ἐπιστροφὴ στὰ περιεχόμενα τοῦ Ἀρ. Βαλαωρίτη

Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης

Εὐαγγελισμὸς-Ἑλληνισμός

Μὲ μιᾶς ἀνοίγει ὁ οὐρανός, τὰ σύγνεφα μεριάζουν,
οἱ κόσμοι ἐμείνανε βουβοί, παράλυτοι κοιτάζουν.
Μιὰ φλόγα ἀστράφτει...ἀκούονται ψαλμοὶ καὶ μελωδία...
Πετάει ἕν' ἄστρο...σταματᾶ ἐμπρὸς εἰς τὴ Μαρία...
"Χαῖρε τῆς λέει ἀειπάρθενε, εὐλογημένη χαῖρε!
Ὁ Κύριός μου εἶναι μὲ σέ. Χαῖρε Μαρία, Χαῖρε!"

Ἐπέρασαν χρόνοι πολλοί...Μιὰ μέρα σὰν ἐκείνη
ἀστράφτει πάλι ὁ οὐρανός...Στὴν ἔρμη της τὴν κλίνη
λησμονημένη, ὁλόρφανη, χλωμὴ κι ἀπελπισμένη,
μιὰ κόρη πάντα τήκεται, στενάζει ἁλυσωμένη.
Τὰ σίδερα εἶναι ἀτάραγα, σκοτάδι ὁλόγυρά της.
Ἡ καταφρόνια,
δυστυχιὰ σέπουν τὰ κόκαλά της.
Τρέμει μὲ μιᾶς
φυλακὴ καὶ διάπλατη θυρίδα
φέγγει κι ἀφήνει καὶ περνᾶ ἕν' ἄστρο, μιὰν ἀχτίδα.
Ὁ Ἄγγελος ἐστάθηκε, διπλώνει τὰ φτερά του...

"Ξύπνα, ταράζου, μὴ φοβοῦ, χαῖρε, Παρθένε, χαῖρε.
Ὁ Κύριός μου εἶναι μὲ σέ, Ἑλλὰς ἀνάστα, χαῖρε".

Οἱ τοῖχοι εὐθὺς σωριάζονται. Ἡ μαύρ'
πεθαμένη
νοιώθει τὰ πόδια φτερωτά. Στὴ μέση της δεμένη
χτυπάει
σπάθα φοβερή. Τὸ κάθε πάτημά της
ἀνοίγει μνῆμ' ἀχόρταγο. Ρωτᾶ γιὰ τὰ παιδιά της...
Κανεὶς δὲν ἀποκρένεται...Βγαίνει πετᾶ στὰ ὄρη...
Λιώνουν τὰ χιόνια ὅθε διαβεῖ, ὅθε περάσει
Κόρη.

"Ξυπνᾶτε ἐσεῖς ποὺ κοίτεστε, ξυπνᾶτε ὅσοι κοιμᾶστε,
τὸ θάνατο ὅσοι ἐγεύτητε, τώρα ζωὴ χορτᾶστε".

Οἱ χρόνοι φεύγουνε, πετοῦν καὶ πάντα ἐκείνη
μέρα
εἶναι γραμμένο ἐκεῖ ψηλὰ νὰ λάμπει στὸν αἰθέρα
μ’ ὅλα τὰ κάλλη τ' οὐρανοῦ. Στολίζεται ὅλη
φύση
μὲ χίλια μύρια λούλουδα γιὰ νὰ τὴ χαιρετήσει.
Γιορτᾶστε την, γιορτᾶστε την. Καθεὶς ἂς μεταλάβει
ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Καὶ σεῖς καὶ σεῖς οἱ σκλάβοι,
ὅσοι τὴ δάφνη στὴν καρδιὰ νὰ φέρετε φοβᾶστε, ἀφορεσμένοι νἆστε.