ἐπιστροφὴ στὰ περιεχόμενα τῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν

ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Ὁ θάνατος τοῦ Διγενῆ

Α΄

Ὁ Διγενὴς ψυχομαχεῖ κι
γῆ τονε τρομάσσει.
Βροντᾶ κι ἀστράφτει ὁ οὐρανὸς καὶ σείετ’ ὁ ἀπάνω κόσμος,
κι ὁ κάτω κόσμος ἄνοιξε καὶ τρίζουν τὰ θεμέλια,
κι
πλάκα τὸν ἀνατριχιᾶ, πὼς θὰ τονε σκεπάσει,
πὼς θ
σκεπάσει τὸν ἀιτό, τσῆ γῆς τὸν ἀντρειωμένο.
Σπίτι δὲν τὸν ἐσκέπαζε, σπηλιὸ δὲν τὸν ἐχώρει,
τὰ ὄρη ἐδιασκέλιζε, βουνοῦ κορφὲς ἐπήδα,
χαρὰ κι’ ἀμαδολόγανε καὶ ριζιμιὰ ξεκούνειε.
Στὸ βίτσιμα 'πιανε πουλιά, στὸ πέταμα γεράκια,
στὸ γλάκιο καὶ στὸ πήδημα τὰ λάφια καὶ τ' ἀγρίμια.
Ζηλεύει ὁ Χάρος, μὲ χωσιὰ μακρὰ τονε βιγλίζει,
κι ἐλάβωσέ του τὴν καρδιὰ καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ πῆρε.

Β΄

Τρίτη ἐγεννήθη ὁ Διγενὴς καὶ Τρίτη θὰ πεθάνει.
Πιάνει καλεῖ τοὺς φίλους του κι ὅλους τοὺς ἀντρειωμένους.
Νἄρθει ὁ Μηνᾶς κι ὁ Μαυραϊλής, νἄρθει κι ὁ γιὸς τοῦ Δράκου,
νἄρθει κι ὁ Τρεμαντάχειλος, ποὺ τρέμει
γῆ κι ὁ κόσμος.
Κι ἐπῆγαν καὶ τὸν ἤβρανε στὸν κάμπο ξαπλωμένο.
Βογκάει, τρέμουν τὰ βουνά, βογκάει, τρέμουν οἱ κάμποι.
"Σὰν τὶ νὰ σ’ ἦβρε, Διγενή, καὶ θέλεις νὰ πεθάνεις;"
"Φίλοι, καλῶς ὁρίσατε, φίλοι κι ἀγαπημένοι,
συχάσατε, καθίσατε, κι ἐγὼ σᾶς ἀφηγιέμαι.
Τῆς Ἀραβίνας τὰ βουνά, τῆς Σύρας τὰ λαγκάδια,
ποὺ ἐκεῖ συνδυὸ δὲν περπατοῦν, συντρεῖς δὲν κουβεντιάζουν,
παρὰ πενήντα κι ἑκατό, καὶ πάλε φόβον ἔχουν,
κι ἐγὼ μονάχος πέρασα, πεζὸς κι ἀρματωμένος,
μὲ τετραπίθαμο σπαθί, μὲ τρεῖς ὀργιὲς κοντάρι.
Βουνὰ καὶ κάμπους ἔδειρα, βουνὰ καὶ καταράχια,
νυχτιὲς χωρὶς ἀστροφεγγιά, νυχτιὲς χωρὶς φεγγάρι.
Καὶ τόσα χρόνια ποὔζησα δῶ στὸν ἀπάνω κόσμο,
κανέναν δὲν φοβήθηκα ἀπὸ τοὺς ἀντρειωμένους.
Τώρα εἶδα ἕναν ξιπόλητο καὶ λαμπροφορεμένο,
ποὔχει τοῦ ρίσου τὰ πλουμιά, τῆς ἀστραπῆς τὰ μάτια,
μὲ κράζει νὰ παλέψουμε σὲ μαρμαρένια ἁλώνια,
κι ὅποιος νικήσει ἀπὸ τοὺς δυὸ νὰ παίρνει τὴν ψυχή του".

Κι ἐπῆγαν καὶ παλέψανε στὰ μαρμαρένια ἁλώνια,
κι ὅθε χτυπάει ὁ Διγενής, τὸ αἷμα αὐλάκι κάνει,
κι ὅθε χτυπάει ὁ Χάροντας, τὸ αἷμα τράφο κάνει.