επιστροφή στα περιεχόμενα του Blake

Γουίλιαμ Μπλέηκ

Τα τραγούδια της αθωότητας

Μετάφραση-προσφορά: Γιώργος Μπλάνας

Ο καπνοδοχοκαθαριστής

"Όταν πέθανε η μαμά μου, ήμουνα πολύ μικρό
και με πούλησε ο μπαμπάς μου, πριν αρχίσω να τσιρίζω.
Τζάκια τώρα καθαρίζω
και κοιμάμαι όπου βρω
στάχτη, σκόνη και καπνό!"

Τσίριζε ο μικρός ο Δάκρης που του κόβαν τα μαλλιά.
"Είναι όμορφα" του είπα, "και σγουρά, μα μη σε νοιάζει.
Κάτσε, Δάκρη, δεν πειράζει.
Στα μαλλια δε θα 'χεις πια
στάχτη, σκόνη και καπνιά!"

Έκατσε, λοιπόν, ο Δάκρης και του κόψαν τα μαλλιά,
μα το βράδυ, στ' όνειρό του, είδε χίλια φερετράκια
με κατάμαυρα καπάκια.
Είχαν όλα τους παιδιά
πεθαμένα απ' την καπνιά.

Τότε, ήρθε από πάνω ένας άγγελος καλός.
Άνοιξε τα φερετράκια, τα παιδάκια σηκωθήκαν,
σε λιβάδι ξεχυθήκαν.
Ήταν κι ένας ποταμός...
μπήκαν κι έλαμψαν στο φως.

Άφησαν τα εργαλεία κι όπως ήτανε γυμνά,
μες στα σύννεφα πετάξαν, μέχρι τ' ουρανού την άκρη.
Είπε ο άγγελος στο Δάκρη:
"Άμα κάθεσαι καλά,
θα 'χεις το Θεό μπαμπά".

Ξύπνησε. Έκανε κρύο κι ήτανε πολύ πρωί,
μα δεν κρύωνε, μια φλόγα έκαιγε μες στην καρδιά του.
Πήγε πρώτος στη δουλειά του.
Όποιος έχει υπομονή,
βγαίνει πρώτος στή ζωή.