|
επιστροφή στα περιεχόμενα του Blake Γουίλιαμ Μπλέηκ
Τα τραγούδια της αθωότητας Μετάφραση-προσφορά: Γιώργος Μπλάνας Μικρή ευτυχία - Όνομα δεν έχω, είμαι μια σταλιά! - Πώς να σε φωνάζω; - Είμαι όλο χαρά. Λέγε με χαρά. - Να 'σαι πάντα μια χαρά, όμορφη χαρούλα που είσαι μια σταλιά! Γλυκα θα σε λέω, θα σε λέω χαρά. Γέλα μου γλυκά, να 'σαι πάντα μια χαρά! Ένα όνειρο Άγγελοι με φυλούσανε κι εγώ βαθιά κοιμόμουν. Έξω, νύχτα σκοτεινή. Μα ξάφνου κάτι σάλεψε πίσω από την κουρτίνα: ένα όνειρο είχε μπει. Καθόμουν, λέει, στην εξοχή κι ένα μικρό μυρμήγκι στο χορτάρι είχε χαθεί. Το δύστυχο, ξεστράτησε, νυχτώθηκε μονάχο κι είχε απ' ώρα κουραστεί. Ο δρ?μος το σμπαράλιασε, το 'πνιξε το σκοτάδι, έφτασε ν' απελπιστεί. Μες στα πυκνά κι αδιάβατα χορτάρια ακούω τότε, μια σπαραχτική φωνή: "Παιδάκια μου, σας έχασα, με χάσατε, πού είστε; Ο μπαμπάς σας που θρηνεί; Το ξέρω πώς με ψάχνατε! Γυρίσατε στο σπίτι; Είμαι πια για σας νεκρή;" Μέσα η καρδιά μου σπάραξε και μου 'τρεξε ένα δάκρυ, μα να, η κωλοφωτιά πετιέται από τις σκοτεινιές. Στο δύστυχο μυρμήγκι με ζωντάνια απαντά: "Ποιο πλάσμα ασήμαντο καλεί με κλάματα της νύχτας τον ακοίμητο φρουρό; Μπρος, σήκω, παρ' τα πόδια σου! Το σκοτεινό χορτάρι το φωτίζω τώρα εγώ. Για κοίτα! Βγαίνει ο μπάμπουρας και φέρνει γύρα. Τρέξε, άντε, βιάσου, μην αργείς. Πετά, βουίζει, άκου τον, πήγαινε όπου πηγαίνει. Στο σπίτι σου θα βγεις". |