Η σύγκρουση του Γ. Σουρή με τον Ψυχάρη και τους «μαλλιαρούς» στις αρχές του 20ού αιώνα

 

Στα πρώτα χρόνια του εικοστού αιώνα, ο Γεώργιος Σουρής είχε φτάσει στο απόγειο της δόξας του. Ο Ρωμηός, η εβδομαδιαία εφημερίδα του που γραφόταν όλη έμμετρη, γινόταν ανάρπαστος, η θεατρική μετάφραση των Νεφελών (που μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ) είχε σημειώσει εκπληκτική επιτυχία, και ο ποιητής απολάμβανε επαίνους και θαυμασμό από τους πνευματικούς ανθρώπους και από τον απλό κόσμο. Η λατρεία αυτή έφτασε στην υπερβολή, όταν το 1906 η Βουλή των Ελλήνων πρότεινε τον Σουρή για το Βραβείο Νόμπελ. (Βέβαια, αυτό μας φαίνεται κωμικό σήμερα· ωστόσο, να σημειωθεί ότι κάποιοι από τους βραβευμένους, ονόματα δεν θα πω, της εποχής εκείνης, έχουν επίσης ξεχαστεί).

 

Την εικόνα της ομοψυχίας ήρθε να τη χαλάσει ένας αιρετικός –ο γλωσσολόγος Γιάννης Ψυχάρης, καθηγητής στο Παρίσι, ο άνθρωπος που είχε ταράξει τα νερά του γλωσσικού ζητήματος με το Ταξίδι μου το 1888 και που ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης του δημοτικισμού, του ορμητικού κινήματος που με όργανο το Νουμά χάραζε νέους δρόμους. (Αργότερα, οι δρόμοι τους κάπως χώρισαν· ο Νουμάς κινήθηκε σε προοδευτική και σοσιαλιστική τροχιά, ενώ ο Ψυχάρης πολιτικά ήταν συντηρητικός· ήρθαν σε σύγκρουση, όσο κι αν ο σεβασμός του Νουμά προς τον Ψυχάρη έμεινε. Ωστόσο, τα πρώτα χρόνια –ο Νουμάς πρωτοβγήκε το 1903– η επιρροή του Ψυχάρη ήταν απόλυτη).

 

Στο τεύχος 130, στις 9 Ιανουαρίου του 1905, ο Νουμάς δημοσιεύει πρωτοσέλιδη «Κριτική μελέτη» του Νουμά με τίτλο «Ο Σουρής». Τώρα που τα χρόνια έχουν περάσει, διαβάζει κανείς πως ο Ψυχάρης επιτέθηκε στον Σουρή επειδή χρησιμοποιούσε γλώσσα μικτή κι όχι ανόθευτη δημοτική, αλλά αυτό είναι η μισή αλήθεια, ίσως και λιγότερο. Ο Ψυχάρης κρίνει συνολικά τον Σουρή και το έργο του, και οι περισσότερες παρατηρήσεις του είναι εύστοχες. Επικρίνει τον Σουρή ότι στέκεται όχι μπροστά στον λαό αλλά πλάι του, ή πιο σωστά ότι «πηγαίνει με τον όχλο» τον οποίο αντιδιαστέλλει από τον λαό. Παραθέτει ο Ψ. τις δυο πρώτες και τις δυο τελευταίες στροφές του ποιήματος Ο Ρωμηός (ένα από τα εμβληματικά ποιήματα του Σουρή), και σχολιάζει: Τι νόστιμα, τι γελαστά που μας τα ξεεικονίζει! Τόσο γελαστά και τόσο νόστιμα που δεν το υποψιάζεται ο ίδιος πως ο Ρωμιός του το κάτω κάτω σαν το παιδί φέρνεται ή σαν το βάρβαρο ή σαν και τους δυο. Και συνεχίζει λέγοντας πως δεν είναι βέβαια ένοχος ο Σουρής για τα στραβά της Ελλάδας, αλλά τα παρουσιάζει τόσο χαρούμενα, που ο καθένας κολακεύεται από την εικόνα. Προσθέτει πως ναι μεν ο Ρωμηός γίνεται ανάρπαστος, αλλά αντέχει στο χρόνο όσο μια εφημερίδα: το φύλλο της προηγούμενης εβδομάδας έχει κιόλας ξεχαστεί την επόμενη. Παραδέχεται ότι μπορεί να είναι αλήθεια πως ο Σουρής έχει μόνο φίλους, αλλά οι φίλοι έχουν αξία μόνο όταν έχεις εχθρούς. Η καλοσύνη του Σουρή, λέει, είναι η ανεμελιά εκείνου που δεν θέλει μπελάδες.

 

Για τον Ψυχάρη, ο Σουρής βλέπει τα δευτερεύοντα, το ανέκδοτο, του ξεφεύγει η σημασία του μεγάλου γεγονότος. Και, τελικά, λέει ο Ψυχάρης, σχεδόν μην τολμώντας να το ξεστομίσει, ο Σουρής δεν είναι ποιητής. Φτιάχνει στίχους με μοναδική επιδεξιότητα, αλλά ποιητής δεν είναι. Ο Ψυχάρης λέει ότι διάβασε με επιμέλεια τους τόμους των Απάντων του Σουρή και ελάχιστες ποιητικες εικόνες βρήκε (δίνει στίχους με παραπομπή σε αριθμό τόμου και σελίδας). Κατηγορεί τον Σουρή πως δεν μπορεί να γράψει άλλο από χωρατά και πως π.χ. το πένθιμο ποίημα για τον θάνατο του Παύλου Μελά το έγραψε με το ζόρι, αναλύει λεπτομερώς την τεχνική του Σουρή με παραπομπή στις πλούσιες ρίμες του, ύστερα τον συγκρίνει με δημοτικιστές λόγιους και τον καταδικάζει: Ιδού άνθρωπος που έψαλε την εποχή του και που την εποχή του δεν την κατάλαβε. Ο Ψυχάρης συνεχίζει λέγοντας πως όχι μόνο δεν θα μείνει τίποτα από το έργο του Σουρή αλλά και ο Σ. έχει ήδη παλιώσει· μπορεί ο όχλος να τον λατρεύει ακόμα, αλλά όχι οι νέοι. Ξυπνούνε κρυφά οι νούδες και φωτίζουνται.

 

Λίγες είναι οι αναφορές του Ψυχάρη στενά στη γλώσσα του Σουρή. Υπάρχει και γλωσσική κριτική βέβαια: ο Ψυχάρης κατηγορεί τον Σουρή ότι χρησιμοποιεί τη δημοτική μόνο στα χυδαία του αποσπάσματα, όταν είναι να κοροϊδέψει. Επίσης αποδελτιώνει μια σειρά καθαρά δημοτικούς τύπους του Σουρή και λέει ότι κανείς γλωσσαμύντορας δεν επέκρινε ποτέ τον Σουρή που μεταχειρίστηκε τέτοιες χυδαίες λέξεις, ενώ αν βρίσκαν έναν τέτοιο τύπο σε μετάφραση του Πάλλη ή άλλου σεσημασμένου δημοτικιστή θα γινόταν επανάσταση. (Εδώ ο Ψυχάρης δεν υπερβάλλει: να θυμίσω ότι είχαν προηγηθεί, το 1901 και το 1903, ταραχές με νεκρούς με αφορμή τη μετάφραση αρχαίας τραγωδίας και τη μετάφραση του Ευαγγελίου).

 

Ολόκληρη την κριτική μελέτη του Ψυχάρη μπορείτε να τη βρείτε εδώ. Τρία τεύχη αργότερα, στο τεύχος αρ. 133 του Νουμά, ο Γρηγόρης Ξενόπουλος, που ο Ψυχάρης επανειλημμένα τον είχε επιπλήξει στο άρθρο για «λιβανιστή», έγραψε εξίσου εκτενή αντικριτική μελέτη, με τίτλο «Ο άλλος Σουρής» που κι αυτή αξίζει να διαβαστεί. Η αντικριτική του Ξενόπουλου είναι επίσης εκτενής και υμνητική για τον Σουρή, απαντά στις επικρίσεις του Ψυχάρη τεκμηριωμένα, χωρίς να παύει να δηλώνει τον σεβασμό του Ξενόπουλου για τον Ψυχάρη. Στο τέλος, σημειώνει δυο λόγια κι ο Ταγκόπουλος, ο εκδότης του Νουμά, για να επικρίνει τον Σουρή που βγήκε στις εφημερίδες και έδωσε συνεντεύξεις (ιντερβιού τα λέει) βρίζοντας τους δημοτικιστές.

 

Και πράγματι, αυτό έγινε. Ο Σουρής έδωσε πολλές συνεντεύξεις σε εφημερίδες, βρίζοντας όχι μόνο τον Ψυχάρη αλλά τους δημοτικιστές γενικά. Δεν έχω τα κείμενα, από τις αντιδράσεις όμως σε άλλες εφημερίδες συνάγεται ότι δεν μάσησε τα λόγια του. Χαρακτηριστικό είναι άρθρο του Ζαχαρία Παπαντωνίου, ο οποίος απορεί πώς ο τόσο άκακος Σουρής παρασύρθηκε σε τόσο βαριές εκφράσεις στις εφημερίδες. Και φυσικά, υπήρχε και ο Ρωμηός, η δική του εφημερίδα. Στις 29.1.1905, μια μέρα πριν από την αντικριτική του Ξενόπουλου στον Νουμά, ο Σουρής αφιερώνει το τεύχος 877 της εφημερίδας του στον Ψυχάρη και τους μαλλιαρούς. Πιο σωστά, ολόκληρο το τεύχος εκτός από λίγες έμμετρες διαφημίσεις στην τελευταία σελίδα, είναι ένας διάλογος Φασουλή και Περικλέτου. Ξεκινάει ο Φασουλής περιγράφοντας τα αποτελέσματα κάποιων δημοτικών (;) εκλογών που είχαν γίνει την ίδια εποχή, αλλά ο Περικλέτος τον διακόπτει:

 

Π. – Τι κάθεσαι και τσαμπουνάς και τον καιρό σου χάνεις;...

σκάσε, δεν είσαι ποιητής... το γράφει κι ο κυρ Γιάννης,

που στέλλει, δόλιε Φασουλή, μέσ’ από τα Παρίσια

σε συμμορίες μαλλιαρών διπλώματα περίσσια

γλωσσολογίας, κριτικής, σοφίας και ποιήσεως,

και γλωσσολόγος έγινε και κριτικός εκ φύσεως.

 

Δεν ξέρεις πώς εχάρηκα σαν είδα, μπεχλιβάνη,

την ρομπατσίνα την γερή του Γάλλου του κυρ Γιάννη.

Και ποιος αλήθεια με χαρά και γέλια δεν θ΄ ακούσει

πως βάλθηκε κι ο Γιαννακός πατόκορφα να λούσει

τον Φασουλή τον μασκαρά, το πρόστυχο μυαλό,

του κάρρου το περίτριμμα, τον τρελλο-Νικολό;

 

Δεν ξέρεις πώς εχάρηκα γι΄ αυτήν την ρομπατσίνα.

Φ. – Αλήθεια πώς δεν έπεισε κι ο Κόντες τον Ρετσίνα

συνδυασμό, βρε Περικλή, στον Πειραιά να κάνει;

Π. – Δεν ξέρεις πώς μ΄ ελάφρωσαν τα λόγια του κυρ Γιάννη.

 

Και όλο το ποίημα θα συνεχιστεί και στις τέσσερις σελίδες του Ρωμηού έτσι: ο Φασουλής θα μιλάει για τις εκλογές και ο Περικλέτος θα επαναλαμβάνει, δήθεν υιοθετώντας τις, τις κατηγορίες του Ψυχάρη, φυσικά διαστρεβλωμένες και ανακατεμένες με όλη την αντιμαλλιαρή φιλολογία των γλωσσαμυντόρων. Εδώ θα παρουσιάσω, με λίγα σχόλια, μόνο τα αποσπάσματα που αφορούν τον Ψυχάρη, παραλείποντας τα εκλογικά. Αν θέλετε ολόκληρο το ποίημα του Σουρή, έτσι όπως τυπώθηκε στον Ρωμηό, μπορείτε να το διαβάσετε εδώ. Με την ευκαιρία, ευχαριστώ θερμότατα τον Σφραγιδονυχαργοκομήτη για την πληκτρολόγηση.

 

Λοιπόν, κατά τον Περικλέτο, ο Σουρής τιμωρείται επειδή δεν προσχώρησε στο κίνημα του δημοτικισμού κι επειδή δεν χρησιμοποιεί ψυχαρικούς τύπους όπως Παρθενός (αντί για Παρθενώνας), Βασιλές (αντί για Βασιλιάς) και περέτρα (αντί για υπηρέτρια). Κατηγορεί τους δημοτικιστές ότι δεν έχουν απήχηση στο κοινό –ενώ ο ίδιος, όπως είχε παραδεχτεί και ο Ψυχάρης στην κριτική μελέτη του, είχε τεράστια εμπορική επιτυχία. Κάποιοι υπαινιγμοί του για πλούτη φτάνουν στα όρια της αποδοχής της μαύρης προπαγάνδας των γλωσσαμυντόρων, ότι οι δημοτικιστές ήταν πληρωμένοι με ρούβλια πράκτορες του πανσλαβισμού.

 

 

Π. – Σκάσε, δεν είσαι ποιητής, προστυχομαθημένε,

κι ο κυρ Γιαννάκης τόγραψε, κι οι μαλλιαροί το λένε.

Χίλιες φορές σου τόλεγα στον καφενέ, τεμπέλη,

για το καλό σου να γενείς του μαλλιαρού κοπέλι.

Χίλιες φορές σου φώναξα στου βίου τον αγώνα

για το καλό σου Παρθενό να λες τον Παρθενώνα,

κι ο Βασιλιάς πως έπρεπε να γίνει Βασιλές,

μα και την υπερέτρια ΄περέτρα να την λες.

 

Χίλιες φορές σου τάλεγα, κι αν άκουγες εμένα

σαν φρόνιμος αληθινός,

ο Γιάννος ο Παρισινός

με δίπλωμα ποιητικό θα τύλιγε και σένα,

και σ΄ όποια πάγκα πήγαινες το δίπλωμα να δείξεις

μπορούσες όσες ήθελες χιλιάδες να τραβήξεις.

 

Εκείνο του το δίπλωμα θάταν ως είδος τσέκι,

μα συ ποτέ δεν άκουσες τα λόγια μου, ζευζέκη.

Δεν βλέπεις, βρε, τους μαλλιαρούς πώς πλούτισαν και τούτοι

μόνο με τα διπλώματα του Πάπα των, τσιφούτη;

 

Γι΄ αυτό δεν καταδέχονται στα βιβλιοπωλεία

να πουληθούν της μαλλιαρής μαλάκας τα βιβλία,

και χρήσις των δεν γίνεται μήτε στ΄ αφοδευτήρια,

κι ούτε του πλήθους δέχονται κοινά συγχαρητήρια.

 

Εδώ στον τόπο των Ρωμηών, που μπρος σε κάθε μάνδρα

κοιτάζεις κι έναν κριτικό και γλωσσολόγον άνδρα,

που με γλωσσολογήματα κάθε μυαλό γανώνεται,

κι ως γλωσσολόγος εμβριθής δικαίως στεφανώνεται

καθένας μπαμπακόσπορος και φραγκολεβαντίνος,

δεν μπόρεσες ν’ ανυψωθείς μονάχα συ το κτήνος.

 

Ο Σουρής εξοργίστηκε επειδή ο Ψυχάρης τού αρνήθηκε την ιδιότητα του ποιητή –και εδώ πρέπει να πούμε πως, συνηθισμένος να ακούει μόνο επαίνους είτε από ομοτέχνους είτε από αναγνώστες, ο Σουρής κι άλλη μια φορά είχε αντιδράσει άσκημα σε αρνητική κριτική. Το 1890, ο Ροΐδης είχε γράψει επαινετικά για τα ποιήματα του Δημ. Κόκκου τον οποίο, χωρίς να το πει καθαρά, είχε συγκρίνει ευνοϊκά με τον Σουρή. Ο Σουρής είχε τότε αντιδράσει από τον Ρωμηό και είχε παρασυρθεί σε αιχμηρές εκφράσεις (επιφυλάσσομαι να ανεβάσω και αυτό το ποίημα).

 

Π. – Τι καλά που σου τα λέει κι ο κυρ Ζαν ο φαλακρός,

μέσα στους μεγάλους νούδες νους απέμεινες μικρός.

Κι όπως γράφει κι ο κυρ Γιάννης έχεις μιαν αναμελιά

και ζωώδη τεμπελιά,

που σου πρέπει, βρε τσολιά,

μία περικεφαλιά.

 

Σου’ πα: τους ρυθμούς παραίτα των πεζών των αναπαίστων

και τον Μυστικό τον Δείπνο Μυστικό Τσουμπούσι πες τον,

κι άιντε τόκα, κυρ Ιούδα, κι άιντε το κρασί να τρέξει,

και σπληνάντερο να φάμε κι ωχ! αμάν, Χριστέ, κι ας φέξει.

 

Συ δεν δίνεις μια πεντάρα

για της γλώσσας την αντάρα,

κι ενώ βλέπεις τον κυρ Γιάννη στο Παρί ν΄ αγκομαχά

με τη γλώσσα, δεν σε μέλει,

και φροντίζεις μοναχά πώς να βγάζεις το καρβέλι

 

Εδώ ο Σουρής χρησιμοποιεί έναν τύπο που είχε χρησιμοποιήσει και ο Ψυχάρης στην κριτική του, τον προκλητικό πληθυντικό «οι νούδες». Χρησιμοποιεί ακόμα την ανεμελιά, που επίσης χρησιμοποίησε ο Ψυχάρης, αλλά τη ριμάρει με την περικεφαλιά, λέξη παρμένη από την μετάφραση της Ιλιάδας του Πάλλη (να πούμε ωστόσο ότι η λέξη αυτή, που είχε δώσει πάτημα στους καθαρευουσιάνους να δημαγωγήσουν, πιο πολύ για το μέτρο χρησιμοποιήθηκε από τον Πάλλη, ο οποίος αλλού έχει ‘περικεφαλαία’). Τέλος, ο τύπος Μυστικό Τσουμπούσι δεν νομίζω να γράφτηκε ποτέ από δημοτικιστή· μάλλον ανήκει στην ίδια κατηγορία με την κατωτεντώστρα (δήθεν έτσι είπαν οι μαλλιαροί την υποτείνουσα του τριγώνου) και τον Κώτσο τον Παλιοκουβέντα (δήθεν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος) δηλαδή στις προβοκάτσιες των καθαρευουσιάνων. Όμως, τους νούδες τους εκμεταλλεύεται και πιο κάτω ο Σουρής, στην καθιερωμένη γελοιογραφία της τρίτης σελίδας, όπου παρουσιάζει τον Φασουλή να ξυλοφορτώνει τον Ψυχάρη. Η λεζάντα είναι όλα τα λεφτά:

 

Δόξα στους μεγάλους νούδες, που τις τρων στους πισινούδες!

 

Η γελοιογραφία πείραξε τον Ψυχάρη, ο οποίος τη σχολίασε σε επόμενο δημοσίευμά του στον Νουμά. Πρέπει εδώ να πούμε πως ο Σουρής κι άλλη μια φορά είχε ασχοληθεί με τον Ψυχάρη, όταν είχε κάνει κριτική στο Ταξίδι μου, περί το 1887. Απορριπτική κριτική, σε στίχους βέβαια, αλλά τουλάχιστον ευγενική. Εδώ απορρίπτει τον δημοτικισμό εφόλης της ύλης:

 

Π. – Των μαλλιαρών η γλώσσα δεν σε γεμίζει πάθος,

εσύ δεν έχεις ύψος, εσύ δεν έχεις βάθος.

Συ μόνο με τον όχλο πηγαίνεις πλάι πλάι,

δεν ξέρεις την Μιράντα, μήτε την Λορελάυ,

τ’ ανάερα μαγνάδια,

τα σύγκρυα σκοτάδια,

και τ’ άλλο, βρε μαγκούφη,

που δεν τα νιώθουν μπούφοι.

 

Συ Πήγασο δεν έχεις με σέλα και καπίστρι,

μήτε φτερό για πένα,

κι ανάερης μουλάρας δεν σε κεντρίζουν οίστροι,

που κάνουν τον καθένα

μεγάλο γλωσσολόγο και ποιητή τρανό

σαν τον Μυριανθούση και τον Μελαχρινό.

 

Εσύ τις αναγούλες δεν ψάλλεις τις ψηλές,

μόνο τις χαμηλές.

Εσένα, βρε, σε νιώθει κι ο γύφτος κι ο μανάβης,

μα τούτοι προστυχιάζουν όταν τους καταλάβεις.

 

Εσύ δεν είσαι ποιητής ασύλληφτης ιδέας,

είσαι το κατακάθισμα της φάρας της χυδαίας.

Δεν είσαι Μούσας γέννημα λεφτό και ντιλικάτο

κι η Μούσα με το μούσι σου βρωμίζει και μολύνεται,

δεν είσαι σαν τους μαλλιαρούς πηγάδι δίχως πάτο,

σκουληκομυρμηγκότρυπα και γρίφος που δεν λύνεται.

 

Μια άλλη αγοραία κριτική για τους δημοτικιστές ποιητές ήταν πως είναι ακατανόητοι. Αυτή την κριτική απηχεί κι εδώ ο Σουρής, τριάντα χρόνια πριν φανεί ο σουρεαλισμός. Οι υπαινιγμοί είναι πολλοί και σήμερα δεν είναι εύκολο να εξηγηθούν όλοι. Λογουχάρη, η Μιράντα για την οποία γίνεται λόγος παραπάνω, είναι υπαινιγμός για ένα λογοτεχνικό επεισόδιο που είχε γίνει μερικά χρόνια νωρίτερα. Στο εξαιρετικό, πρωτοποριακό αλλά βραχύβιο περιοδικό Τέχνη του Κ. Χατζόπουλου, ο Μάρκος Τσιριμώκος είχε γράψει ένα ποίημα για μια Μιράντα, γεγονός που προκάλεσε τρομερή (και ανεξήγητη σήμερα) ιλαρότητα στους καθαρευουσιάνους δημοσιογράφους που καραδοκούσαν να βρουν αφορμή να γελοιοποιήσουν τους ‘μαλλιαρούς’. Είχε γραφτεί και μια παρωδία, που είχε κάνει θραύση. Αυτά για τη Μιράντα, αν και επιφυλάσσομαι να ξαναγράψω. Η Λορελάι αγνοώ τι ρόλο παίζει, αλλά δεν νομίζω να μπήκε απλώς για να ριμάρει με το «πλάι πλάι» -μια ακόμα φράση ξεσηκωμένη από την κριτική του Ψυχάρη. Όσο για τα «ανάερα μαγνάδια» νομίζω πως είναι σαφής υπαινιγμός στο εξής ποίημα του Κ. Χατζόπουλου (το λέω χωρίς να έχω τσεκάρει τη χρονολογία του ποιήματος· αν γράφτηκε μετά το 1905 λέω ανοησίες).

 

Καθώς φτάνουμε στο τέλος, η επίθεση του Σουρή συνεχίζεται μ’ ένα γλωσσοπλαστικό τουρ ντε φορς, όπου ο Σουρής φορά στον Ψυχάρη 18 επίθετα, σύνθετα και παράγωγα της λέξης γλώσσα, τα πιο πολλά ανύπαρκτα:

 

Π. – Κλείνει μπρος σου της σοφίας ο μυστηριώδης οίκος...

μη σιμώνεις εκεί πέρα, μην κτυπάς την πόρτ΄ αγροίκως.

Ο μεγάλος δάσκαλός μας, ο κυρ Γιάννης, είναι μέσα,

πούμαθε τα γλωσσικά

και τα κορακιστικά,

καθώς γράφει μοναχός του, πρώτα πρώτα στην Οντέσσα,

και κατόπις, Φασουλή, μες στην Πόλη με δυο δούλες,

την Σοφιά, την Αθηνιά, φαμ ντε λεττρ και νοστιμούλες.

 

Ο κυρ Γιάννης είναι μέσα, γλωσσολόγος, γλωσσοτρίπτης,

γλωσσοκόπος, γλωσσοτρόφος, γλωσσοτόμος, γλωσσογλύπτης,

γλώσσασπις, γλωσσηματίας, γλωσσογάστωρ, γλωσσοπλάστης,

γλωσσοδαίδαλος, γλωσσώδης, γλωσσοκλώστης, γλωσσοκλάστης.

 

Μη στων Μουσών το τέμενος κτυπάς, ντεληφυσέκη,

κι ο Γιάννης μέσα στέκει,

Γιάννης ο γλωσσοκάτοχος, ο γλωσσοβαρυμπόμπης,

Γιάννης γλωσσοπυρσόμορφος και γλωσσοκηλοκόμπης.

 

Στο τέλος, σε αυτό τον καβγά ανάμεσα σε δυο συντοπίτες (ο Σουρής ήταν Χιώτης, όπως κι ο Ψυχάρης, ο οποίος στην κριτική του μελέτη αναφέρεται σ’ αυτό) έρχεται να προστεθεί κι ένας τρίτος, ο Κοραής, που τον μπλέκει στη συζήτηση ο Περικλέτος:

 

Π. – Απ΄ το Πανεπιστήμιο περνούσα χθες το βράδυ

κι ο Κοραής εγυάλιζε στης νύκτας το σκοτάδι.

Κι εγώ τον επλησίασα και τούπα: πατριώτη,

ο Γιάννης ο Παρισινός σε λέει βλάκα Χιώτη.

 

Απέδειξε του Παρισιού το διαβολο-Χιωτάκι

πως ήσουν φούσκα μοναχά κι από μυαλό κουκούτσι,

πως όλες σου τις έγδοσες τις έκανε χαντάκι,

και σένα σε ρεζίλεψε και σ΄ έκανε παπούτσι.

Εσύ για γλώσσα τίποτις δεν σκάμπαζες ποτέ

κι αδίκως σούχουν προτομή μαρμάρινη, κουτέ.

 

Κι ο Κοραής μ΄ εφώναξε και μούπε: στραβοκάνη,

εκ μέρους μου παρακαλώ να γράψεις του κυρ Γιάννη

να πάρει τα μαγνάδια του και τη γραμματική του

και στη δική μου προτομή να βάλει τη δική του.

 

Και στο τέλος, ύστερα μια ειρωνική προσπάθεια συνδιαλλαγής με τον γλωσσοκάμπτη δάσκαλο, ο Φασουλής ευχαριστεί τους μαλλιαρούς που του έδωσαν ύλη για το φύλλο, γιατί αν περίμενε από τις εκλογές δεν θα έβρισκε τι να πει.

 

Π. – Βρε καλέ μας, βρε κακέ μας,

γλωσσοκάμπτη δάσκαλέ μας,

όχτρητα καμιά μην έχεις και μ΄ εμάς τους δύο τώρα,

και τον Φασουλή συχώρα

που σαν χάχας απορεί

πώς σ΄ αρέσ΄ η μαλλιαρή.

 

Κάνε ποιητή και τούτον σαν τους άλλους ποιητάδες,

κάνε τον και γλωσσολόγο σαν τους δημοτικιστάδες.

Σαν δεν είναι ποιητής πώς θα βγάλει το ψωμί του;

πώς κοντά σου μια φορά θα στηθεί κι η προτομή του;

 

Δάσκαλε του Παρισιού, που παραγνωρίζεσαι,

λάβε και γι΄ αυτόν πιτιέ, μην τον συνερίζεσαι.

Δώστου, δάσκαλε, δυο κόκκους της δικής σου της σοφιάς,

δώσε και σ΄ αυτόν ορπίδα πως θα γένει συγγραφιάς,

να σε φκαριστώ κι εγώ, γλωσσομάχος Αρλεκίνος,

να σε φκαριστεί κι εκείνος,

κι όλο να παραληρεί

για τη δόλια μαλλιαρή.

 

Φ. – Θεός σχωρέσ΄ τους μαλλιαρούς... έλα και δώσμου ξύλο...

τι κρύες εκλογές! πω! πω!...

γι΄ αυτές δεν έχω τι να πω,

κι αν έλειπαν κι οι μαλλιαροί δεν θάβγαινε το φύλλο.-

 

Το ποίημα είναι και λιγάκι προφητικό· θέλω να πω, στο αμέσως επόμενο τεύχος του Νουμά, στο αρ. 134 (6.2.1905), ο Ψυχάρης δημοσιεύει σημείωμα με τίτλο «Συγγραφεύς», στο οποίο, αφού εξετάσει όλες τις εναλλακτικές λύσεις για αντικατάσταση του καθαρευουσιάνικου συγγραφεύς καταλήγει, πράγματι, στο συγγραφιάς, για το οποίο πάντως παραδέχεται πως είναι «δασκαλισμός» -αλλά κανονικός δασκαλισμός, λέει. Όμως εδώ θα κλείσω, χωρίς να μπω στην ουσία των επιχειρημάτων του Ψυχάρη, ούτε να ζυγιάσω ποιος από τους δυο, τον Ψυχάρη ή τον Σουρή, βγαίνει δικαιωμένος εκατό χρόνια μετά. Αυτά, άλλη φορά.

 

 

 

 Επιστροφή στον Γ. Σουρή
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου