ἐπιστροφὴ στὰ περιεχόμενα τοῦ Γ. Βιζυηνοῦ

Γεώργιος Βιζυηνός

Ἡ κλώσσα

Κλόκ, κλόκ, κλόκ, μ' ἕνα θυμὸ
στὴν αὐλὴ γυρνᾶ
κλώσσα
μὲ τὸ φουντωτὸ λαιμὸ
καὶ μὲ τὰ παιδιὰ τὰ τόσα.

Κλώσσα, φίλη μου παλιά,
τὶ θυμώνεις σὰ ζυγώνω;
Δὲν σοῦ ἐγγίζω τὰ πουλιὰ
μόνο σοῦ τὰ καμαρώνω.

Μιὰ τὰ κράζεις τρυφερά,
κάτι ποὖβρες νὰ μοιράσουν,
μιὰ ἀπὸ κάτω ἀπ' τὰ φτερά,
τὰ σκεπάζεις, νὰ
συχάσουν.

Κι ὅταν δεῖς κανὰ σκυλὶ
ποὺ ὀρέγεται πουλάκια,
χύνεσαι ὠσὰν τρελλὴ
νὰ τοῦ βγάλεις τὰ ματάκια.