επιστροφή στα περιεχόμενα του Κ. Παλαμά

Κωστής Παλαμάς

Το πανηγύρι στα σπάρτα
(προσφορά της Μαρίας Κουτσάκη)

Για κοίτα πέρα και μακρυά τι πανηγύρι
που πλέκουν τα χρυσά τα σπάρτα στο λιβάδι!
Στο πανηγύρι το πανεύοσμο απ' τα σπάρτα
με τη γλυκιάν ανατολή γλυκοξυπνώντας
να τρέξω βούλομαι κι εγώ στο πανηγύρι,
θησαυριστής να κλείσω μες την αγκαλιά μου
σωρούς τα ξανθολούλουδα και τα δροσάνθια,
κι όλο το θησαυρό να τονε σπαταλέψω
στα πόδια της αγάπης μου και της κυράς μου.
Όμως βαθιά είναι το ξανθόσπατρο λιβάδι.
Κι όπως μιας πρόσχαρης ζωής είκοσι χρόνων
κόβει το λευκοστόλισμα θανάτου λύπη,
έτσι τον άκοπο γοργό μου κόβει δρόμο
ατέλειωτος ανάμεσα ξεφυτρωμένος
ο κακός δρόμος μες τα βάλτα και στα βούρλα.
Τ' αγκαθερά φυτά ξεσκίζουνε σα νύχια
και σαν τα ξόβεργα το χώμα παγιδεύει
του κάμπου του κακού στα βούρλα και στα βάλτα,
εκεί που στο φλογόβολο το αψύ του ήλιου
(πού δρόσος μιας πνοής; πού σκέπασμα ενός δέντρου;)
σαν αστραπή αργυρή χτυπάει τα μάτια η άρμη.
Λιγοψυχώ, λυγίζομαι, παραστρατίζω,
κι αποκάνω και πέφτω, κι αποκαρωμένος
νοιώθω στο μέτωπο τ' αγκάθια, και στα χείλια
νοιώθω την πίκρα της αρμύρας, και στα χέρια
νοιώθω τη γλίνα της νοτιάς, και στα ποδάρια
νοιώθω το φίλημα του βάλτου, και στα στήθη
νοιώθω το χάιδεμα του βούρλου, νοιώθω εντός μου
τη μοίρα του γυμνού και τ' ανήμπορου κόσμου.
(Ω! πού είσαι, αγάπη και κυρά μου;) Και σε βάθη
δειλινών πορφυρών, πλούσια ζωγραφισμένων,
το πανηγύρι που χρυσά τα σπάρτα πλέκουν,
το πανηγύρι το πανεύοσμο στα σπάρτα,
με βλέπει, με καλεί, και με προσμένει ακόμα.