Στο Νότο των Βιετ

 

 

Πολλοί συμπατριώτες μας (και όχι μόνο) πηγαίνουν για διακοπές πέντε μέρες σε κάποια χώρα και μετά έχουν ακλόνητη άποψη για τα πάντα, για όλα τα μυστικά της χώρας και του λαού, ξέρουν να μας μιλήσουν για τα βαθύτερα κίνητρα και συναισθήματα των ανθρώπων, κοκ. Δυστυχώς δεν διαθέτω αυτό το θαυμαστό χάρισμα, μου έμειναν μάλιστα πολλά κενά ως προς την πολιτικοκοινωνική κατάσταση του Βιετνάμ, πολλές απορίες που δε λύθηκαν, κλπ. Μπορώ να δώσω λοιπόν μόνο λιγοστές εικόνες, αυτά που είδα κι όπως τα κατάλαβα, μερικές ερμηνείες και μεροληπτικές ματιές. Δεν διεκδικώ κάποια αντικειμενικότητα (κουβαλάω κι εγώ, όπως η χελώνα το καβούκι της, τις προκαταλήψεις μου – ιδιοσυγκρασιακές και γενικότερες) κι ακόμα λιγότερο την πληρότητα ή κάποια εξειδίκευση στο θέμα. Γυρίζοντας πάντως έπεσε το μάτι μου στον ταξιδιωτικό απολογισμό μιας ελληνίδας Τουρίστριας, πλούσιας και κοσμογυρισμένης, που διάσχισε τη χώρα από βορρά προς νότο. Εμπειρία εξορισμού πολύ διαφορετική από τη δική μου, σημειώνω ωστόσο παρακάτω μερικές ομοιότητες και διαφορές. Ορίστε λοιπόν, ακούρευτες, απεριποίητες κι ατελείς, οι «ταξιδιωτικές εντυπώσεις» μου, όπως έλεγαν παλιά.

 

Οι Βιετναμέζοι έχουν μιαν απλότητα και μια καλοσύνη που σε συγκινεί. Αυτό ήταν το χαραχτηριστικό που μου έκανε περισσότερο εντύπωση – και βέβαια είναι κάτι που φαίνεται ύποπτο στο «δυτικό» μάτι. Ο Στράτος π.χ. υποστήριζε ότι έτσι είναι όλοι οι απωανατολίτες, «τους έχουν γυμνάσει να χαμογελούν στους τουρίστες», κλπ. Δε θα συμφωνούσα, εμένα το χαμόγελό τους μου έμοιαζε γνήσιο. Μπορεί φυσικά να παραμυθιάζομαι, πάντως και άλλοι, σε διαφορετικές στιγμές, το είδαν έτσι. Ο Σαραντίδης, που πήγε εκεί με τη Λεγεώνα των Ξένων το 1949, επιμένει να λέει ότι βρήκε ένα λαό καλό. Κι αυτή την καλοσύνη (σε αντίθεση με την αποικιοκρατική συμπεριφορά) προβάλλει για επιχείρημα όταν εξηγεί γιατί λιποτάχτησε και πώς πέρασε στους Βιετ Μινχ. Η Τουρίστρια πάλι γράφει: «Ίσως είναι ο καλύτερος λαός που έχω συναντήσει. Ευγενέστατοι, συνεσταλμένοι (σαν παιδιά), χαμογελαστοί (με πραγματικό γέλιο) και αξιοπρεπείς».

Εύθυμοι και πάντα με καλή διάθεση, οι Βιετναμέζοι αγαπούν το άραγμα. Η κούνια (ή η αιώρα, αν προτιμάτε) είναι απαραίτητο εξάρτημα. Οι φορτηγατζήδες την κρεμούν στην καρότσα τους, οι μικροπωλητές στις δεντροστοιχίες των λεωφόρων κι ο καθένας όπου βρει. Υπάρχουν επίσης καφενεία με πολλές κούνιες στη σειρά, όπου σερβίρεσαι ξαπλωτός. Είδα έναν οδηγό από πούλμαν να δένει την ξαπλώστρα του ανάμεσα στην πόρτα του λωφορείου του και τον προφυλαχτήρα του διπλανού οχήματος – περιμένοντας να επιστρέψουν οι πελάτες του. Όταν όμως κάνουν μια δουλειά (ιδίως αν πρόκειται για λεπτοδουλειά) δείχνουν μεγάλη επιμονή και μπορεί να κάτσουν να παιδεύονται επί ώρες – όπως όταν ασχολούνται με την περιποίηση των φυτών, που τα δένουν και τα λύνουν, τα τραβάνε από δω τα τραβάνε από κει, τα βασανίζουν για να τους δώσουν το επιθυμητό σχήμα. Επίσης, είναι καλοί στις πατέντες.

Όταν οι Βιετναμέζοι αράζουν χωρίς να ξαπλώνουν, είναι πολύ πιθανό να παίζουν σκάκι. Εννοώ κινέζικο σκάκι – αυτό το παιγνίδι έχει απίστευτη διάδοση. Όπως σε μας παλιά το τάβλι – και πάλι λίγο λέω. Σε μερικά καφενεία μπορείς να δεις πολλούς παίχτες στη σειρά, το συχνότερο όμως είναι να παίζουν στο δρόμο, σε παγκάκι, σε τραπεζάκι, σε μια αυτοσχέδια σανίδα ή κατάχαμα στο πεζοδρόμιο. Στις συνθήκες αυτές, η σκακιέρα είναι συνήθως κι αυτή αυτοσχέδια, ένα χοντρό χαρτόνι ή κάποιο κοντραπλακέ πάνω στο οποίο έχουν σχεδιάσει με μεγάλη ακρίβεια, με χάρακα και μολύβι, τις γραμμές. Παίζουν κυρίως οι λαϊκοί άνθρωποι, «του δρόμου», αλλά κι όλοι οι άλλοι, άλλοτε σιωπηλά κι άλλοτε με ζωηρά σχόλια, χτυπώντας τα πούλια όταν κόβουν κομμάτι. Εδώ πρέπει να πούμε, για όσους δεν το ξέρουν, ότι το κινέζικο σκάκι (που κατάγεται μάλλον από το ίδιο ινδικό παιγνίδι όπως και το «δικό μας») είναι δύσκολο παιγνίδι, όσο και το άλλο σκάκι, δεν είναι ντόρτια κι εξάρες και τσιμπάμε-το-ζάρι. Ο γιος μου κι εγώ ξέραμε ήδη κινέζικο σκάκι, επομένως μυήσαμε τα υπόλοιπα μέλη της ελληνικής αποστολής. Παίξαμε μερικές παρτίδες σε δημόσιο χώρο: οι Βιετναμέζοι μάς παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον, έχοντας την ευγένεια να μη σχολιάσουν το οπωσδήποτε άτσαλο παίξιμό μας.

Εκείνοι που μας υποδέχτηκαν στο αεροδρόμιο ή στην τελετή έναρξης (εθελοντές και λοιποί) επέμεναν να φωτογραφηθούν μαζί μας και τότε σχημάτιζαν με τα δάχτυλα το σήμα της νίκης. Εμείς, κολακευμένοι και λιγάκι εγωκεντρικοί, υποθέσαμε ότι μας εύχονταν, με τη χειρονομία αυτή, καλή επιτυχία στους αγώνες. Μπορεί να ήταν κι έτσι, τις επόμενες μέρες όμως πρόσεξα ότι πολλοί Βιετναμέζοι, σε άλλο περιβάλλον και σε άσχετα συμφραζόμενα, όταν στρέφεις πάνω τους το φακό, αφήνουν ένα χαμόγελο και κάνουν το σήμα της νίκης. Αν υπονοούν κάτι, δεν τόλμησα να το ρωτήσω.

 

Κι όλοι τους είναι έτοιμοι να βουτήσουν στο νερό, στα άπειρα κανάλια κλπ, με τα ρούχα και με το παραμικρό. Άλλωστε και μπάνιο στη θάλασσα με τα ρούχα κάνουν συνήθως – συνήθεια που τη μεταδίδουν και σε πολλούς τουρίστες. Πρέπει να πούμε ότι το νερό είναι χλιαρή σούπα και δεν κινδυνεύεις να κρυώσεις. Τα ρούχα στεγνώνουν γρήγορα, ή μάλλον μένουν τόσο υγρά όσο τα κάνει η υγρασία κι ο ιδρώτας ακόμα κι αν δεν έχεις βουτήσει στο νερό. Ο συνηθέστερος λόγος για βουτιά είναι βέβαια το ψάρεμα, φαίνεται ότι στα κανάλια και στους ορυζώνες υπάρχει πολύ πράγμα. Ψαρεύουν με καλάμια αλλά και με τα χέρια χρησιμοποιώντας δίχτυα, διάφορα καλάθια κλπ. Στην επιστροφή προς το Χο Τσι Μινχ πετύχαμε μια πλημμύρα: όλος ο κόσμος έτρεχε ενθουσιασμένος προς τα πλημμυρισμένα, κουβαλώντας τα ψαρικά του.

Σε αντίθεση με τα κανάλια, τις λίμνες ή τους ορυζώνες, που έχουν πάντα ευχάριστα χρώματα (είδα μάλιστα μια νερομάζα όπου κάποιο φυτό, είδος νούφαρου ή κάτι τέτοιο, της έδινε ένα απίστευτο φωτεινό λαχανί χρώμα), όσο στάσιμα κι αν είναι τα νερά, όλα τα ποτάμια που είδα ήταν καφετιά. Μιλάω βέβαια για τα μικρά ποτάμια, όχι π.χ. για τον ποταμό Σαϊγκόν, πούναι σα θάλασσα.

Τον ωκεανό, εδώ στο Βουνγκ Τάου, τον λένε «πίσω αχτή». «Μπροστά» είναι φυσικά το λιμάνι της πόλης, προφυλαγμένο μέσα στον κόλπο. Μέναμε στην πίσω αχτή κι έτσι, αφού πέρασαν κάποιες μέρες και είχα συνέρθει απ’ το ας πούμε πολιτισμικό σοκ, πήρα τη συνήθεια να ξυπνάω νωρίς και να πηγαίνω για μπάνιο. Η θάλασσα, στο σημείο αυτό, είναι ρηχή, καφετιά κι έχει σχεδόν πάντα κύμα. Το πρωί υποχωρεί κοντά εκατό μέτρα και σ’ αυτή την άμμο που ξεβράζεται βρίσκεις σωρούς από κοχύλια και κάθε είδους υπολείμματα από θαλασσινά. Βέβαια εδώ χορεύουν άπειρα καβούρια, που δεν μπορείς να τα πλησιάσεις γιατί χώνονται στις τρύπες τους, στην άμμο. Είδα όμως πώς τα πιάνουν οι Βιετναμέζοι: τα ψαρεύουν στη στεριά, από μακριά, μ’ ένα καλάμι 4 ή 5 μέτρα μακρύ. Στην άκρη δεν έχει αγκίστρι, αλλά δένουν καλά μια μικρή γαρίδα ή σκαρτσιμά. Ο κάβουρας πιάνεται μόνος του καθώς αρπάζει γερά με τις δαγκάνες το δόλωμα – τινάζουν το καλάμι και καταλήγει σ’ έναν κουβά. Πέρα από τους επαγγελματίες (ψαράδες, μικροπωλητές, κλπ.) μαζεύονται στην αμμουδιά και άσχετοι ντόπιοι, για άραγμα, κουβεντούλα και τσιμπολόγημα. Οι παρέες της παραλίας ήταν πολύ φιλικές και χαλαρές, ακόμα και με τα μέτρα του Βιετνάμ. Λυπάμαι που δεν μπορούσα να περνώ εκεί ολόκληρο το πρωινό μου.

Οι βαρκάρηδες λάμνουνε πάντα με τα πόδια. Έτσι έχουν τα χέρια ελεύθερα για να ψαρεύουν ή να στρίβουν τσιγάρο ή να μιλούν στο κινητό. Μια άλλη πατέντα των ψαράδων είναι η σαμπρέλα. Δηλ. όταν ένας ψαράς θέλει να πάει στη βάρκα του δεκαοχτώ σακούλες, φοράει τη σαμπρέλα και κολυμπάει με τα πόδια, κρατώντας ψηλά με τα χέρια στεγνές τις σακουλίτσες του.

Το Δεκέβρη, λέει, αρχίζει η εποχή της ξηρασίας. Τώρα, σε μια τόσο νερουλή χώρα αυτό είναι μόνο σχήμα λόγου (ή σύντομο ανέκδοτο). Θέλουν να πουν ότι τότε σταματούν οι βροχές. Τις δυο πρώτες μέρες έβρεχε μόνο τη νύχτα, μετά μάθαμε να τις θεωρούμε καθημερινό φαινόμενο. Οι νεροποντές ήταν σύντομες και σα με διακόπτη (πρώτα ανοίγουν οι καταρράχτες και μετά κλείνουν), πέντε ή το πολύ δέκα λεφτά – αλλά το πλίτσι-πλίτσι μπορεί να κρατούσε περισσότερο. Συνηθίσαμε και το βιετναμέζικο στιλ της συννεφιάς – ποτέ δεν είναι μόνιμη, ο ήλιος όλο βγαίνει κι όλο χάνεται. Φαίνεται ότι καίει το ίδιο και πίσω απ’ τα σύννεφα. Σ’ αυτές τις συνθήκες, και να σε βρέξει η βροχή δε σε νοιάζει και πολύ. Κυκλοφορούν πάντως ειδικά αδιάβροχα, πολύ ψιλά και ανοιχτά κάτω, για να βολεύουν στο μηχανάκι – αλλά τα φορούν κυρίως, ακριβώς, όταν καβαλάνε δίτροχα. Με ή χωρίς βροχή, η μπλούζα σου είναι συνέχεια μουσκεμένη. Προσαρμόζεσαι σ’ αυτόν τον καιρό, ζέστη με μεγάλη υγρασία – ή τουλάχιστον εγώ προσαρμόστηκα, μου δημιουργούσε μάλιστα μια ευχάριστη και χαλαρή διάθεση. (Ήταν πολύ διαφορετική από τη ζέστα που μας υποδέχτηκε στην Αραβία, με το σχεδόν πηχτό αγέρα.)

 

Ο βιετναμέζικος καφές είναι βαρύς. Βάζουν δυόμισι ή τρεις κουταλιές στο ειδικό σκεύος, ένα μικρό κατσαρολάκι με διάτρητο πάτο, και ρίχνουν από πάνω βραστό νερό – ένα φλυτζανάκι. Οι ξένοι βέβαια συχνά τον αραιώνουν, βάζοντας περισσότερο νερό. Ο ίδιος καφές μετατρέπεται αυτόματα σε κρύο, αν τον βάλεις σε ποτήρι και προσθέσεις πολλά μικρά παγάκια, στρογγυλά σαν μπίλιες.

Ως προς τη ζάχαρη, οι Βιετναμέζοι έχουν άποψη: ο καφές πίνεται υποχρεωτικά γλυκός. Πολλές φορές αποδεικνύεται μάταιο να πείτε no sugar ή little sugar ή κάτι παρόμοιο αυτοσχέδιο – εσείς δεν ξέρετε, αυτοί ξέρουν και θα σας τον σερβίρουν γλυκό. Σ’ αυτές τις συνθήκες, και ανάλογα με τα συμφραζόμενα, ο καφές κοστίζει από τζάμπα ως 10.000 ντόνγκ. Ήπια όμως κι ένα καφέ σε καλό καφενείο – εκεί σου έφερναν τη ζάχαρη χωριστά και το πράγμα στοίχιζε 20.000 ντόνγκ, δηλ. ένα ευρώ.

Είδα επίσης να φτιάχνουν, σε μαζικές περιστάσεις, και καφέ στην κυριολεξία κουβαδίσιο, δηλ. μέσα σ’ ένα πλαστικό κουβά, όπου η τύπα έβαζε καφέ κατευθείαν απ’ τη σακούλα, υπολογίζοντας με το μάτι. Η ακριβής διαδικασία μού ξέφυγε, πάντως ήταν κι αυτός καλός κι όχι κουβαδίσιος με τη μεταφορική έννοια.

Αν, αποφεύγοντας τον ντόπιο καφέ, προτιμήσετε το στιγμιαίο (χόα ταν θαρρώ τον λένε) κι αν επιμένετε πάντα στο σκέτο, μπορεί και πάλι να ατυχήσετε. Οι περισσότερες αν όχι όλες οι ντόπιες μάρκες έχουν τη ζάχαρη μαζί με τον καφέ μέσα στα φακελάκια, ή στα κουτάκια – συνήθως και γάλα σε σκόνη, 3 σε 1: πραγματικά έτοιμος καφές.

 

Τα γιωταχί είναι πολύ σπάνια αλλά υπάρχουν άπειρα μηχανάκια. Στο Χο Τσι Μινχ, το θέαμα είναι τρομερό, ένας ολόκληρος λαός, νέοι, γέροι και παιδιά, πολύχρωμο πλήθος, πάνω σε παπάκια, σαν διαδήλωση. Και στο Βουνγκ Τάου ήταν αρκετά εντυπωσιακό. Το τρικάβαλο είναι πολύ συχνό, φτάνουν ως το πεντακάβαλο, δηλ. ο μπαμπάς, η μαμά κι όλα τα παιδιά μαζί. Είδα μερικούς να οδηγούν με τα πόδια πάνω στη σέλα. Όλοι πάντως, ή σχεδόν, φορούν κράνος, το παλιού τύπου κράνος που λέμε εμείς, «μισό». Πάνω απ’ το κράνος μπορεί να φορούν το γνωστό κωνικό καπέλο, το νον λάα. Οι μισοί τουλάχιστον, οι γυναίκες κυρίως, σκεπάζουν το πρόσωπό τους με μαντήλι ή με μάσκα. Φορούνε επίσης (πάλι οι γυναίκες κυρίως) κάτι λεπτά γάντια που μπορεί να φτάνουν ως τον αγκώνα.

Αυτό το κουκούλωμα (που δεν περιορίζεται στην οδήγηση με μηχανάκι, είναι σχεδόν υποχρεωτικό στην πεζοπορία, στη δουλειά στο ύπαιθρο και σε πολλές άλλες περιπτώσεις) μας προκαλούσε αμηχανία στην αρχή. Δεν μπορούσαμε να το εξηγήσουμε δηλ. Θα τους έμεινε από τότε που τους έριχναν χημικά οι Αμερικάνοι, αστειεύτηκε κάποιος. Οι ίδιοι μάς εξήγησαν ότι προφυλάσσονται έτσι από τον ήλιο και τη σκόνη – κάτι θα ξέρουν.

Οι σκουπιδιάρηδες φορούν πάντα νον λάα και μαντήλι στο πρόσωπο, κι όπως φορούν μια κάπως φαρδιά στολή, μπλε με φωσφοριζέ ρίγες, είναι αδύνατο να καταλάβεις αν πρόκειται για άντρα ή γυναίκα. Απροπό, το νον λάα δεν είναι καπέλο των χωρικών μόνο, το φορούν συχνά και στην πόλη, οι γυναίκες περισσότερο αλλά κι οι άντρες, κυρίως άμα δουλεύουν στον κήπο, σκάβουν κλπ. Μπορεί να στερεώνεται με απλό κορδόνι ή κορδέλα, αλλά το πιο λαϊκό στιλ είναι με τυλιγμένο μαντήλι – με το οποίο μπορείς να σκεπάζεις το πρόσωπό σου όποτε χρειάζεται. Είναι πολύ βολικό.

Τα νον λάα που πουλάνε στους τουρίστες είναι διαφορετικά, λίγο ή πολύ μικρότερα, πιο λεπτά, ας πούμε «ψεύτικα» στην κατασκευή τους, όμως στιλβωμένα και γυαλιστερά, και με διάφορες χρωματιστές παραστάσεις ή γραμμένες λέξεις πάνω τους. Οι κατασκευαστές γνωρίζουν τις ανάγκες του τάργκετ γκρουπ: οι δυτικοί τα αγοράζουν για τη φιγούρα και για φωτογραφίες, και καπέλο-καπέλο αλλά θέλουν να φαίνεται και το πρόσωπό τους. Με το αυθεντικό νον λάα το πρόσωπο δεν καλοφαίνεται, εχτός αν σηκώσεις επιτούτου το κεφάλι. Τριγυρνώντας ανακάλυψα έναν ψαθά, βιοτεχνία σα να λέμε, κι η ελληνική αποστολή αγόρασε απ’ αυτόν, τελικά, καμιά σαρανταριά αυθεντικά νον λάα. Μπορεί να πετύχεις και κάνα πλανόδιο που πουλάει τέτοια, αλλά είναι θέμα τύχης.

Τα μαγαζιά είναι πολλά, εννοώ τα λαϊκά μαγαζιά στους κοινούς δρόμους. Στα περισσότερα σπίτια (με στενή πρόσοψη, τρία ή τέσσερα πατώματα και οξύκορφες στέγες με κεραμίδι), το ισόγειο είναι μαγαζί, ορθάνοιχτο στο δρόμο, δηλ. μπορεί να μην υπάρχει καν πόρτα αλλά να κλείνει με σιδεριά. Αλλά και σπίτι νάναι το ισόγειο πάλι ορθάνοιχτο είναι, με ελάχιστα ή καθόλου έπιπλα κι ένα μικρό βωμό κοντά στην είσοδο. Τα πιο συνηθισμένα είναι τα ψιλικατζίδικα, που πουλάνε δηλ. τσιγάρα και άπειρα ψιλολοΐδια, και που μπορεί νάναι και λιγάκι καφενεία. Έχουν, απαραίτητα, και τέσσερα-πέντε κράνη για μηχανάκι, για ώρα ανάγκης. Τα φαγάδικα είναι επίσης πολλά, όπως και τα κομμωτήρια. «Κομμωτήρια» δεν ξέρω αν είναι ο σωστός όρος, αφού κάνουν γενική περιποίηση. Ο πελάτης κάθεται σε μια καρέκλα που μπορεί ν’ ανοίξει σαν κρεβάτι και, πέρα απ’ το ότι θα κάνει με τα μαλλιά του, μπορεί να ζητήσει μανικιούρ, πεντικιούρ, να του περιποιηθούν το δέρμα του προσώπου παστώνοντάς το με διάφορες κρέμες, επίσης να του καθαρίσουν τ’ αυτιά. Για την επιχείρηση αυτή, ο μπαρμπέρης ή η μπαρμπέρισσα φοράει στο κεφάλι μια λάμπα, όπως αυτή που είχαν παλιότερα οι γιατροί. Οι άντρες επιζητούν το ίδιο ή και συχνότερα απ’ τις γυναίκες αυτή τη γενική περιποίηση – τουλάχιστον εγώ είδα περισσότερους άντρες παρά γυναίκες ξαπλωμένους στα κομμωτήρια. Συχνό μαγαζί είναι και το τηλεφωνάδικο – μπορεί οι Βιετναμέζοι να ζουν μάλλον λιτά, αλλά το κινητό έχει πέραση.

Επιστρέφοντας στην κυκλοφορία, υπάρχουν βέβαια και πολλά ποδήλατα. Οι μικροπωλητές κουβαλάνε πάνω σε ποδήλατα ή μηχανάκια ολόκληρη προίκα, ισορροπώντας άπειρες σακούλες, μικρές βιτρίνες κλπ, δεξιά κι αριστερά. Έχει και κάποια τρίκυκλα – είδα μάλιστα ένα χειροκίνητο. Θέλω να πω, ο αποπίσω στο μηχανάκι βαστούσε με τα χέρια μια δίτροχη καρότσα. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερνε στις στροφές. Στην εθνική οδό υπάρχουν παράδρομοι, δεξιά κι αριστερά, ειδικά για τα δίτροχα αλλά και για τους αραμπάδες που τους σέρνουν βόδια ή βουβάλια – όπως εξηγεί ρητά η πινακίδα.

Στο σκόλασμα, ξεπετάγεται από τις πύλες των σχολείων ένα σμάρι παιδιά πάνω σε ποδήλατα – λευκό πουκάμισο, μπλε παντελόνι και κόκκινο μαντήλι, κομσομόλικο, στο λαιμό. Τα μικρότερα παιδιά (του δημοτικού ας πούμε) τα περιμένουν οι γονείς, πλήθος, καβάλα στα μηχανάκια τους.

Τα λιγοστά αυτοκίνητα είχαν συνήθως μέσα κάποιους στρατιωτικούς, ανήκανε σε κάποια υπηρεσία τέλος πάντων. Ένα τέτοιο τριθέσιο υπηρεσιακό με φιμέ τζάμια έφερε μια μέρα στο χώρο των αγώνων μερικούς βιετναμέζους παίχτες και γονείς. Στους πρώτους δέκα που βγήκαν από μέσα δεν εντυπωσιαστήκαμε και τόσο, όταν όμως έφτασαν τους είκοσι θαυμάσαμε πραγματικά. Δεν είναι μόνο που οι Βιετναμέζοι είναι μικρόσωμοι, είναι και που ξέρουν να βολεύονται σε ελάχιστο χώρο. Αυτό ήταν φανερό και σε ορισμένες λεπτομέρειες στις προδιαγραφές του ξενοδοχείου.

Η Τουρίστρια λέει ότι δεν ακούγονται κορναρίσματα – εγώ απεναντίας θάλεγα ότι το κορνάρισμα είναι βασικό εργαλείο στην οδήγηση. Πέρα από τους ωφελιμιστικούς λόγους, μάλλον κορνάρουν και για παιγνίδι, το φχαριστιούνται δηλ. Συμφωνώ όμως μαζί της ότι οδηγούν χωρίς καμία εριστική διάθεση – δεν πρόσεξα το παραμικρό επεισόδιο. Ένα πρόβλημα όμως είναι ότι τα xe co, τα μεγάλα οχήματα θέλω να πω (ταξί, πούλμαν, ΙΧ), δε σταματούν με τίποτα αν περνάει πεζός, σε διάβαση ή όχι, και πρέπει νάχεις το νου σου. Το πολύ-πολύ να κορνάρουν. Δεν το κάνουν από κακία ή αδιαφορία, απλώς δεν περνάει απ’ το μυαλό τους ότι θα μπορούσαν να σταματήσουν – δηλ. η τοπική σιωπηρή σύμβαση είναι ότι ο πεζός περιμένει. Ευτυχώς με τα μηχανάκια (xe mo to) μπορείς χωρίς πρόβλημα να συνεννοηθείς με το χέρι –σταμάτα ή πέρνα– κι αυτό είναι το βασικό.

Τριθέσια είναι και τα ταξί, λευκά κι ευρύχωρα, ανήκουν σε εταιρείες, με τον οδηγό πολύ καλοντυμένο, λευκό πουκάμισο και μπορεί και γραβάτα. Η ελάχιστη διαδρομή (που συχνά μας έφτανε) είναι 15.000 ντονγκ, δεν έδωσα ποτέ πάνω από 45.000 αν θυμάμαι καλά. Βέβαια στοίχισαν παραπάνω κάποιες ειδικές περιοδείες και ταξίδια με το ταξί. Εμένα όμως μου άρεσαν τα αστικά, μικρά λωφορεία με δύο συνοδηγούς ή εισπράχτορες που κατέβαιναν για να βοηθήσουν τους ηλικιωμένους κι όσους φορτωμένους ήθελαν ν’ ανέβουν. Σε πολύ οικογενειακό κλίμα, πήγαιναν αργά και σταματούσαν όπου τους ζητούσες ή όπου έβλεπαν πελάτη. Σε μια περίπτωση περιμέναμε κάνα πεντάλεπτο κάποιον που τέλειωνε μια δουλειά του. Μιαν άλλη φορά πάλι, μια κυρούλα έδωσε κάτι σακούλες, εξηγώντας στον εισπράχτορα ποιος και πού θα τις παραλάβει. Ο οδηγός είχε πλάι στο τιμόνι του ένα μικρό βωμό με βούδες κλπ., στολισμένο με λουλούδια, όπου έκαιγαν τα γνωστά λιβάνια. Άλλη φορά όμως ο οδηγός ήταν «co doc», χριστιανός παναπεί, οπότε είχε στην ίδια θέση μια φωτογραφία από την επίσκεψη του μακαρίτη πάπα στο Βιετνάμ. Το εισιτήριο είναι 7.000 ντονγκ, κάπως ακριβό για τα τοπικά δεδομένα.

 

Δεν έμαθα τίποτα για τα μύχια θρησκευτικά αισθήματα των ανθρώπων, αν υπάρχουν και τι λογής είναι αυτά. Θρησκεία επιδεικτικού τύπου όμως υπήρχε άφθονη. Πέρα από τις πολλές παγόδες, βουδιστικές συν κάποιες τοπικές παραλλαγές, υπήρχαν μπόλικες καθολικές εκκλησίες και κάπως λιγότεροι ναοί προτεσταντικής κατεύθυνσης. Οι καθολικοί στήνουν αγάλματα, συνήθως λευκά και κάποτε τεράστια, που μοιάζουν πολύ με τις λευκές γυναικείες φιγούρες των Βουδιστών. Πέρα βέβαια από το γνωστό ριοτζανεϊρικό Χριστό (σήμα κατατεθέν του Βουνγκ Τάου) που ατενίζει τη θάλασσα. Είναι η περιοχή του Βιετνάμ με τους περισσότερους Χριστιανούς – διόλου τυχαία, αφού το Βουνγκ Τάου (με την ονομασία Καπ Σεν Ζακ) είχε σταθεί κέντρο της γαλλικής διοίκησης. Δεν ξέρω αν πρέπει να προσθέσω εδώ και την κρατική λατρεία του Χο Τσι Μινχ. Είχα την αδιακρισία να τρυπώσω σ’ ένα γραφείο του σταδίου για να φωτογραφίσω ένα εικόνισμα του θείου Χο – μπροστά στο οποίο έκαιγαν τα ίδια λιβάνια και προσφέρονταν τα ίδια λουλούδια και φρούτα όπως και στις άλλες θεότητες. Απέναντι απ’ το κεντρικό μνημείο της πόλης, μικρές παγοδούλες σκεπάζουν αθάνατες ρήσεις του Χο Τσι Μινχ, χαραγμένες στον μπρούντζο. Κι οι προτομές του είναι μια οικεία εικόνα. Υπάρχουν πολλά αγαλματάδικα που ικανοποιούν αμερόληπτα όλες τις παραπάνω ανάγκες, κατασκευάζουν όμως και ομοιώματα ζώων που αρέσει στους Βιετναμέζους να τα φυτεύουν από δω κι από κει. Είναι μια χώρα όπου η εικονομαχία δε θα είχε καμία τύχη.

Πάντως, το ας πούμε άθεο κράτος είναι τουλάχιστον ανεχτικό, αν όχι ευνοϊκό, απέναντι στις θρησκείες. Διάβασα στο γαλλόφωνο Courrier du Vietnam για την πρόσφατη αναγνώριση από το κράτος μιας ακόμα χριστιανικής εκκλησίας, της «Πέμπτης Βαπτιστικής Εκκλησίας του Βιετνάμ». Ότι στο διάβολο κι αν είναι τούτη, αυτό σημαίνει μάλλον ότι έχουν αναγνωριστεί κι οι προηγούμενες τέσσερις – και δώστου φωτογραφίες οι επίσημοι, κουστουμαρισμένοι και γραβατωμένοι.

Κινέζικα ιδεογράμματα βλέπεις, νομίζω, μόνο σε θρησκευτικά-βουδιστικά συμφραζόμενα. Τη λατινογράμματη γραφή που χρησιμοποιούν οι Βιετναμέζοι (quoc ngu ή κάπως έτσι), την επινόησαν γάλλοι ιεραπόστολοι. Το ότι οι Βιετ Μινχ τη διατήρησαν, κάτι θέλει να πει. Ο φυσικός αντίπαλος (ή και «προαιώνιος εχθρός») εδώ είναι η Κίνα, και οι Βιετναμέζοι δεν θέλουν να καταβροχθιστούν απ’ το γειτονικό γίγαντα. Αυτό εξηγεί, θαρρώ, και τις διπλωματικές πιρουέτες του καθεστώτος, απ’ τη στιγμή που χάθηκε η σοβιετική προστασία.

Η πολιτική μένει κάπως κρυμμένη απ’ τον τουρίστα. Στα προσπέκτους, τους ταξιδιωτικούς οδηγούς κλπ. υπάρχουν κάποιες αναφορές στον πόλεμο (με συγκρατημένη υπερηφάνεια, θάλεγα), αλλά μάλλον φευγαλέες. Αραιά και πού, κάποιες σημαίες ή λάβαρα με σφυροδρέπανο υπενθυμίζουν στον επισκέπτη ότι βρίσκεται σε κομμουνιστική χώρα – κάτι που μάλλον τείνει να το ξεχνάει. Το κόμμα έχει απεναντίας έντονη παρουσία στις λαϊκές γειτονιές, υπάρχουν θέλω να πω κόβες ή όπως διάολο τις λένε εκεί, γραφεία, αίθουσες λαϊκών συνελεύσεων ή λέσχες, που η διακόσμησή τους δεν αφήνει καμία αμφιβολία κι όπου μαζεύεται κόσμος για να πιει τσάι ή καφέ και για να φλυαρήσει, για να παίξει σκάκι ή πινγκ-πονγκ. Δεν έχω ιδέα πώς το βιώνουν οι ντόπιοι, πάντως δεν ένιωσα βαρύ το κλίμα. Μάλλον κάπως βαριεστημένο.

Στη διοργάνωση μας φύλαγε ο Λαϊκός Στρατός. Αυτό δε σήμαινε και πολλά πράγματα, μόνο που άραζαν εδώ κι εκεί παρέες από τρεις-τέσσερις με κιτρινοχακί στολές και τζόκεϊ ή πηλίκια με κόκκινο γείσο. Κάποιοι απ’ αυτούς, με κόκκινα περιβραχιόνια, κρατούσαν κλοπ. Στην πύλη υπήρχαν μια χούφτα αστυνομικοί με γιλέκα και κράνη. Όλοι μαζί ήταν σίγουρα λιγότεροι από τους μπάτσους που θα φύλαγαν μια ανάλογη διοργάνωση στη Δύση. Κι όλες αυτές τις μέρες δεν είδα ποτέ, ούτε εκεί ούτε αλλού, το παραμικρό όπλο, ενώ στην Ευρώπη θα υπήρχαν οπωσδήποτε κάμποσοι αρματωμένοι σαν αστακοί. Περίεργη αντιστροφή των πραγμάτων! «Κάποτε στη Δύση», οι αστυνομικοί κλπ. δεν πολυοπλοφορούσαν ή τέλος πάντων απόφευγαν να δείχνουν τον οπλισμό τους. Στα ανατολικά κράτη, αντίθετα, ήταν συχνή εικόνα τα περίπολα με τα καλάσνικοφ και τα λοιπά. Αυτό, μας έλεγαν, ήταν σίγουρη ένδειξη «ολοκληρωτισμού». Τώρα όλα γίνονται ανάποδα, κι η νταήδικη επίδειξη της κάνης με-το-δάχτυλο-στη-σκανδάλη έγινε, φαίνεται, σήμα κατατεθέν της γνήσιας δυτικής δημοκρατίας.

 

Οι μικροπωλητές είναι παντού. Μερικές φορές μπορεί να γίνουν φορτικοί κι επίμονοι, όχι όμως με επιθετικό τρόπο (εξακολουθούν να περπατούν δίπλα σου και να μουρμουρίζουν την προσφορά τους). Υποτίθεται ότι ένα «τόι!», φτάνει πια, σε έντονο ύφος μπορεί να τους κάνει να το κόψουν – θα ντρεπόμουνα όμως να το χρησιμοποιήσω. Από την άλλη δε σηκώνουν πολύ παζάρεμα – με τα χίλια ζόρια αν τους κόψεις κάτι. Κουβαλούν την πραμάτεια τους στο μηχανάκι ή στο ποδήλατο, σε κάποια ποδήλατα βλέπεις θαύματα ισορροπίας, με χιλιάδες σακούλες απ’ τη μια κι από την άλλη. Τα ποδήλατα μπορεί να κουβαλούν και μικρές βιτρίνες, όταν πουλάνε φαΐ κυρίως. Οι μικροπωλητές της αμμουδιάς ήταν ξεχωριστή κατηγορία. Πουλούσαν κι άλλα πράγματα αλλά βασικά θαλασσινούς μεζέδες, π.χ. τηγανητούς κάβουρες ή γαρίδες σουβλάκι με πικάντικη σάλτσα. Ή σου έφτιαχναν ομελέτα με στρείδια – κυρούλες που κουβαλούσαν όλο το μαγαζί στον ώμο τους μ’ ένα καλάμι, ένας τσίγκινος πάγκος μπροστά κι ένας πίσω. Τους ακουμπούσαν κάτω κι άναβαν αμέσως φωτιά. Υπάρχουν επίσης πάγκοι με βιτρίνα που φτιάχνουν ποτό από ζαχαροκάλαμο. Περνούν τα καλάμια, δυο ή τρεις φορές, μέσα από δυο κύλινδρους –χειροκίνητη πρέσα με τιμόνι– προσθέτουν στο ζουμί λίγες σταγόνες χυμό από κάποιο φρούτο και συμπληρώνουν το ποτήρι με τις αναπόφευκτες μπίλιες-παγάκια.

Το φαΐ στο δρόμο δίνει και παίρνει, οι περιστάσεις όμως της διαμονής μου δεν μου επέτρεψαν, αλίμονο, να μελετήσω όσο θα άξιζε αυτή την πλευρά της ντόπιας κουλτούρας. Μιλώντας για κουζίνα, το τηγάνισμα έχει την τιμητική του, συνήθως μέσα σε κουρκούτι κι έτσι που το αποτέλεσμα να μην είναι βαρύ. Κρέατα, ψάρια, θαλασσινά, χορταρικά, βολβοί, όλα μπορούν να τηγανιστούν. Παραλείποντας τις πικάντικες σάλτσες, τις σούπες, τα νούντλς και φυσικά το ρύζι, θα θυμηθώ τις γλυκοπατάτες και τα ταρό. Και τα δύο χρησιμοποιούνται περίπου όσο κι οι κοινές πατάτες: μπορούν να τηγανιστούν με δύο τρόπους, σε στρογγυλά κομμάτια μέσα σε κουρκούτι ή όπως οι τηγανητές πατάτες, ή να μαγειρευτούν μέσα σε διάφορες σάλτσες και συνδυασμούς. Για πρωινό καθιέρωσα γρήγορα τα «αλατισμένα αυγά», πάει να πει αυγά κομμένα στη μέση (μαζί με το τσόφλι) και κατασκευασμένα με άγνωστο σε μένα τρόπο, έτσι που γίνονταν κάπως βουτυράτα αλλά πολύ αρμυρά. Το ασπράδι τους ειδικά θα μπορούσε να περάσει για είδος τυριού (το τυρί, αυτή η βασική έλλειψη στην κουζίνα της ευρύτερης περιοχής!) και πράγματι το ασπράδι τέτοιου είδους μαγειρεμένο με σπανάκι το θεώρησα αρχικά τυρί. Δοκίμασα και το «γλυκό του Τετ», για να θυμηθώ την ομώνυμη επίθεση (ένα πράσινο παρασκεύασμα όπου επικρατεί η ψίχα της καρύδας και στη μέση χοιρινό μάλλον), αλλά για να επιστρέψω στο σπουδαιότερο, ποτέ στη ζωή μου δεν έφαγα τόσα θαλασσινά, ως προς την ποσότητα και την ποικιλία.

Τα φρούτα είναι μεγάλη υπόθεση – αποτελούν άλλωστε ξεχωριστή γλωσσική κατηγορία (όπως εμείς διακρίνουμε «πρόσωπα, ζώα και πράγματα»). Συνταιριάζονται συνήθως με τα λουλούδια (άλλη τρέλα), όχι μόνο στους βωμούς αλλά και σε ότι έχει να κάνει με τους ζωντανούς. Στο δωμάτιο μάς έφερναν κάθε δυο μέρες φρούτα και λουλούδια, και βρεθήκαμε σε μια εσπερίδα ή πάρτι όπου το έδεσμα ήταν αποκλειστικά φρούτα. Πράσινες καρύδες, μανταρίνια (qua quyt) κάπως διαφορετικά απ’ τα δικά μας αλλά καλά, μπανάνες (qua chuoi) όσο το μικρό μου δαχτυλάκι με εξαιρετικό άρωμα και γεύση, pomelo, εσπεριδοειδές μεγαλύτερο από μπάλα ποδοσφαίρου με χρώμα κιτρινιάρικο, που οι τεράστιες φέτες του ξεφλουδίζονται για να φαγωθούν και δίνει ωραίο χυμό, κάπως ανάμεσα σε πορτοκάλι και γκρέιπ-φρουτ, qua man, σε χρώμα βαθύ κόκκινο έως μοβ, απέξω σα στρογγυλή πιπεριά από μέσα σαν μήλο με μεγάλο κουκούτσι, qua so-ri, είδος πετροκέρασου με τρία κουκούτσια, qua thanh long ή blue dragon, με πολλά μυτερά κέρατα και φούξια φλούδα, από μέσα άσπρο με πολλά μικρά μαύρα σπόρια που τρώγονται, υπέροχοι ανανάδες, διάφορα είδη μήλων και πολλά άλλα που δε θυμάμαι τ’ όνομά τους, ή που τα ξέχασα, ή που δεν πρόλαβα να τα δοκιμάσω.

Το άου-γιάι (ao dai, στο Βορρά το λένε μάλλον άου-ζάι;) είναι η παραδοσιακή γυναικεία φορεσιά. Είναι ένα μακρύ ριχτό φόρεμα με κόψιμο στις δυο πλευρές που μπορεί να φτάνει ως τη μέση, κι από μέσα ένα φαρδύ παντελόνι. Εμείς, στο Βουνγκ Τάου, είδαμε να το φορούν μόνο σε επίσημες περιστάσεις, π.χ. στη ρεσεψιόν υπήρχε πάντα μία έτσι – ενώ στις διάφορες εσπερίδες, μουσικές βραδιές και πάει λέγοντας υπήρχαν πάντα μερικές αουγιαϊοφορεμένες επί της υποδοχής κλπ. Μου είπαν όμως ότι, αλλού, το φορούν και σε πιο καθημερινές στιγμές. Πράγματι, στο Χο Τσι Μινχ, μέσα στη λαοθάλασσα πάνω στα μηχανάκια, πρόσεξα μερικές κοπέλες που καβαλούσαν ντυμένες με άου-γιάι. Το ξενοδοχείο έφερνε μοδίστρες που σου δείχνανε υφάσματα, σου πέρνανε μέτρα και σούφτιαχναν, σε δυο μέρες, το δικό σου άου-γιάι με 500.000 ντονγκ ή 25 ευρώ. Όλες οι γυναίκες, μικρές και μεγάλες, της ελληνικής αποστολής φρόντισαν να ράψουν από ένα.

Αν αφήσουμε στην άκρη το άου-γιάι, οι γυναίκες φορούν πάντα παντελόνι – πιτζαμέ, συχνά απ’ το ίδιο ύφασμα με τη μπλούζα, για τις πιο ηλικιωμένες και τις πιο λαϊκές, μπλουτζίν ή κάτι ανάλογο για τις νεότερες ή τις πιο μοντέρνες. Στα σικ μαγαζιά είδα να πουλάνε φούστες και φορέματα, αλλά φαίνεται ότι τα φοράνε λίγες ή σε σπάνιες περιστάσεις. Απόσο θυμάμαι, είδα μόνο μια κοπέλα με κοντή φούστα να ξεπροβάλλει στην πόρτα ενός μπαρ (προφανώς τα ρούχα της δουλειάς) κι επίσης μια μητέρα με φόρεμα (είχε έρθει με το γιο της, απ’ το Χα Νόι, για τους αγώνες και ανήκε μάλλον σε κάποιου είδους ελίτ). Βέβαια, στο Χο Τσι Μινχ, υποθέτω, θα είναι συχνότερο αυτό το θέαμα.

Η Τουρίστρια λέει ότι όλοι μιλούν αγγλικά. Θα κινήθηκε μάλλον σ’ άλλους χώρους, ακριβά εστιατόρια και ξενοδοχεία. Μένοντας σ’ ένα τουριστικό μέρος, μου έκανε εντύπωση πόσο λίγοι και πόσο λίγα αγγλικά ήξεραν, ακόμα κι απ’ αυτούς που δούλευαν σε τουριστικά επαγγέλματα. Χώρια η προφορά... Λιγοστά και τα αγγλικά σε επιγραφές, πινακίδες, ετικέτες κλπ. Στους μικροπωλητές, υπήρχαν μερικοί που μιλούσαν μόνο τη γλώσσα τους αλλά δεν κόλωναν, αυτοί μας μιλούσαν βιετναμέζικα εμείς αγγλικά και συνεννογιόμαστε με τις χειρονομίες και το ύφος. Ο Γιώργος παρατήρησε ότι σ’ αυτές τις περιστάσεις θα μπορούσαμε να μιλάμε κι εμείς ελληνικά – για να μην κουραζόμαστε τζάμπα. Εντόπισα μόνο ένα γέρο ποδηλάτη (με «σικλό», γενάκι και πιτζαμέ ρούχα) που μιλούσε γαλλικά.

 

Ως προς τις (φτωχές) διαστάσεις του χώρου που κινήθηκα: βασικά, γνώρισα μόνο το Βουνγκ Τάου. Το Χο Τσι Μινχ το είδα μόνο πίσω απ’ τα τζάμια – ήμασταν απ’ την άλλη μεριά και χρειάζεται να το διασχίσεις για να φτάσεις στο αεροδρόμιο. Στα ανατολικά, έφτασα ως το Μπιν Κιάου (καμιά 60αριά χλμ πιο κει), όπου έχει κάτι σα φυσικό πάρκο, με θερμές πηγές όπου βράζεις αυγά, κι όπου ταΐσαμε τους κορκόδειλους. Δεν εννοώ ότι έφαγαν κάποιον απ’ την παρέα, απλά τους δίναμε ψάρια, κρεμασμένα από ένα καλάμι. Τους βρήκα αντάξιους της φήμης που τους θέλει ύπουλους – με τις μύγες να μπαινοβγαίνουν ανενόχλητες στο ανοιχτό χρυσαφί τους στόμα έμοιαζαν ψεύτικοι ή ψόφιοι ή βαλσαμωμένοι, ή έστω κοιμισμένοι, μπορούσαν όμως να τιναχτούν και να κινηθούν πολύ γρήγορα όταν το αποφάσιζαν, δηλ. αφού έβλεπαν ψητό κι αφού πρώτα το ζύγιζαν ασάλευτοι. Θα μπορούσαν να μας ταΐσουν (με την άλλη έννοια) κι οι κορκόδειλοι, ήταν δηλ. η σπεσιαλιτέ στο τοπικό εστιατόριο, αλλά δεν είχαμε αρκετό χρόνο. Στη διαδρομή αυτή, πάντως, περάσαμε μέσα από πολλές κωμοπόλεις και χωριά.

 

«Νότος των Βιετ» είναι η ακριβής απόδοση του ονόματος της χώρας, Βιετνάμ. Είναι πράγματι Νότος σε σχέση με το Κέντρο του Κόσμου, που είναι φυσικά η Κίνα (Trung Quoc).

 

 

Ν.Κ.

Νοέβρης του MMVIII

 

 

 

Επιστροφή στα Άλλα κείμενα