Περί του μπομπαρνταμέντου

(και για την ευγενική τέχνη να το υφίστασαι)

 

 

Οι πόλεις θυμούνται τις μπόμπες.

 

(μιλάω βέβαια για τις παλιές πολιτείες, αυτές με τις όμορφες ρυτίδες, γιατί οι άλλες καταστρέφονται και μεταμορφώνονται με πιο σιωπηλούς τρόπους και δε θυμούνται τίποτα — ή τόσο λίγο)

 

Γεννήθηκα σε μια πόλη όπου είχαν περάσει, πριν λίγα χρόνια, οι μπόμπες. Μπόμπες διαφόρων εθνικοτήτων: η πόλη μου είχε δεχτεί αμερόληπτα ιταλικές, γερμανικές, αγγλικές, αμερικάνικες. Πρέπει ίσως να διευκρινίσουμε ότι οι ιταλικές μπόμπες σημάδευαν ελληνικούς στόχους, οι γερμανικές ιταλικούς και οι αγγλοαμερικάνικες γερμανικούς. Παρά την ακρίβεια τούτων των ορισμών της πολεμικής στρατηγικής, όλες εκείνες οι μπόμπες έπεσαν στην πόλη μου — στο κεφάλι μας.

 

Οι συνέπειες στη ζωή μου ήταν πολλές. Για παράδειγμα, όταν ήρθε η ώρα να βαφτιστώ, η εκκλησία της ενορίας μου, ο Άι-Λευτέρης, φτιάχνονταν ακόμα (τον είχαν κάψει οι γερμανικές μπόμπες): γι’ αυτό βαφτίστηκα στη Μαντρακίνα, πάνω απ’ την Κοντραφόσα. Μου έλεγαν: “εδώ ήταν η αποθήκη του παππού” — αλλά εκεί δεν ήταν τίποτα (ιταλικές μπόμπες). Και πάει λέγοντας. Έβλεπες παντού χαλάσματα — μερικά τα βλέπεις ακόμα και σήμερα. Όπως το μοναχικό καμπαναριό της Ανουντσιάδας, χωρίς την εκκλησία του πια (σε κείνη την εκκλησιά είχαν θάψει τους νεκρούς μας από τη ναυμαχία του Λέπαντο — ή της Ναυπάκτου αν προτιμάτε. Λένε πως ο μπομπαρδισμός ξύπνησε τους τάφους μετά από 350 χρόνια, πως είδαν μέσα στη νύχτα τυμβωρύχους να φεύγουν κρατόντας κομμάτια απ’ τους θώρακες των πεθαμένων αρχόντων...). Απ’ την “Ιόνιο Ακαδημία” (που οι προηγούμενες γενιές την ήξεραν με το όνομα “Βιβλιοθήκη”) είχαν απομείνει μόνο οι εξωτερικοί τοίχοι: τα καλοκαιριάτικα βράδια μάς άρεσε να βλέπουμε το φεγγάρι μέσα από τα μεγάλα, άδεια παράθυρα. Τούτο το χτίριο το φτιάξανε τώρα, τα τελευταία χρόνια, όπως και την εκκλησία των Αγίων Πατέρων. Και τι να πούμε για το Δημοτικό Θέατρο, τον καημό όλων των παλιών (“κόπια της Σκάλας του Μιλάνου”, λένε με νοσταλγία και περηφάνεια), που τη φωτογραφία του μπορείς να τη δεις σχεδόν σε όλα τα κερκυραϊκά σπίτια;

 

Στο σπίτι που έμεναν τότε, στην Οβριακή, ο πατέρας μου είχε δικό του δωμάτιο: το πατάρι. Είχε ζωγραφίσει στον τοίχο ένα γεωμετρικό διακοσμητικό μοτίβο. Κάποια μέρα, γυρνόντας απ’ το χωριό (το σπίτι είχε γκρεμιστεί ολότελα, το διπλανό όμως έστεκε ακόμα), ένιωσε την παράξενη συγκίνηση να δει τη ζωγραφιά του να στέκει ολομόναχη σ’ ένα γυμνό τοίχο μερικές δεκάδες μέτρα πάνω απ’ το κεφάλι του: τελευταία ανάμνηση από ένα σπιτικό. Αργότερα, σα να μην του έφτανε που μ’ έφερε στον κόσμο (όπως λέγεται), θεώρησε καλό να στοιχειώσει την παιδική μου ηλικία με άπειρες αφηγήσεις. Μπορώ λοιπόν να γράψω το χρονικό των μπομπαρδισμών όπως το ξέρω από “ζωντανή μνήμη”, χωρίς να κοιτάω σε βιβλία για επαληθεύσεις. Αδιαφορόντας για πιθανές ανακρίβειες, να πω την αλήθεια και το ψέμα όσων έζησε ο πατέρας μου.

 

Οι ιταλικοί μπομπαρδισμοί ήταν οι λιγότερο καταστροφικοί. Λένε πως οι ιταλοί ήταν φοβιτσιάρηδες κι έβρισκαν βολικότερο να αδειάζουν το φορτίο τους στη θάλασσα παρά να πλησιάζουν τα αντιεροπορικά πυρά. Άλλοι πάλι λένε πως δεν τους βάσταγε η καρδιά να μπομπαρδίσουν την πόλη (είναι γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκαν πολλοί ιταλοκερκυραίοι πιλότοι). Διαλέγετε και παίρνετε, σε κάθε περίπτωση πάντως οι περισσότερες μπόμπες έπεφταν στη θάλασσα και φτύνηνε το ψάρι... Επιπλέον, χτυπούσαν κάθε μέρα σε σταθερές ώρες που τις είχε μάθει ο κόσμος — κι ήξερε πότε να κάνει τις δουλειές του και πότε να τρέξει στις μίνες και τα καταφύγια. Τα θύματα ήταν λοιπόν σχετικά λίγα, για τόσους μήνες μπομπαρδισμού — με δύο εξαιρέσεις. Η δεύτερη ήταν την παραμονή των Χριστουγέννων του 1940, όταν μια αεροτορπίλη τρύπησε όλα τα πατώματα ενός σπιτιού για να σκάσει στο υπόγειο, όπου έκαναν χορό κι ήταν όλο νέοι άνθρωποι: τους έβγαλαν με το κουταλάκι.

 

Η πρώτη ήταν η χειρότερη κι ήταν η πρώτη μέρα των μπομπαρδισμών. Τα ιταλικά αεροπλάνα είχαν, λέει, ελληνικά σήματα, τ’ αντιεροπορικά γελάστηκαν και τ’ αεροπλάνα μπόρεσαν να κατεβούν χαμηλά (αναρωτήθηκα πολλές φορές αν αυτό ήταν αλήθεια — πάντως η δασκάλα στο σκολειό έλεγε την ίδια ιστορία). Ήταν οι πρώτες μέρες του πολέμου και του μεγάλου πατριωτικού ενθουσιασμού. Ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους, στην Πλατεία, ζητωκραύγαζαν, χειροκροτούσαν, “κάτι λάμπει, κάτι λάμπει, πετούν προκηρύξεις”...  ...μετά περνούσαν τα κάρα και μάζευαν τους σκοτωμένους. Στον πατέρα μου έκανε εντύπωση ένα παιδί δέκα ή δώδεκα χρονώ, ψηλό και λιγνό, με μακριά καμπαρντίνα, πάνω-πάνω στο σωρό κάποιου κάρου. Τα χέρια του είχαν μείνει στις τσέπες της καμπαρντίνας και το στόμα του ανοιχτό. Θυμόντανε πάντα αυτή την εικόνα (κι είναι σα να την έχω δει κι εγώ). Το ίδιο βράδυ, ο πατέρας μου (ήτανε δεκαπέντε χρονώ) έπαθε μια κρίση: άρχισε ξαφνικά να σκούζει και να βρίζει, χτυπόντας όποιον έβρισκε μπροστά του. Χρειάστηκαν τρεις ή τέσσερις άντρες για να τον κάνουν καλά. Μετά έπεσε σε κώμα και κοιμόντανε για ώρες: ξύπνησε χωρίς να θυμάται τίποτα. Πιστεύω πως χάρι σ’ αυτό το ξέσπασμα (δεν του ξανάτυχε ποτέ κάτι τέτοιο), μπορούσε να δηγιέται ήρεμα, χρόνια μετά, τους σκοτωμούς που είχε δει.

 

Το ’43 ήταν η σειρά των γερμανών. Μετά την πτώση του Μουσολίνι και το κίνημα του Μπαντόλιο, η ιταλική φρουρά της Κέρκυρας έδεσε τους δοικητές της και πέρασε στην πλευρά των Συμμάχων. Οι γερμανοί θέλησαν να τους χτυπήσουν, έκαναν απόβαση, κάπου προς τη Λευκίμη, μα νικήθηκαν αφήνοντας πίσω τους πολλούς αιχμαλώτους. Τους έφεραν στη χώρα κι έκαναν παρέλαση, ο κόσμος φώναζε “viva” και “ζήτω”, βγήκαν σημαίες, οι ιταλοί καμάρωναν, οι “καταχτητές” είχαν γίνει δικοί μας και οι πιο αισιόδοξοι έλεγαν: “τέλειωσε ο πόλεμος για μας!”. Όλη αυτή η χαρά βγήκε ξυνή.

 

Οι γερμανοί ήρθαν απ’ τον αέρα (δεν υπήρχε πια ιταλική αεροπορία). Κοπάναγαν την πόλη για ένα μήνα, αλλά αυτός ο ένας μήνας ήταν πολύ χειρότερος από τους έξι μήνες των ιταλικών μπομπαρδισμών μαζεμένους. Η πιο μαύρη μέρα ήταν οι 14 του Σεπτέβρη, όταν έριξαν εμπρηστικές και “κάηκε η Κέρκυρα”. Από τότε, πολλοί κρατάνε νηστεία τη μέρα του Σταυρού. Εκείνο το βράδυ, η οικογένεια του παππού μου έφυγε με τα πόδια για το χωριό, ο πατέρας μου κουβαλούσε στο σβέρκο του το μωρό — στράβωσε ο λαιμός του και περπατούσε μετά σα γύπας. Γύρισε όμως στη χώρα, μόνος του, μετά από λίγες μέρες και ήταν κοντά στο αεροδρόμιο όταν ένα χτυπημένο γερμανικό έριξε κόκκινη φωτοβολίδα — ζητούσε να το αφήσουν να προσγειωθεί. Το άφησαν. Και μόλις βγήκε το πλήρωμα του, δυο ή τρεις άνθρωποι, τους γάζωσαν με τα πολυβόλα (“Έτσι είναι ο πόλεμος... Ακούς για συνθήκες και για ευγένειες... Άμα θέλει, σου χαρίζεται ο άλλος. Άμα δε θέλει...” Και θυμόντανε εκείνους τους κρητικούς, στην Αλβανία, που αναλαμβάνανε να “περιποιηθούν” τους ιταλούς αιχμαλώτους — μια σελίδα του “αλβανικού έπους” που μάλλον δεν έχει γραφτεί στα βιβλία.)  Ήταν κάτω από ένα βόλτο (οι γερμανοί βαρούσαν πια ασταμάτητα, ανελέητα), πλάι σε μια ιταλική περίπολο, για ν’ ακούσει το λοχαγό που προσπαθούσε να δώσει κουράγιο στους φαντάρους του: “fra due ore, gli inglesi saranno qui”. Οι εγγλέζοι έρχονται. Οι γερμανοί σφυροκοπούσαν την πόλη για ένα ολόκληρο μήνα και όλο αυτό το μήνα δε φάνηκε ούτε ένα συμμαχικό αεροπλάνο (“μας ειδοποίησαν ότι ξεκινούν τώρα από τη Μάλτα...”). Ούτε φτερό.

 

Την επόμενη μέρα που οι ιταλοί, αφού εξάντλησαν τα πυρομαχικά και το ηθικό τους, παραδόθηκαν στους γερμανούς, ο ουρανός γέμισε αεροπλάνα. Βρετανικό χιούμορ; Έρχονταν, λέει, για να χτυπήσουν τους γερμανούς. Και μπομπάρδισαν κι αυτοί την πόλη (είναι ωφέλιμο να θυμάσαι τους συμμάχους σου). Οι αγγλοαμερικάνικοι μπομπαρδισμοί ήταν οπωσδήποτε οι πιο μαζικοί — ίσως και οι πιο τυφλοί. Όταν λέμε ότι ο ουρανός γέμιζε αεροπλάνα, το εννοούμε. Πολλοί ξεχνούσαν το φόβο τους και δεν έτρεχαν στα καταφύγια. Έμεναν στα παράθυρα για να θαυμάσουν το θέαμα. Δεκάδες διαφορετικά αεροπλάνα, μακρουλά, χοντρουλά, σα σκάφες, με διπλή ουρά, με διπλή άτρακτο, ένα σωρό πρωτόγνωροι τύποι πετούμενων. Και όλα άδειαζαν μπόμπες.

 

Ίσως τα συμμαχικά επιτελεία να λογάριασαν ότι ήταν πιο συμφερτικό ν’ αφήσουν τους ιταλούς να φθείρουν, όσο μπορούσαν, τους γερμανούς παρά να τους υπερασπίσουν. Εγώ όμως πιστεύω ότι οι στρατηγοί δε συμπαθούν ποτέ ένα στρατό που στασίασε — έστω κι αν στασίασε για να περάσει με τη μεριά τους. Άσε που υπήρχε και η φήμη ότι πολλοί από αυτούς ήταν κουμουνιστές (Κάποτε μπήκε στην ταβέρνα του παππού μου μια ομάδα ιταλών φαντάρων. Ζήτησαν να κλείσουν οι πόρτες και τα παράθυρα και βάλθηκαν να πίνουν και να σιγοτραγουδούν. Κάποιος αναγνώρισε το ρυθμό: ήταν η “Διεθνής”.) Οι ιταλοί στρατιώτες της Κέρκυρας (όπως κι αυτοί της Κεφαλονιάς, όπως κι αυτοί της Πίνδου) καταλήξανε πολύ άσκημα. Λιγοστοί μόνο πρόλαβαν να φύγουν και να κρυφτούν στα χωριά. Οι γερμανοί τούς θεώρησαν προδότες και λιποτάχτες, τους έκλεισαν στα σύρματα και τους ξέχασαν — χωρίς τροφή. Αργότερα, όταν η επιτήρηση χαλάρωσε (οι γερμανοί είχαν άλλο πόνο: να μαζέψουν τους εβραίους), κάποιοι ντόπιοι τούς πήγαιναν ψωμί με κίνδυνο να φάνε καμιά ντουφεκιά (είναι αλήθεια ότι οι αιχμάλωτοι ενίσχυαν το θάρρος τους αντιπροσφέροντας το μόνο που τους είχε απομείνει: είδη ρουχισμού — από μια τέτοια τράμπα, ο πατέρας μου που ’χε μείνει χωρίς παπούτσια απόχτησε ένα ζευγάρι αρβύλες). Όσους γλύτωσαν απ’ την πείνα, τους φόρτωσαν σε καράβια προς τις ακόμα γερμανοκρατούμενες περιοχές της βόρειας Ιταλίας. Ελάχιστα καράβια έφτασαν στον προορισμό τους, τα περισσότερα τα βούλιαξαν τα ίδια εκείνα αεροπλάνα που αργούσαν να σηκωθούν από τη Μάλτα.

 

Κυκλοφόρησαν πολλές ιστορίες για τις μπόμπες. Γι’ αυτόν που έφυγε απ’ το σπίτι του δυο λεφτά πριν την καταστροφή, αλλά και γι’ αυτόν που μπήκε δυο λεφτά πριν έρθει η μπόμπα. “Ήταν γραφτό...”, γραφτό και για τον ένα, γραφτό και για τον άλλο. Για ένα χαζό παιδί που, μόλις έληξε ο συναγερμός, το βρήκαν κουλουριασμένο κάτω απ’ το παράθυρο μ’ ένα πιτέρι βασιλικό στη ράχη: κρατούσε την ανάσα του με κλειστά τα μάτια πιστεύοντας ότι έχει μια άσκαστη μπόμπα στην πλάτη. Για κείνο τον τυχερό άνθρωπο που είδε μια μπόμπα να πέφτει λίγα μέτρα πιο κει και να μη σκάει — πλησίασε, λέει, σταυροκοπήθηκε, γονάτισε και προσκύνησε τη μπόμπα, όπως φιλάνε τα κονίσματα (πολύ θάθελα να ξέρω αν αυτή η φήμη είναι αληθινή, θάθελα νάχω κουβεντιάσει με κείνο τον άνθρωπο). Οι πόλεις θυμούνται τις μπόμπες.

 

Τώρα, έχουν περάσει χρόνια, δε λένε πια μπομπαρδισμοί αλλά “βομβαρδισμοί”, που ακούγεται σα να βουίζουν μελισσούλες και που ταιριάζει ίσως καλύτερα με την εικονική πραγματικότητα της τηλεόρασης και το εξειδικευμένο στρατιωτικοδημοσιογραφικό λεξιλόγιο (το ’91 ο πατέρας μου ήταν άρρωστος κι ένιωθε ξοφλημένος, έτυχε μάλιστα τις ίδιες εκείνες μέρες να βρίσκεται σε σοβαρό κίνδυνο η ζωή ενός παιδιού του: όμως περσότερο απ’ ολ’ αυτά, τον πατέρα μου τον αναστάτωσε ο πόλεμος και οι μπόμπες στη Βαγδάτη).

 

Για όλα αυτά (και για μερικά άλλα ακόμα), εγώ, που δεν είμαι καλός άνθρωπος, δε λυπούμαι όταν πέφτουνε πιλότοι. Εννοώ πιλότοι της πολεμικής αεροπορίας. Ακόμα κι όσοι δεν έχουν μπομπαρδίσει πόλεις προς το παρόν, είναι έτοιμοι να “κάνουν το καθήκον τους” μόλις πάρουν τη σχετική διαταγή. Είναι μάλιστα χειρότεροι από όσους σφάζουν με μαχαίρια, χατζάρες ή κονσερβοκούτια, γιατί οι τελευταίοι βλέπουν τουλάχιστον τα θύματα τους, βουτάνε στο αίμα και νιώθουν κάποια (ζωώδικη έστω) συγκίνηση. Ενώ τούτοι δω, οι πιλότοι, δεν τους χρειάζεται να πλύνουν ούτε τα χέρια τους ούτε τη συνείδηση τους. Και τους δίνουνε και παράσημα.

 

 

 

(Απρίλης 1999 - για τη Σουρντούλιτσα)




Επιστροφή στα Άλλα κείμενα