoso) και ακολουθώντας την ακτή γύρισαν στην Πορτογαλία.

         Η επιστροφή του Βαρθολομαίου Ντιάς στη Λισσαβόνα το Δεκέμβριο του 1488, ύστερα από δεκαοχτώ μήνες, χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό από το βασιλιά Ιωάννη Β' και το επιτελείο του Σάνγκρες. Παρά το γεγονός ότι ο Ντιάς δεν έφτασε στις Ινδίες και γυρνώντας δεν έφερε ούτε χρυσάφι ούτε δούλους, η αποστολή του θεωρήθηκε επιτυχημένη, γιατί απέδειξε ότι η Αφρική δε συνεχιζόταν προς νότον απεριόριστα και πως ο Ινδικός ωκεανός δεν ήταν κλειστή θάλασσα. Ο χάρτης του Πτολεμαίου αποδείχτηκε λανθασμένος.

         Ο βασιλιάς μετονόμασε το Τρικυμιώδες ακρωτήριο σε Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, δείχνοντας έτσι την πίστη του πως ο δρόμος για τις Ινδίες άνοιξε. Λίγες μέρες αργότερα θα απορρίψει, για δεύτερη φορά, σαν ανεφάρμοστη την πρόταση κάποιου ευφάνταστου και φιλόδοξου γενοβέζου, ονόματι Χριστόφορου Κολόμβου, για συντομότερο δρόμο προς τις Ινδίες με κατευθείαν πορεία προς τα δυτικά.

         Ο βασιλιάς Ιωάννης διακρινόταν για τη μεθοδικότητα και το ρεαλισμό του. Ενώ η αποστολή του Ντιάς βρισκόταν ακόμα στην αρχή του μεγάλου ταξιδιού της, αυτός αποφάσισε να μάθει και με άλλον τρόπο αν ο Ινδικός ωκεανός επικοινωνούσε με τον Ατλαντικό.  Έστειλε δυο τολμηρούς και αφοσιωμένους σ' αυτόν εξερευνητές στην Ανατολή για να μάθουν σχετικά, λειτουργώντας στην πραγματικότητα σαν κατάσκοποι.

         Ο Πέντρο ντε Κοβιλιάο (Pedro de Covilhão) και ο Αλφόνσο ντε Πάιβα (Alfonso de Paiva), που μιλούσαν και γράφανε στην εντέλεια τα αραβικά, έφυγαν τον Οκτώβριο του 1487 μέσω Βαρκελώνης για τη Ρόδο και από κει πήγαν στο Κάιρο μεταμφιεσμένοι σε Άραβες εμπόρους μελιού. Είχαν μαζί τους αρκετά χρήματα, ταξιδιωτικές άδειες χαραγμένες σε ορειχάλκινες πλάκες σε όλες τις γλώσσες της περιοχής και επιστολές προς τους ηγεμόνες με τους οποίους υποτίθεται πως θα έρχονταν σε επαφή. Οι οδηγίες που είχαν ήταν σαφείς: να εξακριβώσουν αν ήταν δυνατή η δια θαλάσσης μετάβαση από την Πορτογαλία στις Ινδίες, να έρθουν σε επαφή με τον θρυλικό βασιλιά "πατέρα Ιωάννη" και να μάθουν από ποιές χώρες οι Βενετοί κι οι Γενοβέζοι προμηθεύονταν τα εμπορεύματά τους.

         Οι δυο ανιχνευτές φτάνοντας στο Κάιρο προσκολλήθηκαν σ' ένα καραβάνι αράβων εμπόρων, διασχίσαν την Ερυθρά θάλασσα και έφτασαν στο Άντεν όπου αποφάσισαν να ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους. Ο Πάιβα πέρασε απέναντι στην Αφρικανική ακτή αναζητώντας τον "πατέρα Ιωάννη" και το βασίλειό του. Δεν έφτασε ποτέ εκεί, γιατί στο δρόμο αρρώστησε και πέθανε. Ο Κοβιλιάο πήγε με αραβικό πλοίο στις Ινδίες και επισκέφθηκε πολλά λιμάνια της, Κανανόρ, Γκόα, Καλικούτ και άλλα. Όταν συγκέντρωσε όσες πληροφορίες ήθελε σχετικά με το εμπόριο των μπαχαρικών και των πολύτιμων λίθων έφυγε με ινδικό πλοίο από την Καλικούτ για την Κίλβα της Ανατολικής Αφρικής. Στην Αφρική ο Κοβιλιάο έμεινε πολύν καιρό και ταξίδεψε κατά μήκος των ακτών της φτάνοντας ως τη Σοφάλα, όπου από συζητήσεις που είχε με ντόπιους και ξένους ναυτικούς έμαθε πως η Αφρική δε συνεχιζόταν προς νότο αλλά πως ο ανατολικός και ο δυτικός ωκεανός επικοινωνούσαν. Ο Κοβιλιάο επισκέφθηκε τη Ζανζιβάρη και ίσως και τη Μαδαγασκάρη. Οι πληροφορίες για το τμήμα αυτό του ταξιδιού του είναι περιορισμένες και σκοτεινές. Το γεγονός είναι ότι από τη Σοφάλα γύρισε στο Κάϊρο όπου έμαθε το θάνατο του συντρόφου του.

         Στο Κάϊρο περίμεναν τον Κοβιλιάο δυο Πορτογάλοι Εβραίοι, ο ραββίνος Αβραάμ κι ο παπουτσής Ιωσήφ, απεσταλμενοι του Ιωάννη Β', που του έδωσαν γράμμα του βασιλιά με νέες οδηγίες. Έπρεπε να βρει τρόπο να φτάσει στο βασίλειο του "πατρός Ιωάννη". Ο πειθαρχικός Κοβιλιάο έδωσε στον Αβραάμ (που θα γύριζε πίσω) πλήρη έκθεση για τα αποτελέσματα των ερευνών του ως αυτή τη στιγμή και ξεκίνησε αναζητώντας το χριστιανικό βασίλειο. Ύστερα από πολλές περιπέτειες έφτασε τελικά στην Αιθιοπία, που οι άραβες ονομάζαν Αβησσυνία και παρουσιάστηκε στον ηγεμόνα Εσκόντερ ή Ισκάντερ (Αλέξανδρο). Ο βασιλιάς τον υποδέχτηκε πολύ καλά κι όταν τον γνώρισε περισσότερο του δήλωσε πως δε θα ήθελε να τον δει να φεύγει ξανά. Ο Κοβιλιάο δέχτηκε τη μοίρα του, εγκαταστάθηκε εκεί, παντρεύτηκε με μια ντόπια γυναίκα και έζησε ως τα βαθιά γεράματα πλούσιος και ευτυχής, κατά τη μαρτυρία ενός Πορτογάλου, που επισκέφθηκε την Αιθιοπία πολλά χρόνια αργότερα.

 

 

 



*  Υπολογίζεται πως η Eυρώπη είχε στις αρχές του 14ου αιώνα 73  εκατομμύρια κατοίκους, αλλά η τρομερή επιδημία του "Μαύρου Θανάτου"  (βουβωνική πανώλης), εξόντωσε σχεδόν τους μισούς. Έτσι στις αρχές του 15ου αιώνα ο πληθυσμός της Ευρώπης ήταν μόλις 45 εκατομμύρια και  εκατό χρόνια μετά ανέβηκε στα 55 εκατομμύρια. Η Ασία την ίδιαν εποχή είχε περίπου 250 εκατομμύρια κατοίκους, η Αφρική 60, οι δύο Αμερικές 35 και η Αυστραλία με την Ωκεανία 1-2 εκατομμύρια.

* Το διαιτολόγιο των Ευρωπαίων φεουδαρχών στηριζόταν σχεδόν  αποκλειστικά στο κρέας, με αποτέλεσμα να προκαλεί δυσπεψίες και χρόνια δυσκοιλιότητα, που οι τότε γιατροί αντιμετώπιζαν με αλλόκοτα  και μάλλον αηδιαστικά μέσα, όπως το "αιώνιον καταπότιον" (μικρή σφαίρα από αντιμόνιο, που όταν την κατάπιναν αντιδρούσε με τα υγρά του στομάχου και ενεργούσε σαν δραστικό καθαρκτικό και φυσικά μπορούσε να χρησιμοποιείται επ'άπειρον, ανακτώμενη από τα περιττώματα) και το "εμετικόν κύπελλον" (κρατήρας από αντιμόνιο επίσης, που όταν τον γέμιζαν κρασί σχημάτιζε μαζί του την «εμετική τρύγα», δηλαδή τρυγικό καλιοαντιμονύλιο, δραστικό εμετικό και καθαρκτικό μέσο).

 

* Στα μέσα του 15ου αιώνα ένα μικρό βαρελάκι πιπέρι στη Βενετία πουλιόταν σε δεκαπλάσια τιμή από την τιμή αγοράς του στα λιμάνια του Ινδικού και κυριολεκτικά στοίχιζε μια περιουσία.

* Μποζαντόρ στα πορτογαλλικά, Μποχαδόρ στα ισπανικά, το ακρωτήριο Σολόεις των αρχαίων

* Μαυριτανούς (Moros), ονόμαζαν οι Ισπανοί και Πορτογάλοι και κατ' ακολουθίαν οι λοιποί Ευρωπαίοι, τους λευκούς το χρώμα, μουσουλμάνους το θρήσκευμα και άραβες ή βέρβερους τη γλώσσα, κάτοικους της Βόρειας Αφρικής, οι οποίοι είχαν παλαιότερα κατακτήσει την Ιβηρική χερσόνησο.

** η ονομασία προέρχεται από το αραβικό Νταρ ες Σουντάν (Χώρα των  Μαύρων) και αφορά ολόκληρη την περιοχή της Αφρικής νοτίως της  Σαχάρας και του πρώτου καταρράκτη του Νείλου και βορείως της  Γουινέας και της Αιθιοπίας. Δεν πρέπει να συγχέεται με τη σημερινή Δημοκρατία του Σουδάν, που καταλαμβάνει τμήμα μόνο του ανατολικού Σουδάν.

*** μυθικό χριστιανικό βασίλειο στα βάθη της Αφρικής ή στα  νοτιοδυτικά της Ασίας, που το κυβερνούσε κάποιος ιερέας-βασιλιάς ονόματι Ιωάννης και που η αναζήτησή του φλόγιζε τη φαντασία των μεσαιωνικών Ευρωπαίων. Στο σχετικό θρύλο υπάρχει σοβαρός ιστορικός πυρήνας. Κατά το Μεσαίωνα περισώθηκαν στη Νουβία, στη  νότια κοιλάδα του Νείλου και στην Αιθιοπία διάφορα χριστιανικά κράτη, τα οποία κατά την ατυχή σταυροφορία του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου Θ' (του Αγίου) στη Δαμιέτη, εισβάλλανε στην Αίγυπτο για αντιπερισπασμό. Ύστερ' απ' αυτό οι σουλτάνοι της Αιγύπτου ξεκαθάρισαν τα μετόπισθεν τους κατακτώντας τη Νουβία κι όλη την κοιλάδα του  Νείλου και περιορίζοντας το χριστιανισμό στα δυσπρόσιτα υψίπεδα της Αιθιοπίας.

 

* Μνημονεύονται προηγουμένως

** Padran πέτρινες στήλες στις οποίες ήταν χαραγμένος ο θυρεός του βασιλιά της Πορτογαλίας και επιγραφή στα λατινικά και πορτογαλικά, η οποία πιστοποιούσε και κατοχύρωνε την κυριαρχία της Πορτογαλίας στα εδάφη όπου στηνόταν το παντράν.

*** Ήταν τα πρώτα αφρικανικά κράτη με τα οποία ήρθαν σε άμεση επαφή οι Πορτογάλοι. Τα πολύ πιο πολιτισμένα και ισχυρά κράτη του Σουδάν και της Γουινέας βρίσκονταν στο εσωτερικό και ανάμεσα στην επικράτεια τους και στην ακτή μεσολαβούσαν πυκνά δάση όπου κατοικούσαν απολίτιστες φυλές, με τις οποίες ήρθαν σε επαφή οι Πορτογάλοι.

 




Σελίδες Δημ. Σαραντάκου