σκόρπια ποιήματα

Γ. Μαρτινέλλης

Ἡ εἰκοστὴ πέμπτη Μαρτίου

Τέτοιαν μέρα διάλεξεν σπλαχνικὴ Μαρία
νὰ εἰπεῖ στὸν Κύριο τοῦ Παντὸς ποὺ τ’ ἄψυχα ἐμψυχώνει:
"Κοίτα στὴ γῆ τοὺς Χριστιανούς, ποὺ μ’ ἄπειρη λατρεία
ἐμὲ γιορτάζουν σήμερα, πόση σκλαβιὰ πλακώνει;!"

Καὶ πνεῦμα θεῖο χύθηκε μεμιᾶς εἰς τὴν Ἁγία
ψυχὴ τοῦ ἐνδόξου Γερμανοῦ, ποὺ ἀτρόμητος ἁπλώνει
τὸ ξακουστὸ τὸ Λάβαρο κι ἀπὸ τὴν ἐκκλησία
πρῶτος προβαίνει ἀγωνιστὴς καὶ πρῶτος ξεσπαθώνει.

Φεύγουν ἀπ’ ὅλες τὶς μεριὲς οἱ Τοῦρκοι τρομαγμένοι,
ἐνῶ προφέρει ὁ Γερμανὸς κι ἠχολογοῦν οἱ ἄλλοι
τὸν ὄρκο, π’ ὅλην ἔσειε βαθιὰ τὴν οἰκουμένη.

Μέρα γλυκιά, μέρα λαμπρή, μέρα χαριτωμένη!
Κάθε φορὰ ποὺ
λάμψη σου στὴν ἐκκλησιὰ προβάλλει,
πάντα μὲ δάφνη ἐλεύθερη θὰ τὴν ἰδεῖς σπαρμένη.