ἐπιστροφὴ στὰ περιεχόμενα τοῦ Γ. Βιζυηνοῦ

Γεώργιος Βιζυηνός

Ἡ καταιγίς

Ἦλθαν τὰ νέφη τοῦ Βοριᾶ,
τ’ ἀλόγατα καβάλα
κι ἐξεπεζέψανε βαριὰ
στὰ ὄρη τὰ μεγάλα.

Καθένα σὲ κορφὴ κοντὰ
ὀχυρωμένο ἀχνίζει,
καθένα ἀστράφτει καὶ βροντᾶ
καὶ πόλεμον ἀρχίζει.

Ρίχνουν γιὰ σκάγια τὴ Βροχή,
γιὰ βόλια τὸ χαλάζι
καὶ πλημυρρᾶ στὴν ἐξοχὴ
καὶ τὰ σπαρμένα ἁρπάζει.

Βγαίνει ὁ γεωργός, ἀντὶ σπαθί,
μ’ ἕνα τσαπὶ καὶ φτυάρι-
ποιὸς ἠμπορεῖ ν’ ἀντισταθεῖ
σὲ ὁρμητικὸ χειμάρρι;

Στρέφει τὰ μάτια στὰ ψηλὰ
καὶ τὸν Θεὸν κοιτάζει,
τὸ δάκρυ του κατρακυλᾶ
-Βοήθα με! -φωνάζει.

Καὶ ὁ Θεὸς ποὺ τὸν πονεῖ
γιὰ τὴν καλὴ καρδιά του,
γνέφει τοῦ Ἥλιου νὰ φανεῖ
νὰ πάει βοήθειά του.

Ἀπὸ τὴ μιὰ
συννεφιὰ
κι ὁ ἥλιος ἀπ' τὴν ἄλλη,
τῆς Ἴριδος
ἐμορφιὰ
ἀνάμεσα προβάλλει.

-Βάλετ' ἐχθροὶ τοὺς κεραυνούς,
τὰ ὅπλα σας στὴ θήκη,
γιατὶ εἶμαι ἐγὼ στοὺς οὐρανοὺς
παλαιὰ συνθήκη

ποὺ ἔγραψε ὁ Δημιουργὸς
μὲ χρώματα ποὺ μένουν,
γιὰ νὰ τὰ βλέπ' ὁ γεωργὸς
νὰ ξέρει τὶ σημαίνουν.

Τὸ κόκκινο εἶναι κρασί,
τὸ κίτρινο σιτάρι,
τὸ πράσινο
περισσὴ
ἐλιά, ποὺ θὲ νὰ πάρει,

γιὰ νὰ τοῦ πάει "λειτουργιὰ"
καὶ νάμα νὰ τοῦ στείλει,
καὶ νὰ τ’ ἀνάφτει μὲ καρδιὰ
σ’ ἀκοίμητο κανδήλι.