επιστροφή στα περιεχόμενα του Blake

Γουίλιαμ Μπλέηκ

Τα τραγούδια της αθωότητας

Μετάφραση-προσφορά: Γιώργος Μπλάνας

Το αραπάκι

Η μάνα μου με γέννησε στη μαύρη ερημιά.
Είμαι αραπάκι, μέσα μου όμως είμαι καλός.
Εσείς είσαστε κάτασπρα, σαν αγγελούδια με φτερά
κι εγώ ένα παλιοκάντηλο που του 'σβησαν το φως.

Βρήκε ένα δέντρο η μάνα μου, για να 'χουμε σκιά,
όταν η μέρα θ' άρχιζε τον κόσμο μας να καίει.
Καθίσαμε, μ' αγκάλιασε, μου έδωσε φιλιά,
μου 'δειξε την ανατολή και άρχισε να λέει:

"Κοίτα τον ήλιο, γιόκα μου! Εκεί μένει ο Θεός.
Σκορπίζει φως και ζεστασιά, με το καλό του χέρι.
Τα πλάσματα όλα χαίρονται κι ο κόσμος μένει ζωντανός:
λίγη δροσούλα τό πρωί, ζέστη το μεσημέρι.

Εμάς, λοιπόν, μας έδωσε ένα μικρό κομμάτι γη,
να μάθουμε ν' αντέχουμε της καλοσύνης τον καημό.
Κι αυτό το μαύρο σώμα μας, η λιοκαμένη μας μορφή,
αν θες να ξέρεις, σύννεφο είναι και δάσος σκοτεινό.

Γιατί όταν μάθουμε καλά ζέστη τι πάει να πει,
το σύννεφο θα διαλυθεί και η γλυκιά φωνή του
θα μας καλέσει τρυφερά. Θα 'μαστε τότε οι εκλεκτοί:
αρνάκια θα 'μαστε λευκά, τριγύρω στη σκηνή του".

Έτσι μου είπε η μάνα μου και μου 'δωσε κι άλλα φιλιά.
Τα ίδια θα σας λέω κι εγώ, λευκά μου φιλαράκια,
όταν θα βγούμε όλοι μας απ' των συννέφων τη σκλαβιά,
όταν θα γίνουμε όλοι μας μικρά κι αθώα αρνάκια.

Θ' αντέχω εγώ τή ζέστη μου και θα σας κάνω και σκιά,
γύρω από τόν πατέρα μας να ζούμε ευτυχισμένοι.
Ύστερα θα κοιτάζουμε τα ολόλευκά μας τα μαλλιά
και θα 'μαστε ίσοι, φίλοι μου. Ίσοι κι αγαπημένοι.