επιστροφή στα περιεχόμενα του Blake

Γουίλιαμ Μπλέηκ

Τα τραγούδια της αθωότητας

Μετάφραση-προσφορά: Γιώργος Μπλάνας

Νύχτα

Ο ήλιος πάει να κοιμηθεί
κι ο αποσπερίτης βγαίνει.
Μες στη φωλιά του το πουλί
κουρνιάζει και σωπαίνει.
Μόνο εγώ μόνος γυρνώ
τη δικη μου για να βρω.
Το φεγγάρι είναι λουλούδι
κι ο ουρανός περιπλοκάδι
Λάμπει, ανθίζει το λουλούδι
και χαμογελάει στο βράδυ.

Χλωρές βοσκές, έχετε γεια!
Έχετε γεια, λαγγάδια!
Εκεί που έπαιζαν αρνιά
κι απόσταιναν κοπάδια,
τώρα οι άγγελοι πατούν
καυ κρυφολαμποκοπούν.
Δεν τους βλέπεις στο σκοτάδι
κι όμως πέτονται, ανεμίζουν
του ελέους το μαγνάδι:
άνθη, ανθρώπους νανουρίζουν.

Αν προστατεύει τα πουλιά
κάθε φωλιά κοιτάνε
και κάθε αγριμιού σπηλιά
απ' το κακό φυλάνε.
Κι αν κανένα δεν μπορεί
μόνο του να κοιμηθεί
κι όλο κλαίει και τυραννιέται,
ύπνο βάλσαμο του φέρνουν
κι όταν γλυκοαποκοιμιέται,
πλάι του στο κρεβάτι μένουν.

Όταν βρυχάται δυνατά
ο τίγρης και ουρλιάζει
ο λύκος φοβεριστικά,
της πείνας το μαράζι
νιώθουν, στέκονται κοιτούν
να τους θρέψουν προσπαθούν.
Κι αν ορμήσουν αγριεμένοι,
οι άγγελοι θα μεριμνήσουν:
κόσμος νέος περιμένει
τις ψυχούλες που θα σβήσουν.

Του λιονταριού τα πορφυρά
τα μάτια εκεί θ' αστράψουν,
θα τρέξουν δάκρυα χρυσά
κι όταν γλυκά βελάξουν
πρόβατα μες στο μαντρί,
γύρω τους θα μαζευτεί,
λέγοντας "το μίσος πάει,
το 'διωξε η καλή καρδιά του
που καλούς, κακούς χωράει.
Πάει ο φόβος του θανάτου.

Μπορώ λοιπόν, μικρό μου αρνί,
κοντά σου να πλαγιάσω
να κοιμηθώ και θαλπωρή
αθώα να χορτάσω.
Κι αν ποτέ συλλογιστώ
τον γλυκύτατο Χριστό,
σαν αρνί θα τον θρηνήσω.
Κι όπως είμαι βαφτισμένος
στο ποτάμι της ζωής,
με χρυσάφι αρματωμένος,
θα φυλάω να κοιμηθείς".