|
επιστροφή
στα περιεχόμενα του Αρ. Βαλαωριτη
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Επί τω θανάτω της θυγατρός
μου Ναθαλίας
Τώρα, π' ανθίζ' η κυκλαμιά
και κάθε σπόρο, πο 'χει
κρυφό κρεβάτι μες τη γη, ξυπνά το πρωτοβρόχι,
που πριν αρχίσουν οι χιονιές, η πάχνη, τ' αγριοκαίρι,
ξεγελασμένα τα κλαριά με τη στερνή γλυκάδα,
π' ολόγυρα σκορπίζοντας σκορπά το καλοκαίρι,
στολίζονται με μυρωδιές, μ' ανθούς, με πρασινάδα,
τώρα, παιδί μου, εζήλεψες το στείρο το σκοτάδι,
του τάφου τα στολίσματα, την ερημιά, τον Άδη!
Μοσχοβολά η αλιφασκιά, μικρή
μου Ναθαλούλα,
τα ρίκη, οι δάφνες, οι μυρτιές ποτίζονται δροσούλα,
και τον αγέρα πλημμυρούν με την αναπνοή τους.
Στον ήλιο του φθινόπωρου, σα ζωντανά λουλούδια,
οι καλογιάννοι χαίρονται. Με τη γλυκειά φωνή τους
στο βάτο που ακουρμαίνεται λαλούν τα στεφανούδια
τα βάσανα της ξενητιάς... Και συ στο γέροντά σου
στέλνεις παιδί μου, ανέλπιστα τα νεκρολίβανά σου;
Στον πολυτάραχο γιαλό του
κόσμου μιαν ημέρα
διαβάτης ανυπόμονος περνά σαν τον αγέρα.
Το πάτημά του εφάνηκε στον άμμο μιαν αυγή
άγριο το κύμα πέρασε τη νύχτα και το σβει...
|